Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Ομηρικά παράδοξα (Μέρος Β΄)


Και συνεχίζω με τα παράδοξα της Οδύσσειας.   
Ένα βιβλίο που είναι ο κόσμος όλος είναι η Οδύσσεια. Ένας χάρτης του κόσμου: χώρες, άνθρωποι, ήθη, πάθη, θάνατος, όλα υπάρχουν σ’ αυτό.
Ο Οδυσσέας σε όλο το έπος είναι ο μόνος άνθρωπος. Από τη μια, επειδή χάνει τους συντρόφους του και, από την άλλη, επειδή όλοι οι αντίπαλοί του είναι τέρατα ή θεοί και όχι άνθρωποι.
Ο ποιητής της Οδύσσειας αγαπάει τους διπλασιασμούς: ο Τηλέμαχος είναι είδωλο του Οδυσσέα, η Καλυψώ της Πηνελόπης, η Σχερία της Ιθάκης. Το είδωλο είναι όμως πάντοτε εκπεπτωκός σε σχέση με το πρωτότυπο.

Jan Brueghel the Elder, Odysseus and Calypso (1616)
Λονδίνο, Johnny van Haeften Gallery

Η πραγματικότητα του Οδυσσέα είναι συγκεχυμένη. Ξεκινάει από το νησί του και είναι «κάποιος», με την έννοια που έχει η λέξη στη λαϊκή γλώσσα. Είναι σημαντικός: βασιλιάς, με πλούτη και δύναμη. Όταν φτάνει στον Κύκλωπα γίνεται «κανένας» (εδώ ο Όμηρος δεν διστάζει να μας δείξει ολοκάθαρα πόσο τον γοητεύει η τέχνη του: ο Κύκλωπας είναι ένα φρικτό κανιβαλικό τέρας, ενώ ο Οδυσσέας –στην κατάστασή του- έχει το θράσος να παίζει με τις λέξεις (όπως παίζει κι εκείνος που αφηγείται την ιστορία του), και σώζεται απ’ αυτό. Από εκεί και μετά είναι πάντα ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που είναι στ’ αλήθεια. Είναι πάντοτε παραμορφωμένος ή μεταμφιεσμένος. Για παράδειγμα, στις περιπέτειές του είναι ένας καραβοτσακισμένος ταξιδευτής, οι Φαίακες αγνοούν την ταυτότητά του, η Αθηνά του αλλάζει όψη όταν φτάνει στην Ιθάκη ώστε να είναι αγνώριστος ακόμα και στα μάτια των οικείων του (επιπλέον, ο Οδυσσέας φτάνει στην Ιθάκη έχοντας τα πάντα δανεικά: ρούχα, σχεδία, φαγητό, βιος), ως ζητιάνος παίρνει μέρος στη μνηστηροφονία και μετά τη μνηστηροφονία λούζεται με θεϊκό φως. Οι μεταμφιέσεις του, εκτός από τα άλλα του χαρίσματα, τον κάνουν πολύτροπον. Σ’ αυτό το παιχνίδι των μεταμφιέσεων, ακόμα και η πατρίδα του αλλάζει όψη, ώστε ο ήρωας που είδε και γνώρισε πολλά, όταν επιτέλους φτάνει, δεν την αναγνωρίζει. Η Οδύσσεια φωτίζει το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη εξωτερική όψη και στη σταθερή μορφή (ο νόστος είναι το μόνο σταθερό στοιχείο).

Pintoricchio, Penelope with the Suitors (περίπου 1509)
Λονδίνο, National Gallery

Ο ομηρικός άνθρωπος βγαίνει από την ανθρώπινη κατάσταση, όταν χάσει το όνομά του, τη γενιά του, την πατρίδα του, το παρελθόν του. Υπάρχει ο κίνδυνος των Λωτοφάγων (η λήθη αντιβαίνει στον νόστον: θυμάμαι και νοσταλγώ), η μεταμόρφωση των συντρόφων του Οδυσσέα από την Κίρκη, το νησί της Καλυψώς όπου, στην άκρη του κόσμου, ο ήρωας «κρύβεται» για επτά χρόνια και αντιμετωπίζει το δίλημμα να τα ξεχάσει όλα με κέρδος την αθανασία. Κυρίως όμως, ο Οδυσσέας χάνει την ταυτότητά του, καθώς αλλάζει όψεις, άλλοτε θεληματικά κι άλλοτε κατ’ ανάγκην. Το αντίδοτο στη λήθη είναι η Πηνελόπη. Ο Οδυσσέας θέλει να γυρίσει σ’ αυτήν που συντηρεί τη μνήμη του άντρα της και υφαίνει έναν ιστό ψέματος και απάτης, ο οποίος θα του επιτρέψει να ξαναβρεί την αληθινό του εαυτό και την πραγματική του θέση.
Η μνήμη είναι κεντρική και στα δύο έπη, καθώς και τα δυο είναι η μνήμη του ποιητή που αναλαμβάνει να αφηγηθεί το κλέος, προσδίδοντας έτσι μονιμότητα στα ανθρώπινα.
Στην Οδύσσεια γοητευτική είναι η πολυφωνία. Πλάι στη φωνή του ποιητή, ακούγονται κι άλλες φωνές: των αοιδών, του Οδυσσέα. Ο Όμηρος διαλέγεται με το είδωλό του ή ο εξωτερικός αφηγητής διαλέγεται με τον εκάστοτε εσωτερικό.
Ο Οδυσσέας γυρίζει τον κόσμο, ζει περιπέτειες, συγκρούεται με απίθανους εχθρούς κι ο Όμηρος έχει τον νου του στην τέχνη του: στη θ ραψωδία της Οδύσσειας (στ. 580) διαβάζουμε ότι οι θεοί κλώθουν τις συμφορές για να μην λείπουν από τις μελλούμενες γενιές θέματα για τραγούδια. Ο ποιητής καθορίζει τις πηγές της έμπνευσής του και δικαιώνει αισθητικά τα δεινά του ήρωά του και τα δεινά του καθενός μας.

Thomas Degeorge, 
Ulysse et Télémaque massacrent les prétendants de Pénélope (1812)
Κλερμόν-Φεράν, Musée dArt Roger Quilliot

Να τελειώσω όπως τελειώνει η Οδύσσεια. Η Πηνελόπη ρίχνεται στην αγκαλιά του άντρα της με αγαλλίαση τόση όση νιώθουν οι ναυαγοί όταν αντικρίζουν στεριά μέσα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα κι άγριο κύμα. Πώς του ήρθε του Ομήρου τέτοια λάγνα ώρα να την παρομοιάσει με τη λαχτάρα του ναυαγού; Ο κύκλος κλείνει μ’ αυτόν τον τρόπο και ο ποιητής μας χαμογελάει πονηρά.

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου