Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Οικονομικές θεωρίες: Ayn Rand


Το φθινόπωρο του 1925, μια νεαρή καλλιεργημένη Ρωσίδα που στις πρώτες της συγγραφικές απόπειρες έχει χρησιμοποιήσει ως ψευδώνυμο το Ayn Rand, αηδιασμένη από το σοβιετικό καθεστώς, παίρνει άδεια να επισκεφθεί κάποιους συγγενείς της στην Αμερική. Έχει ήδη φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο, έχει μελετήσει φιλοσοφία και λογοτεχνία και μιλάει γαλλικά και γερμανικά. Φτάνει στη Νέα Υόρκη τον Φεβρουάριο του 1926, μένει για λίγο στο Chicago και από εκεί μετακινείται στο Holywood, όπου θα γνωριστεί με τον σκηνοθέτη Cecil deMille και θα αρχίσει να βγάζει τον επιούσιο ως αναγνώστρια σεναρίων. Η συνάντησή της με τον ανερχόμενο τότε ηθοποιό Frank OConnor καταλήγει σε γάμο το 1929. Η νεαρή παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα το 1931. Στην πατρίδα της δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ.


Εν τω μεταξύ, από τη δεκαετία του ’30 η Rand αρχίζει να εκδίδει τα πρώτα της έργα με θέματα την πάλη μεταξύ του ατόμου και του κράτους στη Σοβιετική Ένωση και τον θρίαμβο του απολυταρχικού κολεκτιβισμού έναντι του «εγώ». Όμως, διάσημη θα την κάνει το μυθιστόρημά της που εκδόθηκε το 1943 με τίτλο The Fountainhead (στα ελληνικά: Κοντά στον ουρανό).
Συγχρόνως, η Rand, έχοντας γνωριστεί με τον διάσημο Ludwig von Mizes, βασικό εκπρόσωπο της αυστριακής οικονομικής σχολής, αναπτύσσει πολιτική δράση: τοποθετείται υπέρ του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς και κατά του κομμουνισμού. Με τη μετακίνησή της το 1951 από το Los Angeles στη New York βρίσκεται στο κέντρο μιας ομάδας σημαντικών διανοουμένων (Alan Greenspan, Nathaniel Branden, Leonard Peikoff). Το 1957 εκδίδεται το σημαντικότερο έργο της με τίτλο Atlas Shrugged (Ο Άτλας επαναστάτησε), το «βιβλίο-φάλαινα», όπως το χαρακτήρισε κάποιος κριτικός εξαιτίας του τεράστιου μεγέθους του («σε οποιονδήποτε αρέσει αξίζει μια αυστηρή διάλεξη για την εξοικονόμηση του χαρτιού», ήταν η φράση του). Με στοιχεία από τον ρομαντισμό, τα έργα μυστηρίου και τα έργα επιστημονικής φαντασίας, σε αυτό το βιβλίο η Rand υπερασπίζεται την φιλοσοφική της θεωρία, γνωστή με το όνομα «Αντικειμενισμός», την οποία αργότερα παρουσίασε σε πανεπιστημιακές αίθουσες, στο Κογκρέσο, σε talk shows, σε ραδιοφωνικά προγράμματα κ.λπ..


Το 1958 ο Branden ιδρύει το Nathaniel Branden Institute (NBI), με κεντρικό στόχο την προώθηση των ιδεών της Rand, στόχος ο οποίος αργότερα επικρίθηκε σφοδρά από πολλούς οπαδούς της αλλά και από τον ίδιο τον ιδρυτή του NBI με το επιχείρημα ότι ο Αντικειμενισμός δημιουργεί μια κατάσταση πνευματικής καταπίεσης.
Σε αντίθεση με την ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι παιχνίδι των θεών ή ότι διαφέρει από άτομο σε άτομο, ο  Αντικειμενισμός της Rand διασώζει τα γεγονότα ως γεγονότα, ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα από τις απόψεις ή τις πεποιθήσεις κάποιου. Η πραγματικότητα είναι απόλυτη: «δεν μπορείς να φας την τούρτα σου και συγχρόνως να την έχεις», λέει η Rand. Στο επίκεντρο  τοποθετεί «την ιδέα του ανθρώπου ως ηρωικού όντος, με την προσωπική του ευτυχία ως ηθικό σκοπό της ζωής του, με την παραγωγική επιτυχία ως την πιο ευγενή δραστηριότητα και τη λογική ως τη μόνη απόλυτη αξία». Θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο Λόγος (προφανές αριστοτελικό δάνειο), ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει γνωστική βεβαιότητα και να οδηγήσει σε αποτελεσματική πράξη, και κεντρική ιδέα στο ηθικό πεδίο είναι ο ηθικός εγωισμός (virtue of selfishness, όπως ήταν και ο τίτλος ενός διάσημου βιβλίου της) που στηρίζει την άποψη ότι το άτομο πρέπει να υπάρχει για τους δικούς του σκοπούς, χωρίς να θυσιάζει ούτε τον εαυτό του για τους άλλους ούτε τους άλλους για τον εαυτό του. ο άνθρωπος, ισχυρίζεται η Rand, είναι ανάγκη να επιβιώσει ως άνθρωπος (mans survival qua man). Επιπλέον, η Rand θεωρεί τον καπιταλισμό του laissez faire ως το μόνο ηθικό σύστημα, επειδή είναι το μόνο που προασπίζεται τα ατομικά δικαιώματα, και απορρίπτει ρητά τον κολεκτιβισμό και τον κρατισμό. Το κράτος, υποστηρίζει η φιλόσοφος, πρέπει να υπάρχει για να προωθεί όχι το «δημόσιο συμφέρον», αλλά το συμφέρον κάθε ατόμου ξεχωριστά και δεν χρειάζεται να ελέγχει ούτε τις ιδέες ούτε την παραγωγή.


Οι συντηρητικοί, αν και ενοχλούνται από την άθεη λογοκεντρικότητά της, υιοθετούν πολλές από τις ιδέες της, εκτιμώντας ιδιαιτέρως το αντικομουνιστικό της μένος. Οι αριστεροί κυριολεκτικά την απεχθάνονται (ο Noam Chomsky την αποκάλεσε «διαβολική»), και γι’ αυτό φροντίζουν να αναδείξουν τις αμφιλεγόμενες πολιτικές και κοινωνικές της θέσεις. Οι φιλελεύθεροι παραπέμπουν σε αυτήν όταν χρειάζεται να υποστηρίξουν την αξία του ατόμου (έναντι της ισοπέδωσης του «εμείς») και της ελεύθερης αγοράς.  



Παρά τις βιτριολικές κριτικές, το έργο της Rand ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δημοφιλές και οι πωλήσεις των βιβλίων της πολύ υψηλές. Όσο για τις ιδέες της, ακόμα συζητούνται, υποστηρίζονται, αμφισβητούνται, απορρίπτονται, επαινούνται, αγνοούνται. Το φαινόμενο Rand διχάζει και τους ακαδημαϊκούς και τους λογοτεχνικούς κύκλους, ενώ, παραδόξως για φιλόσοφο, η ζωή και η φιλοσοφία της έχουν γίνει κομμάτι της pop culture.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Περί αρετής


Στον πλατωνικό διάλογο Πρωταγόρας, ο Σωκράτης αγωνίζεται να αποδείξει ότι όλες οι αρετές είναι γνώση, πράγμα που αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο για να δειχθεί ότι είναι διδακτές, ενώ ο Πρωταγόρας μετακινείται προς την άποψη ότι οι αρετές είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από επιστήμη, πράγμα που σημαίνει ότι αρνείται οποιαδήποτε δυνατότητα διδασκαλίας τους.
Για να βρεθείτε για μια στιγμή στη θέση των δύο αντιπάλων, σας θέτω το εξής ερώτημα: ποιο νομίζετε ότι είναι πιο σωστό, να το βάλει κανείς στα πόδια μπροστά στον κίνδυνο ή να τον αντιμετωπίσει; Αν υποστηρίξετε τον «δειλό», αυτόν που το βάζει στα πόδια, υποστηρίζετε μαζί με τον Πρωταγόρα μια συνεπή αισθησιοκρατική θέση και λέτε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο «δειλός» κάνει σωστότερη επιλογή έναντι του ανδρείου, αφού το να χάσει τη ζωή του είναι το μέγιστο κακό που μπορεί να του συμβεί και είναι βέβαια παράλογο να το επιδιώκει κανείς. Αν πάλι είστε με το μέρος των «ανδρείων», τότε μαζί με τον Σωκράτη πιστεύετε ότι ανδρείος δεν είναι αυτός που επιζητεί τον κίνδυνο, γιατί τότε θα ήταν απλώς ανόητος, αλλά αυτός που γνωρίζει –τονίζω: αυτός που γνωρίζει- ότι υπάρχουν κακά μεγαλύτερα από τον θάνατο.

Salvator Rosa, Démocrite et Protagoras 
(17ος αιώνας), Musée de l’Ermitage
Ο Πρωταγόρας εικονίζεται στα δεξιά

Μονόλογος, διάλογος, μύθος, ποιητικά αποσπάσματα, επιχειρήματα εμπειρικά και παραγωγικοί συλλογισμοί, όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν τη συζήτηση σε μια ολοκλήρωση. Όπως συχνά συμβαίνει στους πλατωνικούς διαλόγους, το ζήτημα παραμένει σε εκκρεμότητα. Ο διάλογος τελειώνει με φιλοφρονήσεις και από τις δύο πλευρές και αμοιβαίες υποσχέσεις για επανάληψη της συζήτησης, επιβεβαιώνοντας την παρατήρηση του François Châtelet ότι σε όλες τις συζητήσεις μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών και οι δύο πλευρές βγαίνουν χαμένες. Οι δεύτεροι, ενώ καμώνονταν πως όλα τα ήξεραν, μένουν μετά τη συζήτηση εκτεθειμένοι και θυμωμένοι. Και ο Σωκράτης ποτέ δεν καταφέρνει να ολοκληρώσει την κουβέντα. Όλα τα θέματα που θίγονται παραμένουν ανοιχτά και το μόνο κέρδος από τη συζήτηση είναι η διαπίστωση πως κάθε άποψη βασισμένη στην υποκειμενικότητα, κάθε γνώμη, είναι κενή, καθώς είναι πάντοτε έκφραση συμφέροντος, πάθους, ιδιοτροπίας.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Το φθινόπωρο του Godward


«Ο κόσμος δεν είναι αρκετά μεγάλος για να χωρέσει και εμένα και τον Picasso»: αυτά τα λίγα λόγια απελπισίας έγραψε στο σημείωμα που συνόδευε την αυτοκτονία του το 1922 ο Άγγλος νεοκλασικιστής ζωγράφος John William Godward. Κανένα άλλο γραπτό του ή εικόνα του δεν έχει σωθεί. Η οικογένειά του ποτέ δεν συγχώρησε την αυτοκτονία του, όπως και ποτέ δεν του συγχώρησε την επιλογή του να γίνει ζωγράφος: έκαψε γι’ αυτό όλα του τα έγγραφα και κατέστρεψε όλες του τις φωτογραφίες που υπήρχαν στα οικογενειακά άλμπουμ.

Waiting for an answer (1889), Ιδιωτική συλλογή
Πιθανόν ο ζωγράφος απεικονίζει στα δεξιά τον εαυτό του

Τα ροδαλά κορίτσια του Godward με την πλούσια κόμη, ντυμένα με ρούχα σε έντονα χρώματα και γεμάτα πτυχές, μερικά από αυτά αέρινα και διάφανα που αφήνουν το λευκό κάλλος των σωμάτων να διαγράφεται ελεύθερα, σε πόζες αφύσικες αλλά ερωτικές, αναπνέουν μέσα σε ένα περιβάλλον αυστηρό, στατικό, στυλιζαρισμένο. Ένας αρχαίος (ελληνορωμαϊκός) πολιτισμός, φωτεινός, εξιδανικευμένος, ξαναζεί στους πίνακές του. Τι να πουν τα έργα του Godward, αυτού του προστατευόμενου του Sir Lawrence Alma-Tadema, σε μια εποχή που η μοντέρνα τέχνη αρχίζει να κερδίζει έδαφος; Οι δυο ζωγράφοι, «βικτωριανοί με τήβεννο» όπως τους χαρακτηρίζουν, κουβαλούν τη γεύση και το άρωμα ενός άλλου καιρού που όλο και περισσότερο υποχωρεί παραχωρώντας τη θέση του στη νέα εποχή του μηδενισμού και της θραυσματικότητας. Η τέχνη του Godward παύει να είναι δημοφιλής, ενώ ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός εισβάλλουν κατακλύζοντας τα πάντα.
Όμως, την πιο γήινη εποχή του χρόνου την θέλουμε ρομαντική. Στον πίνακα που ο Godward ζωγράφισε το 1900 με τίτλο (Autumn) (Φθινόπωρο) μια μελαχρινή κόρη κόβει σταφύλι, το φρούτο του φθινοπώρου, από μια κληματαριά που την στεφανώνει.  


Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XI


Πήγα πικραμένη στον Θύα τον γραμματικό που ήξερε να δένει με τις κατάρες του τον νου των ανθρώπων. Στα χέρια μου κρατούσα ένα μολύβδινο φύλλο που αγόρασα από τον Νέμωνα τον σιδερά.
«Έναν κατάδεσμο θέλω να μου φτιάξεις», του είπα.
«Ποιον θες να καταραστείς;» με ρώτησε, όταν ακούμπησα το μολυβδόφυλλο πάνω στον πάγκο του.
«Γράφε», του είπα.
Τον είδα που δίσταζε.
«Γράφε», του ξαναείπα και έβαλα στα χέρια του δυο μνες. «Γράφε αυτό που θα σου πω».
Ο Θύας πήρε το κεντρί και άρχισε να χαράζει πάνω στο μολύβι όσα του υπαγόρευα.
«Καταδέω τη Μιρύνα και όσους την υποστηρίζουν προς τον Ερμή τον Εριόνιο και προς την Περσεφόνη και προς τη Λήθη. Καταδέω τον νου της, τη γλώσσα της, την ψυχή της και όσα κάνει εναντίον μου. Να μην έχει μάτια να βλέπει γύρω  της. Να πετρώσουν τα πόδια της. Σκουλήκια να φάνε τα χέρια της. Να αποστρέφουν το πρόσωπό τους οι άντρες όταν την βλέπουν. Να δεθεί κόμπος η γλώσσα της. Να παραλύσει ο νους της».
«Τελείωσες;» με ρώτησε.
 «Τελείωσα», του απάντησα.
«Πολλή χολή έβγαλες», είπε ο Θύας και άρχισε να τυλίγει το μολυβδόφυλλο.
Τον κοίταξα χωρίς να μιλώ καθώς το έδενε γερά.
«Αυτή που έβγαλες πάει, έφυγε», μου είπε. «Μ’ αυτήν που έμεινε στην ψυχή σου κοίτα να δεις τι θα κάνεις».
Μ’ ενόχλησαν τα λόγια του.
«Δεν βλέπεις πως η καρδιά μου έγινε ίδια με πέτρα;»
«Το βλέπω».
«Τώρα που έχασα τον Αινέα δεν με νοιάζει κι αν πεθάνω», του είπα αποφασισμένη. «Χόρτασα τον πόνο. Αυτή η βρόμα η Μιρύνα, που τον έκλεψε μέσα από τα χέρια μου, θέλω να βασανίζεται όσο ζει».
Ο Θύας τύλιξε το μολυβδόφυλλο και μου το έδωσε. Το έκρυψα κάτω από το ρούχο μου. Περπάτησα ως έξω από τα τείχη, εκεί που θάβουν τους μιασμένους. Έσκαψα έναν μικρό λάκκο κι εκεί το ακούμπησα. Το σκέπασα με πέτρες και ακατάληπτες λέξεις. Πάνω τους έριξα μια χούφτα στάχτη.


Πήρα τον δρόμο για το σπίτι. Δεν πρόλαβα να περάσω το κατώφλι όταν μου είπαν πως πριν από λίγο είχε χαθεί ο Αινέας. Από το άλογο είχε πέσει και έσπασε το κεφάλι του. Η ψυχή μου σφίχτηκε και ένας πόνος σαν από μαχαιριά μούδιασε το κορμί μου. Μα πριν προλάβω να ρωτήσω πού και πώς οιμωγές ακούστηκαν. Πετάχτηκα έξω στη στιγμή. Η Μυρίνα, αλλοπαρμένη, με λυμένα μαλλιά και καταματωμένα μάγουλα, έτρεχε στους σκονισμένους δρόμους.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για κατάδεσμο που χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 3ου π.Χ. αιώνα και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Τάραντα.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Otto Dix: Πόρνες


Η καλλιτεχνική τάση της «Νέας Αντικειμενικότητας» (Neue Sachlichkeit), που προέκυψε στη Γερμανία από το κίνημα του Εξπρεσιονισμού, εκπροσωπείται ιδανικά από τον Wilhelm Heinrich Otto Dix.
Γεννημένος το 1891, ο Dix κατατάχθηκε εθελοντής στον γερμανικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και μάλιστα παρασημοφορήθηκε για τη δράση του. Ό,τι βίωσε στη διάρκεια του πολέμου έγινε αργότερα ο σταθερός εφιάλτης του και έμπνευση για ένα λεύκωμα με τίτλο Der Krieg (Ο πόλεμος) που περιλάμβανε πενήντα χαρακτικά και κυκλοφόρησε το 1924.  
Χαρακτηριστικό των έργων του είναι η απολύτως ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, που συχνά απεικονίζεται τρομακτική και κτηνώδης. Διαμελισμένα και αποσυντεθειμένα πτώματα, παραμορφωμένα κορμιά, ακρωτηριασμένα μέλη, και ένα συνεχές πικρά ειρωνικό σχόλιο για την κοινωνική παρακμή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης: αυτά είναι τα συχνότερα θέματα της ζωγραφικής του. Η τέχνη του, καυστική, επικριτική, ενοχλητική, χαρακτηρίστηκε «εκφυλισμένη» όταν οι Ναζί κατέλαβαν την εξουσία και περιλήφθηκε στην «Έκθεση Εκφυλισμένης Τέχνης» που διοργανώθηκε στο Μόναχο το 1937. Στη συνέχεια, ο καλλιτέχνης υποχρεώθηκε, εάν ήθελε να συνεχίσει να ζωγραφίζει, να διαλέγει θέματα ανώδυνα: ειρηνικά τοπία και ειδυλλιακές σκηνές. Ο Dix υπάκουσε, αν και κάποιες φορές οι αλληγορίες του έσπαζαν το επιβεβλημένο πλαίσιο και ασκούσαν κριτική στη ναζιστική ιδεολογία. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ζωγραφική του επέστρεψε σε μια κανονικότητα. Μαζί με τα πορτραίτα και τις θρησκευτικές αλληγορίες, συνέχισε να ζωγραφίζει τις συμφορές του πολέμου.
Από τα έργα του Dix διαλέγω να σας δείξω τρία που αποτυπώνουν τη σκοτεινή όψη της ζωής και έχουν για θέμα τους τις πόρνες.
Το πρώτο, με τίτλο Salon I (Σαλόνι Ι), φιλοτεχνήθηκε το 1921 και απεικονίζει τέσσερις πόρνες καθισμένες γύρω από ένα τραπέζι έτοιμες για δουλειά. Όλες έχουν τα χρονάκια τους, πράγμα που τα φτηνιάρικα, κακόγουστα ρούχα που φορούν δεν μπορούν να κρύψουν.


Το δεύτερο έργο, ζωγραφισμένο το 1925, έχει τον τίτλο Three Prostitutes in the Street (Τρεις πόρνες στον δρόμο). Βρισκόμαστε στο μεταπολεμικό Βερολίνο. Τα δυο κορίτσια στέκονται καλοντυμένα και κομψά περιμένοντας τους πελάτες να τις αναζητήσουν. Η τρίτη γυναίκα, μεγαλύτερη στην ηλικία, κρατάει στα χέρια της ένα παιδικό παιχνίδι και σουλατσάρει με το κεφάλι ψηλά και τη μύτη σηκωμένη, μοιάζοντας περισσότερο με ευυπόληπτη αστή. Ένα κομψό γυναικείο πόδι με ένα θαυμάσιο ζευγάρι παπούτσια, που φαίνεται πίσω, στον καθρέφτη, είναι το σχόλιο του Dix για την ψευτοευμάρεια της μεσοπολεμικής περιόδου.


Το τρίτο έργο, με τίτλο Prostitutes (Πόρνες), παρουσιάζει δυο νέες γυναίκες, από τις οποίες εκείνη που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο είναι βαμμένη με ζωηρά χρώματα, φορά κατακόκκινα ρούχα και ένα παραφορτωμένο με λουλούδια καπέλο και έχει στα χείλη της ένα πρόστυχο χαμόγελο. Η άλλη, πιο σεμνή, με ρούχα πιο διακριτικά, στέκεται κρυμμένη. Δυο πρόσωπα τόσο διαφορετικά. Τα δυο πρόσωπα της Γερμανίας ίσως;


Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Χ


Μόλις είχα κλείσει τα δεκαπέντε στα τελευταία Λήναια και, αφού πρόσφερα τα παιχνίδια μου μαζί και τις πλεξούδες μου στην Αρτέμιδα, αρραβωνιάστηκα με τον Ησίοδο τον ζωγράφο που τον λαχταρούσα από παιδούλα. Στην πανσέληνο του Γαμηλιώνα ο Ησίοδος ήρθε στο σπίτι μου για να με πάρει γυναίκα του. Ο πατέρας μου, ο Μύλων ο βοτανοθεραπευτής, αφού πρώτα έκανε τις πρέπουσες σπονδές, του έδωσε το χέρι μου και, αφού ψάλαμε όλοι μαζί τον Υμέναιο, με πήρε και πήγαμε στο δικό του σπίτι.
Την άνοιξη, μετά τις γιορτές του Αδώνιδος, ο άρχοντας Πελίδης, που είχε τα διπλάσια χρόνια από τον άντρα μου, έστειλε μια ομορφοφτιαγμένη κύλικα στον Ησίοδο και του παράγγειλε να ζωγραφίσει μέσα της μια όμορφη κιθαρωδό. Εμένα έβαλε απέναντί του ο άντρας μου. Μοντέλο με ήθελε στη ζωγραφιά του. Με την κιθάρα στα χέρια κάθισα στον δίφρο φορώντας το αραχνοΰφαντο φόρεμα που είχα φορέσει την πρώτη νύχτα του γάμου μας.
Δυο ημέρες έκανε να τελειώσει την κύλικα. Η ζωγραφιά ήταν πετυχημένη και τα χρώματα σωστά. Όλα έδειχναν αρμονικά και όμορφα πάνω στον λευκό άργιλο. Το πάθος του αγαπημένου μου για μένα πέρασε –μπορεί και άθελά του- πάνω στην εξαίσια ζωγραφιά. Το πέπλο επέτρεπε να μισοφανούν τα νεανικά μου στήθη και τα δάχτυλά μου, αν και ακίνητα, έδειχναν να τρέχουν πάνω στις χορδές. Οι ερυθρόχρωμοι βόστρυχοι είχαν ξαναμεγαλώσει και κυλούσαν γύρω από τους ώμους μου. Το πρόσωπό μου ήταν σοβαρό και η ματιά μου προσηλωμένη στις χορδές.


Ο άρχοντας Πελίδης είδε τη ζωγραφιά και αναστατώθηκε. Στη στιγμή την ερωτεύθηκε, μαζί και το μοντέλο.
«Θα σε πληρώσω με χρυσά», είπε στον Ησίοδο, «μόνο να φέρεις εδώ μπροστά μου το μοντέλο».
Ο ίσκιος του φόβου είχε καθίσει πάνω στα βλέφαρά του άντρα μου όταν γύρισε στο σπίτι.
«Είναι μικρή η Ερέτρια για μας», μου είπε δίχως να κρύβει τη στεναχώρια του.
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Ο άρχοντας Πελίδης τρελάθηκε με τη ζωγραφιά και τώρα θέλει να γνωρίσει το μοντέλο».
Σκέφτηκα λίγο και ύστερα:
«Μην χολοσκάς, ακριβέ μου, και δεν θα αφήσουμε την αγαπημένη μας Ερέτρια».
Με κοίταξε απορημένος.
«Μα θέλει εσένα κι εγώ δεν θέλω να σε χάσω».
«Θα με δει αλλά δεν θα μ’ έχει», είπα και χαμογέλασα πικρά.
Πήγα το ίδιο βράδυ στο συμπόσιο. Δίπλα στον άρχοντα Πελίδη στάθηκα ντυμένη με το αραχνοΰφαντο φόρεμα και τη λεπτοφτιαγμένη  οινοχόη στα χέρια. Αυτός καμάρωνε και μ’ έδειχνε στους φίλους του σαν λάφυρο μετά από μάχη. Την κούπα με τη ζωγραφιά μου γέμιζα με κρασί όλο το βράδυ και τον παρακινούσα με τον τρόπο μου να την αδειάζει με τη μία. Κανείς δεν πρόσεξε τη σκόνη που κάθε τόσο έριχνα στην κύλικα.


Λίγο πριν ξημερώσει γύρισα στο σπίτι και έπεσα στην αγκαλιά του Ησίοδου. Δεν του είπα τίποτα για το δηλητήριο που έριχνα στην κούπα του άρχοντα. Δυο μέρες αργότερα όλη η Ερέτρια έμαθε πως ο άρχοντας Πελίδης πήρε το δρόμο για τον Άδη. Από το πολύ κρασί είπαν πως πέθανε. Από τον πατέρα μου είχα μάθει πως το υοσκίαμο προκαλεί παραφορά όμοια μ’ αυτή των μεθυσμένων.
Και τι ειρωνεία! Πάνω στη σορό του νεκρού κάποιος απόθεσε την κύλικα με την εικόνα μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για την εικόνα μιας μούσας η οποία συγχρονίζει δύο κιθάρες. Είναι ζωγραφισμένη στο εσωτερικό αττικής κήλικας από την Ερέτρια και θεωρείται έργο του Ησιόδου. Χρονολογείται περίπου στα 470-460 π.Χ. και βρίσκεται στο Παρίσι, στο Μουσείο του Λούβρου.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Κοσμικός ουμανισμός


Ο Luc Ferry μόνο στην Ελλάδα είναι σχετικά άγνωστος. Αντίθετα, στη Γαλλία, και στην Ευρώπη γενικότερα, είναι πασίγνωστος και δημοφιλής, φυσιογνωμία σχεδόν εμβληματική, και οι παρεμβάσεις του είναι πάντοτε βαρύνουσες. Ο όγκος της δουλειάς του, στην πολιτική φιλοσοφία κυρίως, είναι τεράστιος, ενώ μεταξύ των ετών 2002 και 2004 υπηρέτησε ως υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση του Jean-Pierre Raffarin.

Ο Luc Ferry

Στον χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας, ο Luc Ferry μαζί με τον Alain Renaut πρώτα-πρώτα εντοπίζουν το πρόβλημα που απασχολεί τους σύγχρονους πολιτικούς στοχαστές: ο ουρανός πρέπει να παραμείνει άδειος από εξουσία (Θεό, φύση, παραδόσεις), ενώ επιπλέον πρέπει να απωθηθεί το φάντασμα της επιστροφής είτε στους Νόμους της Ιστορίας (κομμουνισμός), είτε στους Νόμους της Φύσης (ναζισμός). Η λύση είναι η δημοκρατία, ισχυρίζεται ο έτερος μεγάλος πολιτικός στοχαστής, ο Leo Strauss, ο οποίος όμως δεν καταφέρνει να επιλύσει την αντίφαση που δημιουργείται ανάμεσα στον ατομικισμό της νεωτερικότητας και την υποχρεωτική διατήρηση του δημόσιου χώρου. Ο Ferry και ο Renaut, για να λύσουν το πρόβλημα και να παρουσιάσουν μια πολιτική φιλοσοφία που δεν θα αποδυναμώνει τη σύγχρονη ιστορία επιστρατεύοντας αναδρομικές πρακτικές, στρέφονται στον Johann Gottlieb Fichte, ο οποίος καταρρίπτει τη μεταφυσική ψευδαίσθηση και θεμελιώνει μια φιλοσοφία του δικαίου ως βάση επικοινωνίας μεταξύ ατόμων απαλλαγμένων από το βρόγχο των μεγάλων συστημάτων, σαν αυτό που είχε εισηγηθεί ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel.

O Alain Renaut

Οι δύο φιλόσοφοι υποστηρίζουν μια πολιτική φιλοσοφία που να διέπεται από έναν μη-μεταφυσικό ουμανισμό και που να βασίζεται σε μια «πρακτική οντολογία». Η ελευθερία, αυτή την οποία επεδίωκε και ο Leo Strauss, πρέπει, ισχυρίζονται, να απαλλαγεί από όλα όσα την αλλοιώνουν και την απειλούν, δηλαδή πρέπει να απαλλαγεί: α) από τον εγελιανό θρίαμβο του λόγου, που υποθάλπει τον σταλινισμό, β) από το χαϊντεγγεριανό «μυστήριο» της Ιστορίας του είναι, που υποθάλπει τον ανορθολογισμό και γ) από τον καντιανό ηθικό τρόμο, που υποθάλπει έναν επαναστατικό βολονταρισμό. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο φιλόσοφοι τοποθετούνται στη μακρά εκείνη σειρά πολιτικών στοχαστών οι οποίοι, με άξονα το διακύβευμα της ανθρώπινης ελευθερίας, επιχειρηματολογούν υπέρ μιας καθολικής συναίνεσης, εφόσον πρώτα επανεφευρεθούν οι συνθήκες πολιτικού λόγου, συλλογικών αποφάσεων και δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για αυτό που ο Ferry ονομάζει «κοσμικό ουμανισμό».

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Αύγουστος: και με φως και με θάνατον


Ένα συνονθύλεμα λέξεων που περιέχει κάμποσα από τα γραμματικά μέρη του λόγου. Δύο ουσιαστικά: θάνατο το πρώτο, ηλιοτρόπιο το δεύτερο. Ένα ρήμα σε χρόνο αόριστο και στο α΄ πρόσωπο του ενικού: έστρεψα. Ένα επίθετο σε ουδέτερο γένος: υπερμέγεθες. Την προσωπική αντωνυμία στον αδύνατο τύπο της γενικής: μου. Και ένα επίρρημα: καταπάνω. Τέλος, το μόριο σαν. Αυτό είναι το γλωσσικό υλικό που αποκτά το νόημά του στην ποιητική χρήση.
Ο θάνατος, μόνιμη και αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον άνθρωπο. Το ηλιοτρόπιο, θέα καλοκαιρινή από ανοιχτό παράθυρο, να φέρνει στον νου τα παράδοξα κίτρινα του σαλεμένου νου του Vincent Van Gogh. Το ρήμα αινιγματικά μεταβατικό ή αμετάβατο. Το επίθετο μεγαλοπρεπές, ηχηρό φάλτσο στους χαμηλούς τόνους που είθισται να συνοδεύουν την αναφορά στον θάνατο. Η προσωπική εμπλοκή της αντωνυμίας, η επιθετική διάθεση ή η ορμητικότητα που εμπεριέχεται στο καταπάνω και εκείνο το δολερά ανατρεπτικό σαν.
Σκόρπιες λέξεις που μπορούν να συντεθούν δημιουργώντας έναν μεγάλο αριθμό ορθών, από άποψη γραμματικο-συντακτική, και έγκυρων προτάσεων. Ανάμεσά τους, ένας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης, διάλεξε μία η οποία εκπληρώνει και τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά, ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι είναι απλώς στοιχειώδεις για την ποιητική λειτουργία. Στην πρόταση που επιλέγει υπάρχει κάτι που την μετατρέπει από γλωσσικό σε ποιητικό μήνυμα. Η πρόταση, λοιπόν, που ο ποιητής σχηματίζει πρώτη-πρώτη στο «Και με φως και με θάνατον» από τον Μικρό Ναυτίλο είναι:

Έστρεψα καταπάνω μου τον θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο.

Πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο τροπισμός, που αποδίδεται νοηματικά και ηχητικά στη συνύπαρξη του ρήματος με το β΄ συνθετικό του ουσιαστικού ηλιοτρόπιο. Το φαινόμενο του τροπισμού, που ορίζεται στο λεξικό ως βιολογικό φαινόμενο κατά το οποίο ακίνητοι, φυτικοί κυρίως, οργανισμοί –εν προκειμένω τα ηλιοτρόπια- αλλάζουν προσανατολισμό υπό την επίδραση διαφόρων ερεθισμάτων, υφίσταται από τον Ελύτη μια μετάθεση: από τον κυριολεκτικά «φυσικό» του χώρο μετατοπίζεται σε κάτι αφύσικο, στον θάνατο, με το άλλοθι του σαν,  δηλαδή με το άλλοθι μιας παρομοίωσης. Ο θάνατος αποκτά, χάρη στην αρμοδιότητα του ποιητικού υποκειμένου, την ιδιότητα να στρέφεται κι αυτός προς την κατεύθυνση του φωτός. Συγχρόνως, έχει κιόλας αποκαλυφθεί ο μεταβατικός ενεργητικός χαρακτήρας του ρήματος, του οποίου το υποκείμενο, το νοούμενο εγώ, συνηχεί με την αντωνυμία μου. Το ενδιάμεσο καταπάνω δηλώνει την ωμή αποφασιστικότητα του ενεργούντος, αλλά και πάσχοντος μαζί, υποκειμένου. Μένει το υπερμέγεθες, επίθετο που χαρακτηρίζει το ηλιοτρόπιο, αλλά, μέσω της παρομοίωσης, και τον θάνατο.

Paul Gaugin, Vincent Van Gogh Painting Sunflowers (1888)
The Van Gogh Museum

Επιπλέον όμως, στη φράση υπάρχει ένα δεύτερο πλάνο, ένα αθέατο στην πρώτη ανάγνωση επίπεδο. Το υποκείμενο της πρότασης δέχεται μια παράθεση, τη λέξη ήλιος, που δεν ακούγεται αυτόνομη αλλά ενοικεί ως β΄ συνθετικό στο ιδιότροπο αυτό φυτό, στο ηλιοτρόπιο, και έτσι, τεχνηέντως, το επίθετο υπερμέγεθες με ένα είδος υπαλλαγής, καταλήγει να χαρακτηρίζει το ουσιαστικό ήλιος, στο οποίο, εξάλλου, είναι περισσότερο προσήκον και, κατ’ επέκταση, χαρακτηρίζει το εγώ, που νομιμοποιείται να φέρει τον χαρακτηρισμό ακριβώς επειδή το ρήμα στο οποίο αναφέρεται δηλώνει την ενεργητική επιλογή του.
Λέξεις και σχήματα που ξεκολλούν από την καθημερινή χρήση και γίνονται ύλη ποιητική.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Έρις και αθλητικοί αγώνες


Είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση ότι ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού. Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν όμως επίσης τα δύο προνομιακά πεδία και της ποιητικής. Είναι σαν να λέμε η ρις μέσα στην ριν.
Η Ιλιάδα, αρχίζει και ολοκληρώνεται με την έριδα του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, για να καταγράψει στην ουσία την έριδα Ελλήνων και Τρώων, με ενδιάμεσες μορφές της την έριδα των θεών (ποιος δικαιούται τη νίκη) ή την έριδα των λόγων (ποιος μιλάει καλύτερα). Οι αθλητικοί αγώνες μεταθέτουν τελετουργικά την έριδα στο στρατόπεδο του τατο. Δεν παλεύεις με τον εχθρό, αλλά με τον φίλο. Αν χάσεις, δεν χάνεις τη ζωή σου. Δείχνουν την ετοιμότητα των Αχαιών αρχηγών εν όψει της άλωσης της Τροίας ή την ετοιμότητα του Οδυσσέα (τόσο ανθεκτικού, παρά τις ταλαιπωρίες) να ανακαταλάβει το βασίλειό του.


Η δύσσεια πάλι κατευθύνεται από την αρχή της στην τελική σκηνή της μάχης του Οδυσσέα με τους μνηστήρες, για την κατάληψη της εξουσίας και της Πηνελόπης. Ο αγώνας, όμως, της Ιθάκης είναι αυτός με τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες. Πρώτα-πρώτα, γιατί αυτός ο αγώνας τοξοβολίας είναι η ίδια η ρις. δεν πρόκειται καθόλου για παιχνίδι. Οι νεαροί ευγενείς που συμμετέχουν δεν αγωνίζονται για ένα λεβέτι, έναν τρίποδα ή μια σκλάβα. Αγωνίζονται για να κερδίσουν τη βασίλισσα και μέσω αυτής το βασίλειο. Έπειτα, γιατί σε αυτόν τον αγώνα επαληθεύεται παραδειγματικά το γεγονός ότι κάθε αγώνας είναι ούτως ή άλλως ένα σύστημα επιλογών και αποκλεισμών. Μέσα στο δικό του σύμπαν όλα είναι αυστηρά ιεραρχημένα. Ο πρώτος και ο έσχατος: έτσι ταξινομούνται οι συμμετέχοντες. Όμως, στο πεδίο του τατο, ο Αχιλλέας δίνει δώρα και στους έσχατους. Προέχει η συμμετοχή, η επιβεβαίωση του ανήκειν. Αντίθετα, στην Ιθάκη οι έσχατοι πληρώνονται με θάνατο. Μεταξύ των πολλών διεκδικητών επιλέχθηκε ο ένας, ο γνήσιος. Ο Gilles Deleuze το ερμηνεύει ως εξής: υπάρχουν ο πατέρας, η κόρη και οι μνηστήρες . Με πολιτικούς όρους υπάρχουν ο κριτής, η διεκδικούμενη σύζυγος/εξουσία και οι διεκδικητές. Υπάρχει και η δοκιμασία. Θα κερδίσει την κόρη ο καλύτερος, αυτός που θα επιτελέσει έναν υπερ-ανθρώπινο άθλο. Θυμίζω εδώ ότι η τριαδική δομή, την οποία περιέγραψε ο Deleuze, βρίσκει την καλύτερή της εφαρμογή στον μύθο της γέννησης των Ολυμπιακών αγώνων (ο Οινόμαος/πατέρας, η Ιπποδάμεια/κόρη, ο Πέλοπας/μνηστήρας, η αρματοδρομία/δοκιμασία). Στην τοξοβολία της Ιθάκης, καλύτερος είναι ο Οδυσσέας (η ικανότητά του στο τόξο προοικονομείται στη ραψωδία θ, αλλά, οπωσδήποτε, το τόξο δεν είναι και το ατού του). Οι υπόλοιποι μνηστήρες, για να πάψουν οριστικά να τον απειλούν, πρέπει να πεθάνουν. Έτσι, από συμμετέχοντες στους αγώνες μετατρέπονται όχι απλώς σε ηττημένους διεκδικητές της νίκης, αλλά σε θύματα.


Ο Οδυσσέας, έχοντας νικήσει στον αγώνα της τοξοβολίας, αποκαλύπτεται επιτέλους και μαζί του αναδεικνύεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη εξωτερική όψη και στη σταθερή μορφή –αν βέβαια κάτι τέτοιο υπάρχει. Ο νικητής, έχοντας επιτελέσει τον απαιτούμενο άθλο, δικαιούται τώρα να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια του –κρυμμένη και από την παρατεινόμενη προκάλυψη και παραμόρφωσή του-, να αποκαλύψει ποιος είναι. Ο ήρωας γίνεται ζητιάνος και ο ζητιάνος ξαναγίνεται ήρωας. Καθώς ο Οδυσσέας αναλαμβάνει το βασίλειό του, βρίσκει ταυτόχρονα και την αλήθεια του είναι του. Καθώς ξανακερδίζει τη γυναίκα του, που ύφαινε και ξύφαινε μέρα-νύχτα τον δόλο και την απάτη, ξανακερδίζει την πολιτική του θέση. Γίνεται τώρα αυτός ο βασιλικός υφαντής, που για τον Πλάτωνα ταυτίζεται με τον πολιτικό. Με τη νίκη του στον αγώνα της τοξοβολίας, ο Οδυσσέας γίνεται ο ήρωας, αυτός δηλαδή που πέρασε τη δοκιμασία, έχοντας εκτελέσει με επιτυχία τον άθλο του, έχοντας, με άλλα λόγια, εκτελέσει με επιτυχία την παραδειγματική μορφή της πράξης που αποκαθιστά τη διαταραγμένη τάξη.

Σημείωση: ο αττικός  ερυθρόμορφος σκύφος αποδίδεται στον «Ζωγράφο της Πηνελόπης», είναι του 5ου π.Χ. αιώνα και βρέθηκε στην Tarquinia της Ετρουρίας. Εικονίζει τη μνηστηροφονία που μοιράζεται και στις δύο όψεις του αγγείου.

Πηγή για τις εικόνες: