Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Ομηρικά παράδοξα (Μέρος Α΄)



Για μένα η γοητεία του Ομήρου προέρχεται απ’ αυτά που συνηθίζω να τα λέω «ομηρικά παράδοξα» και μ’ αυτήν την φράση εννοώ ό,τι πρωταρχικά σημαίνει η λέξη «παράδοξο»: αυτό που βρίσκεται τελείως έξω από τα συνηθισμένα, αυτό που είναι αντίθετο προς τα λογικώς αναμενόμενα, αυτό που αντιβαίνει τους κανόνες της κοινής λογικής. Αυτό, τέλος πάντων, που μας καταπλήσσει. Μπορώ να συνοψίσω εντελώς επιγραμματικά αυτά τα ομηρικά «παράδοξα», σημειώνοντας ότι αυτή η σύνοψη δεν σχετίζεται με απόπειρα ακαδημαϊκής κατάδειξης (αν και οπωσδήποτε τόσα χρόνια που ασχολούμαι με τον Όμηρο κατέφυγα σε ορισμένη βιβλιογραφία η οποία με καθοδήγησε), αλλά αποτελεί μόνο προσωπική, και κάποτε και εντελώς υποκειμενική, προσέγγιση των δύο επών.    
Η Ιλιάδα είναι ένα πολεμικό έπος, ένα μωσαϊκό μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι. Είναι ο κόσμος της ριστείας. Και ο ορισμός της ριστείας: η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα.
Υπάρχει ένα βαθιά ριζωμένο στερεότυπο σχετικά με τον Αχιλλέα. Ότι είναι η δύναμη, ένας φονιάς, μια μηχανή θανάτου και τίποτ’ άλλο. Είναι βέβαια και αυτό, είναι όμως κι ο ήρωας που κλαίει, που συμπονάει. Κυρίως όμως, αυτή η ανθρώπινη θανατηφόρα μηχανή σκοτώνει τόσους ανθρώπους καθαρίζοντας τον δρόμο για τον δικό του θάνατο. Ο θάνατός του είναι η ριστεία του.
Όταν ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, ξέρει ότι στην πραγματικότητα υπογράφει τη δική του θανατική καταδίκη. Η μοίρα του ενός εξαρτάται από τη μοίρα του άλλου. Σκοτώνοντας τον Έκτορα, ο Αχιλλέας προκαλεί εν γνώσει του τον δικό του θάνατο. Ο θάνατος του Πατρόκλου είναι που βάζει σε κίνηση αυτήν την εξέλιξη, επειδή ο Πάτροκλος ήταν ο δεύτερος εαυτός του Αχιλλέα.

Peter Paul Rubens, Achilles Slays Hector (1630-1635)

Η Ιλιάδα είναι το χρονικό ενός ή, μάλλον, δύο προαναγγελθέντων θανάτων: η πτώση της Τροίας, από τη μια, ο θάνατος του Αχιλλέα, από την άλλη. Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι οι δύο κεντρικοί ήρωες παλεύουν για μια χαμένη υπόθεση, αφού ο μεν Έκτορας ξέρει ότι η Τροία θα πέσει, ο δε Αχιλλέας ξέρει ότι θα πεθάνει. Κι όμως παλεύουν. Αυτή είναι η γοητεία τους.
Η Ιλιάδα είναι στην ουσία μια ιστορία χωρίς τέλος. Δεν βλέπουμε ούτε την Τροία να καίγεται, ούτε τους Έλληνες να θρηνούν πάνω από το νεκρό σώμα του Αχιλλέα. Η Ιλιάδα τελειώνει με τον θάνατο του Έκτορα και την παράδοση του νεκρού στον γέροντα πατέρα του. Πρόκειται, ας πούμε, για μια σκηνή διαμεσολαβητική. Ο θάνατος του Έκτορα «σημαίνει» την πτώση της Τροίας και, συγχρόνως, η συμφιλίωση που προκαλεί ανάμεσα στον Αχιλλέα και στον γερο-Πρίαμο «σημαίνει» τη συμφιλίωση και των δύο πλευρών (κυρίως όμως του Αχιλλέα) με το κοινό για όλους τους θνητούς μεράδι του θανάτου (μόρος -mors στα λατινικά, mourir και mort στα γαλλικά, Mord στα γερμανικά, murder στα αγγλικά-, που σημαίνει μεράδι, κατέληξε να σημαίνει το κοινό μεράδι του θανάτου).

Aleksandr Andreyevich Ivanov, 
Priam Asking Achilles to Return Hector’s Body (1824)
Μόσχα, The State Tretyakov Gallery

Ο Αχιλλέας είχε να διαλέξει ανάμεσα σε μια ασήμαντη ζωή κι έναν ένδοξο θάνατο. Κι εκείνος διάλεξε να «σπαταλήσει» τη ζωή του και μαζί τη ζωή ένα σωρό άλλων που πέθαναν στο πεδίο της μάχης. Όλη αυτή η «σπατάλη» γίνεται για τη δόξα. Αν ξαναζούσε ίσως να είχε προτιμήσει κάτι άλλο. Έναν τέτοιο υπαινιγμό έχουμε στην Οδύσσεια. Αν πράγματι η Οδύσσεια είναι μεταγενέστερη, τότε ίσως να έχουμε εδώ μια κοσμοθεωρητική μετατόπιση, που συνάδει και με το κεντρικό θέμα του δεύτερου έπους: ο ήρωας περνάει όλες αυτές τις περιπέτειες όχι μόνο για να φτάσει στην πατρίδα του, αλλά και γιατί επιθυμεί να ζήσει εκεί μια ειρηνική ζωή.
Η Ιλιάδα είναι ένα έπος που αντιφάσκει με τον εαυτό του, εφόσον απ’ αυτό απουσιάζει ο κεντρικός ήρωας. Ο Αχιλλέας αποσύρεται νωρίς και η απόσυρσή του αφήνει ελεύθερο τον χώρο για τους άλλους. Η κλιμάκωση της εξέλιξης έχει ως εξής: οργή, οδύνη, εκδίκηση, υποχώρηση. Η Ιλιάδα μοιάζει να εξελίσσεται με κατευθυντήρια δύναμη την ανθρώπινη φύση  του κεντρικού της ήρωα.
Το ποίημα της Ιλιάδας σε πολλά του σημεία επανορθώνει την αβάσταχτη σκληρότητά του. Ένα απ’ αυτά είναι οι παρομοιώσεις. Εκεί ο Όμηρος τολμάει να συγκρίνει τα πιο βίαια και αποκρουστικά πράγματα με τα πιο ήρεμα και χαριτωμένα. Ένα παράδειγμα: τη στιγμή που ο Αχιλλέας ετοιμάζεται να καρφώσει με το δόρυ του τον λαιμό του Έκτορα μοιάζει με τον Έσπερο, το πιο λαμπρό και όμορφο αστέρι του ουρανού. Αυτό που μας καταπλήσσει είναι η ικανότητα του Ομήρου να βλέπει πάντα και τις δύο όψεις του κόσμου: τη σκοτεινή και τη φωτεινή. Κι ένα άλλο παράδειγμα, εξίσου μακάβριο: στη ραψωδία Φ υπάρχει η φράση που λέει ο Αχιλλέας στον Λυκάονα λίγο πριν τον σκοτώσει: λλά, φίλος, θάνε καί σύ.

Πηγές για τις εικόνες:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου