Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Αριστεία και κλέος


Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον μυκηναϊκό κόσμο, η αρετή που επιδιώκει ο άνθρωπος δεν είναι η αφηρημένη ιδέα μιας ηθικής τελειότητας, όπως αυτή εξαντικειμενοποιείται με την αναγωγή της σε μια (πλατωνική ή άλλη) υπερβατική σταθερά. Η σημασία που παίρνει το να είναι κανείς ριστος (λέξη ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη ρετή) συμπυκνώνεται στο ομηρικό αέν ριστεύειν καί πείροχον μμεναι λλων (=να είσαι πάντα πρώτος κι ανώτερος απ’ όλους), που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας στα πλαίσια μιας ιεραρχικής κατάταξης (πείροχον μμεναι λλων). Η ιδέα της υπεροχής σε σχέση με τους άλλους ταιριάζει απόλυτα με την προτεραιότητα των ατομικών κατορθωμάτων. Όλοι, λοιπόν, προστατεύουν αυτό που είναι τόσο με τους αγώνες τους όσο και με τις καυχησιές τους, από τις οποίες η ομηρική Ιλιάδα είναι γεμάτη.

Πατρόκλου Άθλα, 
Δίνος (6ος π.Χ. αιώνας)

Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού και μπορούν να προσδιοριστούν ως διαφορετικοί βαθμοί έντασης της ίδιας θεμελιώδους αγωνιστικής σχέσης. Κοινό συστατικό τους στοιχείο είναι το αριστοκρατικό (αντα-)αγωνιστικό πρότυπο της ατομικής αρετής με τη μορφή της ριστείας  (η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως το περιγράφει η Hannah Arendt ), που προϋποθέτει δύο πράγματα: από τη μια, την ευταξία ενός κόσμου που μόλις απαλλάχθηκε από την τερατώδη του πλευρά  (αν και η αταξία πάντοτε παραμονεύει, αφού ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων) και, από την άλλη, τον συνδυασμό ανάμεσα στη θεατή ιδιότητα του φυσικού κάλλους και στη δύναμη, στη γενναιότητα, στην επιτηδειότητα, στην ευστροφία. Και όλα αυτά μέσα σε έναν κόσμο προ-πλατωνικό, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμα τον δυισμό, που, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση του  Gilles Deleuze, δεν έχει ακόμα τίποτα με χαρακτήρα ουσιακό να χωρίσει. 

Μονομαχία Μενελάου και Έκτορα, 
Πινάκιο (7ος π.Χ. αιώνας)

Ταυτόχρονα, «ο πόλεμος και ο αθλητισμός εγκλείουν μορφές σύγκρουσης συνυφασμένες με μορφές αλληλεξάρτησης, συνεργασίας και συγκρότησης μιας ομάδας», όπως παρατηρεί ο Eric Dunning. Στον πόλεμο και στους αθλητικούς αγώνες του ομηρικού κόσμου αυτοπροσδιορίζεται η αριστοκρατική ελίτ της «ηρωικής» περιόδου με αξιώσεις κοινωνικής ενότητας και συνοχής. Το σύμπαν μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται είναι αυτό της τιμής, της μεγαλοπρέπειας, του κομπασμού, της πρόκλησης και, οπωσδήποτε, δεν είναι ο καθημερινός κόσμος του μόχθου και της μέριμνας.   

Μονομαχία Αχιλλέα και Μέμνονα, 
Υδρία (6ος π.Χ. αιώνας)

Πόλεμος, λοιπόν, οι ομηρικοί αθλητικοί αγώνες; Και βέβαια. Με άλλα μέσα, αλλά πόλεμος, μάχη, βία, εξαπάτηση. Σύγκρουση τελετουργική οι αγώνες, με δοκιμασίες που προέρχονταν από τη στρατιωτική εκπαίδευση. Εξάλλου, στο ομηρικό έργο θεμελιώδης είναι η ατομική αρετή, και όταν πρόκειται για τον πόλεμο, που παίρνει τη μορφή ενός «μωσαϊκού μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι», αλλά και στους αγώνες, όπου και πάλι λαμβάνουν μέρος μόνον οι αρχηγοί με έπαθλα πολλά και πολύτιμα, αλλά με έπαθλο σπουδαιότερο την προσωπική τους δόξα. 

Μνηστηροφονία, 
Σκύφος (5ος π.Χ. αιώνας)

Οι Έλληνες, από την εποχή κιόλας του Ομήρου, ενδιαφέρονταν πάνω από όλα για το κλέος και για την αθανασία που αυτό χαρίζει. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει την αιωνιότητα, αρκείται στην αθανασία. Και βέβαια η αθανασία είναι το αποτέλεσμα της πράξης και εκδηλώνεται με τον τρόπο ζωής του ανθρώπου μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ η αιωνιότητα θα χρειαστεί να περιμένει την πλατωνική θεωρίαν (όπως θα συμπληρωθεί και από τη χριστιανική παράδοση), που σημαίνει απόσπαση από τη δημόσια σφαίρα και τον πολιτικό βίο. Από την άλλη, ό,τι χαρακτηρίζεται ως «αγωνιστικό πνεύμα» των Ελλήνων, ως μόνιμη και συνεχής επιθυμία για αναμέτρηση με τους άλλους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιλογή θανάτου. Η πράξη του ήρωα τερματίζεται με τον θάνατό του που τον επιλέγει εκούσια, γιατί μόνον έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ανατροπή, στο μη προβλέψιμο, αφήνοντας μόνο στη διακριτική ευχέρεια του ποιητή το να αφηγηθεί την πράξη της οποίας ο ήρωας τού έχει παραδώσει την πλήρη σημασία. Το κλέος και η ποιητική του εξύμνηση ως θεραπεία (προ-πολιτική/προ-φιλοσοφική λύση) της ευπάθειας των ανθρώπινων  πραγμάτων (της πράξης και της ομιλίας) θα δώσουν τη θέση τους στην πολιτική «φαρμακεία» της πόλεως στα κλασικά χρόνια  και αυτή στην απολιτική πλατωνική ουτοπία της ευδαίμονος θεωρίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Στωικισμός


Για τους Στωικούς, τους φιλοσόφους που πήραν το όνομά τους από τον χώρο διδασκαλίας τους, την αθηναϊκή Ποικίλη Στοά, ο κόσμος, αν και διαθέτει θεϊκό χαρακτήρα, μια «λογική» τάξη πίσω από το φαινομενικό χάος, και μολονότι τοποθετείται ριζικά έξω από τους ανθρώπους, παραμένει «υπερβατικότητα μέσα στην εμμένεια»: τα θεϊκά πράγματα είναι ξένα προς την ανθρώπινη δραστηριότητα, μολονότι βρίσκονται εντός του πραγματικού. Σε αυτήν τη θεωρία αντιστοιχεί μια ηθική σύμφωνα με την οποία το δίκαιο εξισώνεται με το αρμόζον, με την αρμόζουσα θέση που οφείλει να κατέχει το καθετί μέσα στην αρμονική τάξη του κόσμου. Την πολιτική/ανθρώπινη συμβίωση μπορεί να την εγγυηθεί η φυσική τάξη, ενώ σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η ανθρώπινη μωρία, την οποία πρέπει κανείς να την παραβλέπει, να την εμπαίζει, συχνά να την προκαλεί. Ουσιώδης διαπίστωση: στη στωική φιλοσοφία ο άνθρωπος και η βούλησή του δεν έχει ακόμα τοποθετηθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος. καθήκον του είναι μόνον η ενατένιση και η μίμηση του κόσμου.

Ο στωικός Ρωμαίος αυτοκράτορας 
Μάρκος Αυρήλιος

Όσο για την ανθρώπινη περατότητα, που είναι συνδεδεμένη με τον θάνατο, η αρχαιότητα μέχρι την εμφάνιση της φιλοσοφίας την θεράπευε με δύο τρόπους: με την τεκνογονία και με την αριστεία. Η φιλοσοφία προσθέτει και τρίτη θεραπεία: την εκδοχή του θανάτου ως έναν άλλον τρόπο ύπαρξης. δεν παύουμε να υπάρχουμε ακόμα και μετά τον θάνατό μας ως θραύσμα του αιώνιου σύμπαντος. Άρα, πρέπει να απαλλαγούμε από τον φόβο που μας καταδιώκει και που ξεπηδάει από το βάρος του παρελθόνος και από τις αυταπάτες για το μέλλον. Η παρούσα στιγμή είναι αυτή που μετράει. Η στωική εγκαρτέρηση και αταραξία, δεν ταυτίζεται με την ανατολίτικη μοιρολατρία, αλλά εκπορεύεται από την αρετή (αντίθετα με τους Επικούρειους που την συνδέουν με τις ηδονές) και είναι σε θέση να προτείνει μια ευφρόσυνη διάθεση απέναντι στη ζωή, μια μη-αφοσίωση σε ό,τι είναι πρόσκαιρο, μια ιεράρχηση και ένα ξεδιάλεγμα του σημαντικού από το ασήμαντο.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Για την ιστορία


Εν γένει, αλλά και στη χώρα μας ειδικά, η ιστορία έχει επιλεγεί από την εποχή του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου να παίξει για το αναδυόμενο έθνος τον ρόλο που έπαιζε η θρησκεία για το γένος. Ο Γιώργος Πρεβελάκης επισημαίνει ότι η ιστορία όπως την συγκρότησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος επέτρεψε κάθε ελπίδα και δεν έθεσε κανένα όριο στις εθνικές ελληνικές φιλοδοξίες. Αυτή η θεώρηση της ιστορίας (επιγραμματικά: η θεμελίωση του ελληνικού έθνους όχι σε κριτήρια φυλετικά, αλλά πολιτισμικά και ιστορικά –κοινός πολιτισμός και συνεχής ιστορική διαδρομή που επέβαλε την ενσωμάτωση και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην ελληνική ιστορική εμπειρία), αφήνοντας σκόπιμα απροσδιόριστη τη διεκδικούμενη για το ελληνικό έθνος γεωγραφική έκταση, έδωσε τη δυνατότητα για διεκδίκηση βαλκανικών εδαφών προς όποια κατεύθυνση θα αποδεικνυόταν λιγότερο ανθεκτική και προετοίμασε έτσι το έδαφος για τη Μεγάλη Ιδέα. Η αντίληψη του Παπαρρηγόπουλου για την ιστορία βρισκόταν σε συνάρτηση με την αισιοδοξία που χαρακτήριζε τους Έλληνες διανοούμενους του 19ου αιώνα, αισιοδοξία η οποία όμως αποδείχθηκε φρούδα, καθώς η συγκυρία της εποχής έφερε την Ελλάδα αντιμέτωπη με τον εθνικισμό άλλων γειτονικών λαών, με τα βαλκανικά σχέδια του νεόκοπου σοβιετικού κομμουνισμού, αλλά και με μια εσωτερική πολιτική παθογένεια που οδήγησε στην οδυνηρή κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Αυτή η θεώρηση για την ιστορία, αν και κολοβωμένη για τους αντικειμενικούς λόγους που επεσήμανα, αποτελεί το υπόστρωμα μιας νεότερης εκδοχής η οποία νοσταλγικά παραπέμπει στων «Ελλήνων τις κοινότητες» κάθε φορά που κάποια εθνική κρίση δικαιολογεί κάτι τέτοιο, εθνική κρίση η οποία, παράλληλα, νομιμοποιεί την αξιοποίηση του λαϊκού αισθήματος στον δημόσιο/πολιτικό χώρο. Από την άλλη, άρχισε σταδιακά να μορφοποιείται μια ακαδημαϊκή περισσότερο ιστορική σχολή που συμπορεύθηκε με την πολιτική τάση εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας. Οι δύο αυτές τάσεις, όπως είναι φυσικό, είχαν πολλούς λόγους και πολλές ευκαιρίες να συγκρουστούν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αλλά, καταπώς δείχνουν οι πρόσφατες συγκρούσεις, φαίνεται ότι οι ευκαιρίες δεν θα λείψουν και κατά τον 21ο αιώνα, τουλάχιστον για όσο διατηρείται το υπάρχον πολιτισμικό περιβάλλον.


Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητη η ιδεολογική βαρύτητα την οποία έχει η ιστορία (να σημειώσω: όχι μόνο στην Ελλάδα), η οποία γι’ αυτό φέρνει αντιμέτωπες, με ποικίλες κάθε φορά αφορμές, ιδεολογικές τάσεις που, ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτού που υποστηρίζουν, εκμεταλλεύονται μια διάχυτη, και ως εκ τούτου συχνά συγκεχυμένη, ιστορική κουλτούρα. Σπανιότερα πληροφορούμαστε τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ιστορικής κοινότητας (όπου συνδυάζεται η συσσώρευση πληροφοριών με το πρότυπο αλλαγής των ερμηνευτικών σχημάτων), μολονότι και εκεί δεν λείπουν οι διαφορές, αξεπέραστες πολλές φορές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν, τόσο εμείς όσο και οι ειδικοί ιστορικοί, αλλάζει και αυτό το γεγονός έχει συνέπειες στον τρόπο του ιστορείν. Στην εποχή μας δεν είναι μόνον το συγκεκριμένο κοσμοθεωρητικό «παράδειγμα» που καθορίζει ανάλογα την αντίληψή μας για το παρελθόν και τη συγγραφή της ιστορίας, αλλά είναι και η αλλαγή του ερευνητικού «παραδείγματος» μέσα στην καρδιά της ιστορικής επιστήμης. Για παράδειγμα, η υπεραφθονία των ιστορικών πληροφοριών, που διαδέχθηκε τη σπανιότητα, θέτει μια σειρά από μεθοδολογικά προβλήματα στους επαγγελματίες ιστορικούς αλλά και στους κάθε λογής εραστές της ιστορίας, με βασικότερο το πώς εξασφαλίζεται η εγκυρότητα. Αλλά και η είσοδος της προφορικής ιστορίας, ως αποτέλεσμα της ενασχόλησης των λαϊκών τάξεων με την ιστορία, δημιουργεί μια άλλη εκδοχή, διαφορετική από τη δομή του δικτύου της ακαδημαϊκής ιστορίας.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Η ζωή είναι ένα όνειρο


Ο Basilio, βασιλιάς της Πολωνίας, ζητάει χρησμό για τη μοίρα του νεογέννητου γιου του Segismundo και διαπιστώνει ότι τα αστέρια τον προορίζουν να γίνει ο πιο απάνθρωπος μονάρχης που έζησε ποτέ –«τέρας ανθρωπόμορφο»–, του οποίου η πρώτη μέριμνα θα ήταν να στρέψει την άγρια δύναμή του ενάντια στον βασιλιά πατέρα του και να τον τσακίσει.
Κατατρομαγμένος από τους δυσμενείς οιωνούς, ο Basilio διατάζει να φυλακίσουν τον Segismundo σε έναν απομονωμένο πύργο, απ’ όπου δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανένα ανθρώπινο πλάσμα εκτός από τον παιδαγωγό του Clotaldo. Μόλις o Segismundo ενηλικιώνεται, ο πατέρας του τον απελευθερώνει για μια μόνο ημέρα και τον διατάζει να παρουσιαστεί στην αυλή ως βασιλιάς, με σκοπό να εξακριβώσει την αλήθεια του χρησμού. Έξω φρενών από τα είκοσι χρόνια του εγκλεισμού του, ο Segismundo συμπεριφέρεται σύμφωνα με την πρόβλεψη. Αφού οδηγείται ξανά στον πύργο, απ’ όπου απελευθερώνεται λίγο αργότερα από μια λαϊκή εξέγερση, ο Segismundo –που δεν ξέρει πια αν ονειρεύεται ή αν είναι ξύπνιος– επαληθεύει πέρα για πέρα την πρόβλεψη του χρησμού: επικεφαλής της ανταρσίας, νικάει τον πατέρα του, ο οποίος για να σωθεί δεν έχει άλλη λύση παρά να πέσει στα πόδια του γιου του επικαλούμενος τον οίκτο του.
Όμως, ο χρησμός σταματούσε τις προβλέψεις του σ’ αυτό το σημείο και έτσι, σύμφωνα με τη συνήθη προφητική δομή, το δράμα ολοκληρώνεται με τρόπο απροσδόκητο και ταυτόχρονα σύμφωνο με την πρόβλεψη, εφόσον το τέλος του διαψεύδει την προσδοκία, παρότι συμφωνεί απολύτως με τον χρησμό: έχοντας συνετιστεί από τη δυσπιστία του απέναντι στην πραγματικότητα, ο Segismundo σηκώνει τον γονατισμένο πατέρα του και του αποδίδει τις τιμές που αρμόζουν στο βασιλικό του αξίωμα.


Αυτή είναι η ιστορία του Segismundo, κεντρικού ήρωα στο έργο La vida es sueño (Η ζωή είναι ένα όνειρο) του Ισπανού Pedro Calderón de la Barca. Το έργο είναι μια φιλοσοφική αλληγορία με θέμα την ανθρώπινη ζωή, τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη βούληση και στη μοίρα, την αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Το πιθανότερο έτος δημοσίευσής του είναι το 1635, δηλαδή πενήντα χρόνια μετά την καταστροφή της περήφανης ισπανικής αρμάδας από το αγγλικό ναυτικό.
Ο χρησμός αιφνιδιάζει χωρίς ωστόσο να διαψεύδει καμιά πραγματική προσδοκία, ισχυρίζεται ο Clément Rosset, υπενθυμίζοντας και τον μύθο του Οιδίποδα. Πεπρωμένο δεν υπάρχει, λέει ο φιλόσοφος. Ελλείψει, λοιπόν, πεπρωμένου, υπάρχει τέχνασμα, αυταπάτη και εξαπάτηση. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούν να καταλογιστούν σε ένα ανεύθυνο, καθόσον ανύπαρκτο, πεπρωμένο, απομένει να αναζητήσουμε την προέλευσή τους σε κάτι πιο υπεύθυνο και απτό. Αν πράγματι το συμβάν έχει διαψεύσει την προσδοκία, ενώ ακριβώς την ικανοποιούσε πλήρως, γι’ αυτό ευθύνεται η προσδοκία και όχι το συμβάν. Η εξαπάτηση δεν προέρχεται, επομένως, από το συμβάν, αλλά από την προσδοκία σε σχέση μ’ αυτό. Η ανάλυση της διαψευσμένης προσδοκίας αποκαλύπτει ότι, παράλληλα προς την αντίληψη του γεγονότος, δημιουργείται πράγματι αυθόρμητα η ιδέα ότι το συμβάν, ενώ πραγματοποιείται, έχει ακυρώσει κάποιαν άλλη εκδοχή του, εκείνην ακριβώς την οποία προεξοφλούσαμε.
Το αποτέλεσμα; Καμιά εκδοχή του συμβάντος δεν είχε στ’ αλήθεια προβλεφθεί ή εκφραστεί –εξάλλου, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να εκφραστεί προτού το συμβάν λάβει χώρα.

Πηγές:
Rosset, Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.
https://en.wikipedia.org/wiki/Life_Is_a_Dream#/media/File:Monumento_a_Calder%C3%B3n_de_la_Barca_(Madrid)_03.jpg

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Αιώνια επιστρέφοντας


Ο Διαφωτισμός και η επιστημονική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τρεις κορυφαίες μορφές: τον Nicolaus Copernicus, τον Isaac Newton και τον Galileo Galilei, αποτελούν την εισαγωγή στην περίοδο που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο άνθρωπος αφήνεται τώρα εντελώς μόνος. Ούτε ο κόσμος, άπειρος πλέον και χαοτικός, ούτε ο Θεός μπορούν να του προσφέρουν καμία βοήθεια. Στο εξής ο άνθρωπος αναλαμβάνει ο ίδιος να κατασκευάσει νόμους για να δώσει νόημα στο απομαγεμένο σύμπαν και, ως εκ τούτου, η ηθική προσδιορίζεται ελεύθερα από την «καλή βούληση» του ανθρώπου/υποκειμένου, με προϋποτιθέμενους όρους την ανιδιοτέλεια και την καθολικότητα. Ο νέος χώρος συμβίωσης που δημιουργείται έχει, λοιπόν, τρία βασικά χαρακτηριστικά: την τυπική ισότητα, τον ατομικισμό και την πρόταξη της ιδέας της εργασίας. Όμως, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι το θέμα της σωτηρίας. Αν ο κόσμος δεν είναι πια μια αρμονική τάξη και αν ο Θεός είναι νεκρός (Gott is tot), για ποια σωτηρία μπορούμε να μιλάμε;
Ο Friedrich Nietzsche αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια πνευματικότητα μετανεωτερικής κοπής. Δεν υπάρχει, λέει λοιπόν ο εικονοκλάστης φιλόσοφος, τίποτα έξω και πάνω από τη ζωή και, επομένως, δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική αξιολογική κρίση. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον ερμηνείες». Δεν υπάρχει καμιά κανονικότητα και κάθε τέτοια ιδέα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Η μεταφυσική, η θρησκεία, ακόμα και η επιστήμη, ως «αντενεργές δυνάμεις», αποδομούνται ριζικά από τον Nietzsche και οι «ενεργές δυνάμεις» επιστρατεύονται για να ιεραρχηθούν τα πολλαπλά στοιχεία που απαρτίζουν τη ζωή. Η ηθική του είναι ακριβώς αυτή η ιεράρχηση και η εναρμόνιση, ο μη-αποκλεισμός ακόμα και των πιο αντιθετικών στοιχείων, όπως είναι η λογική και τα πάθη. Και η σωτηρία που προτείνει είναι επίγεια. Είναι το να μάθουμε να διακρίνουμε αυτό που αξίζει να βιωθεί και αυτό που αξίζει να χαθεί. Τις αποδυναμωμένες μορφές της ζωής από τις έντονες και τις μεγαλειώδεις. Ποιο είναι το κριτήριο αυτής της διάκρισης; Είναι το κριτήριο της αιώνιας επιστροφής. Τι θέλουμε να επανέρχεται αιωνίως, αν όχι οι βιωμένες στιγμές χαράς, αγάπης, διαύγειας και ηρεμίας; Να ελπίζεις κάπως λιγότερο, να μετανιώνεις κάπως λιγότερο, να αγαπάς κάπως περισσότερο: σε αυτές τις τρεις προτροπές συνοψίζεται η νιτσεϊκή διδασκαλία.

Edvard Munch, Friedrich Nietzsche (1906) 

Η μετά τον Nietzsche φιλοσοφία έπρεπε ή να συνεχίσει την αποδόμηση ή να την υπερβεί. Και οι δυο τάσεις εκδηλώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι αν ο ανθρωπισμός μπορεί εκ νέου να μας απασχολήσει μετά την αποδόμηση. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό και ταυτόχρονα να δεχόμαστε ότι τα είδωλα έχουν καταρρεύσει.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι IX


Στα τελευταία σπίτια της Κνωσού ήταν το εργαστήρι του Άκμονα του νομισματοποιού. Εκεί δούλευα από μικρό παιδί και μάθαινα την τέχνη να σχεδιάζω λαβυρίνθους πάνω σε χωμάτινες μήτρες και να σφραγίζω μ’ αυτές το λιωμένο ασήμι. Εκείνη την ημέρα έσβησα λίγο νωρίτερα το καμίνι, τακτοποίησα τα εργαλεία και έφυγα για την πόλη. Μέρες τώρα περιπλανιόμουν στα δρομάκια της που τα ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Με κλειστά μάτια πήγαινα, γιατί οι λαβύρινθοι που έφτιαχνα πάνω στο μέταλλο ήταν ίδια η πόλη μου, η Κνωσός. Πέρασα από το δρόμο των ταύρων και από το ιερό του Δία πριν φτάσω στο παλάτι του βασιλιά. Εκεί, στην πιο απόμερη πλευρά, ήταν ένα πορταδέλι μισάνοιχτο. Το έσπρωξα και πέρασα μέσα. Το έκλεισα πίσω μου. Ο πυρσός που μισοφώτιζε στο βάθος του διαδρόμου με βοήθησε να δω το νήμα που είχε απλώσει για μένα η Αριάδνη, η πανέμορφη δούλα που είχε το όνομα της θεάς Αριάδνης της κόρης του Μίνωα. Την είχα πρωτοδεί στις γιορτές προς τιμήν της Βριτόμαρτης, της Μεγάλης Θεάς. Φορούσε το διάφανο πέπλο των παρθένων. Λαμπίριζε η ομορφιά της και τράβηξε πάνω της τα βλέμματα και τις ιαχές των νεαρών αντρών. Ένα νεύμα της περίμενε ο καθένας. Το δικό της βλέμμα όμως στάθηκε σ’ εμένα. Φάνηκε να με διάλεξε από το πλήθος των νεαρών αντρών και, σαν να μου υποσχέθηκε κάτι, την ακολούθησα μετά το τέλος της πομπής. Λίγο πριν μπει στο παλάτι την πρόλαβα. 
«Έλα αύριο το βράδυ στη θύρα των δούλων», μου είπε. «Το νήμα θα ακολουθήσεις κι αυτό θα σε φέρει στην κλίνη μου».


Έκανα όπως μου είπε. Το νήμα ακολούθησα και λίγο πιο μετά βρέθηκα μπροστά σε έναν πολεμιστή. Σπαθί είχε στα χέρια του, ενώ ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου κάλυπτε το κεφάλι του. Ήταν ψηλός, πιο ψηλός από μένα, και πιο δυνατός. Κίνησε το σπαθί του καταπάνω μου. Το απέφυγα. Έβγαλα από τη ζώνη μου ένα μαχαίρι μυτερό και κοφτερό. Δεύτερη φορά ήρθε καταπάνω μου. Πάλι τον απέφυγα. Μούγκρισε σαν ζώο. Το πάθος τού θόλωσε το βλέμμα. Όταν ξανάρθε καταπάνω μου δεν είδε το μικρό εγχειρίδιο και έπεσε πάνω του έτσι όπως το άπλωσα στο πέρασμά του. Ξάπλωσε καταγής και αμέσως τον αποτέλειωσα. Ο πληγωμένος εχθρός είναι θανάσιμος εχθρός, λένε αυτοί που ξέρουν. Τον άφησα και έπιασα το νήμα. Σε λίγο έφτασα στο δωμάτιο της Αριάδνης. Δεν ήταν μανταλωμένη η πόρτα. Τα χέρια μου ήταν μέσα στα αίματα. Κατάλαβε.
«Χθες που σου μίλησα με είδε και σήμερα παραφύλαξε την ώρα που άπλωνα το νήμα», είπε και έπεσε στην αγκαλιά μου. «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα».
Την απομάκρυνα τρυφερά από κοντά μου και την κοίταξα στα μάτια.
«Από μικρό παιδί λαβύρινθους φτιάχνω, ιστορίες ακούω που μοιάζουν με  λαβύρινθους, μέσα σε λαβύρινθους βρίσκομαι κάθε στιγμή. Έμαθα όλα αυτά τα χρόνια πως το μυαλό του κάθε ανθρώπου με λαβύρινθο μοιάζει. Το ίδιο και οι πόλεις του. Πως τα λόγια του πλέκουν περίπλοκες ιστορίες. Ήξερα, ακόμη, πριν μπω εδώ μέσα, πως κάθε λαβύρινθος έχει για φύλακα ένα ανθρωποφάγο τέρας, έναν φύλακα που το κεφάλι του το προστατεύει ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου. Αυτόν ήρθα να βρω απόψε εδώ. Γι’ αυτό ήρθα οπλισμένος».
«Δεν ήρθες για μένα;»
«Χάθηκαν τον τελευταίο χρόνο επτά αγόρια στην ηλικία μου. Οι μαρτυρίες λένε πως τα βήματά τους έφτασαν μέχρι τη θύρα των δούλων. Κανείς δεν τους είχε πει πως η ομορφιά παγιδεύει τον νου των νέων».

Σημείωση: Πρόκειται για στατήρα (=νόμισμα) από την Κνωσό, που χρονολογείται περίπου στα 300-270 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Μουσείο Καλών Τεχνών.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα: