Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Αύγουστος: και με φως και με θάνατον


Ένα συνονθύλεμα λέξεων που περιέχει κάμποσα από τα γραμματικά μέρη του λόγου. Δύο ουσιαστικά: θάνατο το πρώτο, ηλιοτρόπιο το δεύτερο. Ένα ρήμα σε χρόνο αόριστο και στο α΄ πρόσωπο του ενικού: έστρεψα. Ένα επίθετο σε ουδέτερο γένος: υπερμέγεθες. Την προσωπική αντωνυμία στον αδύνατο τύπο της γενικής: μου. Και ένα επίρρημα: καταπάνω. Τέλος, το μόριο σαν. Αυτό είναι το γλωσσικό υλικό που αποκτά το νόημά του στην ποιητική χρήση.
Ο θάνατος, μόνιμη και αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον άνθρωπο. Το ηλιοτρόπιο, θέα καλοκαιρινή από ανοιχτό παράθυρο, να φέρνει στον νου τα παράδοξα κίτρινα του σαλεμένου νου του Vincent Van Gogh. Το ρήμα αινιγματικά μεταβατικό ή αμετάβατο. Το επίθετο μεγαλοπρεπές, ηχηρό φάλτσο στους χαμηλούς τόνους που είθισται να συνοδεύουν την αναφορά στον θάνατο. Η προσωπική εμπλοκή της αντωνυμίας, η επιθετική διάθεση ή η ορμητικότητα που εμπεριέχεται στο καταπάνω και εκείνο το δολερά ανατρεπτικό σαν.
Σκόρπιες λέξεις που μπορούν να συντεθούν δημιουργώντας έναν μεγάλο αριθμό ορθών, από άποψη γραμματικο-συντακτική, και έγκυρων προτάσεων. Ανάμεσά τους, ένας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης, διάλεξε μία η οποία εκπληρώνει και τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά, ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι είναι απλώς στοιχειώδεις για την ποιητική λειτουργία. Στην πρόταση που επιλέγει υπάρχει κάτι που την μετατρέπει από γλωσσικό σε ποιητικό μήνυμα. Η πρόταση, λοιπόν, που ο ποιητής σχηματίζει πρώτη-πρώτη στο «Και με φως και με θάνατον» από τον Μικρό Ναυτίλο είναι:

Έστρεψα καταπάνω μου τον θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο.

Πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο τροπισμός, που αποδίδεται νοηματικά και ηχητικά στη συνύπαρξη του ρήματος με το β΄ συνθετικό του ουσιαστικού ηλιοτρόπιο. Το φαινόμενο του τροπισμού, που ορίζεται στο λεξικό ως βιολογικό φαινόμενο κατά το οποίο ακίνητοι, φυτικοί κυρίως, οργανισμοί –εν προκειμένω τα ηλιοτρόπια- αλλάζουν προσανατολισμό υπό την επίδραση διαφόρων ερεθισμάτων, υφίσταται από τον Ελύτη μια μετάθεση: από τον κυριολεκτικά «φυσικό» του χώρο μετατοπίζεται σε κάτι αφύσικο, στον θάνατο, με το άλλοθι του σαν,  δηλαδή με το άλλοθι μιας παρομοίωσης. Ο θάνατος αποκτά, χάρη στην αρμοδιότητα του ποιητικού υποκειμένου, την ιδιότητα να στρέφεται κι αυτός προς την κατεύθυνση του φωτός. Συγχρόνως, έχει κιόλας αποκαλυφθεί ο μεταβατικός ενεργητικός χαρακτήρας του ρήματος, του οποίου το υποκείμενο, το νοούμενο εγώ, συνηχεί με την αντωνυμία μου. Το ενδιάμεσο καταπάνω δηλώνει την ωμή αποφασιστικότητα του ενεργούντος, αλλά και πάσχοντος μαζί, υποκειμένου. Μένει το υπερμέγεθες, επίθετο που χαρακτηρίζει το ηλιοτρόπιο, αλλά, μέσω της παρομοίωσης, και τον θάνατο.

Paul Gaugin, Vincent Van Gogh Painting Sunflowers (1888)
The Van Gogh Museum

Επιπλέον όμως, στη φράση υπάρχει ένα δεύτερο πλάνο, ένα αθέατο στην πρώτη ανάγνωση επίπεδο. Το υποκείμενο της πρότασης δέχεται μια παράθεση, τη λέξη ήλιος, που δεν ακούγεται αυτόνομη αλλά ενοικεί ως β΄ συνθετικό στο ιδιότροπο αυτό φυτό, στο ηλιοτρόπιο, και έτσι, τεχνηέντως, το επίθετο υπερμέγεθες με ένα είδος υπαλλαγής, καταλήγει να χαρακτηρίζει το ουσιαστικό ήλιος, στο οποίο, εξάλλου, είναι περισσότερο προσήκον και, κατ’ επέκταση, χαρακτηρίζει το εγώ, που νομιμοποιείται να φέρει τον χαρακτηρισμό ακριβώς επειδή το ρήμα στο οποίο αναφέρεται δηλώνει την ενεργητική επιλογή του.
Λέξεις και σχήματα που ξεκολλούν από την καθημερινή χρήση και γίνονται ύλη ποιητική.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Έριδα και αθλητικοί αγώνες


Είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση ότι ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού. Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν όμως επίσης τα δύο προνομιακά πεδία και της ποιητικής. Είναι σαν να λέμε η ρις μέσα στην ριν.
Η Ιλιάδα, αρχίζει και ολοκληρώνεται με την έριδα του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, για να καταγράψει στην ουσία την έριδα Ελλήνων και Τρώων, με ενδιάμεσες μορφές της την έριδα των θεών (ποιος δικαιούται τη νίκη) ή την έριδα των λόγων (ποιος μιλάει καλύτερα). Οι αθλητικοί αγώνες μεταθέτουν τελετουργικά την έριδα στο στρατόπεδο του τατο. Δεν παλεύεις με τον εχθρό, αλλά με τον φίλο. Αν χάσεις, δεν χάνεις τη ζωή σου. Δείχνουν την ετοιμότητα των Αχαιών αρχηγών εν όψει της άλωσης της Τροίας ή την ετοιμότητα του Οδυσσέα (τόσο ανθεκτικού, παρά τις ταλαιπωρίες) να ανακαταλάβει το βασίλειό του.


Η δύσσεια πάλι κατευθύνεται από την αρχή της στην τελική σκηνή της μάχης του Οδυσσέα με τους μνηστήρες, για την κατάληψη της εξουσίας και της Πηνελόπης. Ο αγώνας, όμως, της Ιθάκης είναι αυτός με τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες. Πρώτα-πρώτα, γιατί αυτός ο αγώνας τοξοβολίας είναι η ίδια η ρις. δεν πρόκειται καθόλου για παιχνίδι. Οι νεαροί ευγενείς που συμμετέχουν δεν αγωνίζονται για ένα λεβέτι, έναν τρίποδα ή μια σκλάβα. Αγωνίζονται για να κερδίσουν τη βασίλισσα και μέσω αυτής το βασίλειο. Έπειτα, γιατί σε αυτόν τον αγώνα επαληθεύεται παραδειγματικά το γεγονός ότι κάθε αγώνας είναι ούτως ή άλλως ένα σύστημα επιλογών και αποκλεισμών. Μέσα στο δικό του σύμπαν όλα είναι αυστηρά ιεραρχημένα. Ο πρώτος και ο έσχατος: έτσι ταξινομούνται οι συμμετέχοντες. Όμως, στο πεδίο του τατο, ο Αχιλλέας δίνει δώρα και στους έσχατους. Προέχει η συμμετοχή, η επιβεβαίωση του ανήκειν. Αντίθετα, στην Ιθάκη οι έσχατοι πληρώνονται με θάνατο. Μεταξύ των πολλών διεκδικητών επιλέχθηκε ο ένας, ο γνήσιος. Ο Gilles Deleuze το ερμηνεύει ως εξής: υπάρχουν ο πατέρας, η κόρη και οι μνηστήρες . Με πολιτικούς όρους υπάρχουν ο κριτής, η διεκδικούμενη σύζυγος/εξουσία και οι διεκδικητές. Υπάρχει και η δοκιμασία. Θα κερδίσει την κόρη ο καλύτερος, αυτός που θα επιτελέσει έναν υπερ-ανθρώπινο άθλο. Θυμίζω εδώ ότι η τριαδική δομή, την οποία περιέγραψε ο Deleuze, βρίσκει την καλύτερή της εφαρμογή στον μύθο της γέννησης των Ολυμπιακών αγώνων (ο Οινόμαος/πατέρας, η Ιπποδάμεια/κόρη, ο Πέλοπας/μνηστήρας, η αρματοδρομία/δοκιμασία). Στην τοξοβολία της Ιθάκης, καλύτερος είναι ο Οδυσσέας (η ικανότητά του στο τόξο προοικονομείται στη ραψωδία θ, αλλά, οπωσδήποτε, το τόξο δεν είναι και το ατού του). Οι υπόλοιποι μνηστήρες, για να πάψουν οριστικά να τον απειλούν, πρέπει να πεθάνουν. Έτσι, από συμμετέχοντες στους αγώνες μετατρέπονται όχι απλώς σε ηττημένους διεκδικητές της νίκης, αλλά σε θύματα.


Ο Οδυσσέας, έχοντας νικήσει στον αγώνα της τοξοβολίας, αποκαλύπτεται επιτέλους και μαζί του αναδεικνύεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη εξωτερική όψη και στη σταθερή μορφή –αν βέβαια κάτι τέτοιο υπάρχει. Ο νικητής, έχοντας επιτελέσει τον απαιτούμενο άθλο, δικαιούται τώρα να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια του –κρυμμένη και από την παρατεινόμενη προκάλυψη και παραμόρφωσή του-, να αποκαλύψει ποιος είναι. Ο ήρωας γίνεται ζητιάνος και ο ζητιάνος ξαναγίνεται ήρωας. Καθώς ο Οδυσσέας αναλαμβάνει το βασίλειό του, βρίσκει ταυτόχρονα και την αλήθεια του είναι του. Καθώς ξανακερδίζει τη γυναίκα του, που ύφαινε και ξύφαινε μέρα-νύχτα τον δόλο και την απάτη, ξανακερδίζει την πολιτική του θέση. Γίνεται τώρα αυτός ο βασιλικός υφαντής, που για τον Πλάτωνα ταυτίζεται με τον πολιτικό. Με τη νίκη του στον αγώνα της τοξοβολίας, ο Οδυσσέας γίνεται ο ήρωας, αυτός δηλαδή που πέρασε τη δοκιμασία, έχοντας εκτελέσει με επιτυχία τον άθλο του, έχοντας, με άλλα λόγια, εκτελέσει με επιτυχία την παραδειγματική μορφή της πράξης που αποκαθιστά τη διαταραγμένη τάξη.

Σημείωση: ο αττικός  ερυθρόμορφος σκύφος αποδίδεται στον «Ζωγράφο της Πηνελόπης», είναι του 5ου π.Χ. αιώνα και βρέθηκε στην Tarquinia της Ετρουρίας. Εικονίζει τη μνηστηροφονία που μοιράζεται και στις δύο όψεις του αγγείου.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Αριστεία και κλέος


Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον μυκηναϊκό κόσμο, η αρετή που επιδιώκει ο άνθρωπος δεν είναι η αφηρημένη ιδέα μιας ηθικής τελειότητας, όπως αυτή εξαντικειμενοποιείται με την αναγωγή της σε μια (πλατωνική ή άλλη) υπερβατική σταθερά. Η σημασία που παίρνει το να είναι κανείς ριστος (λέξη ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη ρετή) συμπυκνώνεται στο ομηρικό αέν ριστεύειν καί πείροχον μμεναι λλων (=να είσαι πάντα πρώτος κι ανώτερος απ’ όλους), που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας στα πλαίσια μιας ιεραρχικής κατάταξης (πείροχον μμεναι λλων). Η ιδέα της υπεροχής σε σχέση με τους άλλους ταιριάζει απόλυτα με την προτεραιότητα των ατομικών κατορθωμάτων. Όλοι, λοιπόν, προστατεύουν αυτό που είναι τόσο με τους αγώνες τους όσο και με τις καυχησιές τους, από τις οποίες η ομηρική Ιλιάδα είναι γεμάτη.

Πατρόκλου Άθλα, 
Δίνος (6ος π.Χ. αιώνας)

Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού και μπορούν να προσδιοριστούν ως διαφορετικοί βαθμοί έντασης της ίδιας θεμελιώδους αγωνιστικής σχέσης. Κοινό συστατικό τους στοιχείο είναι το αριστοκρατικό (αντα-)αγωνιστικό πρότυπο της ατομικής αρετής με τη μορφή της ριστείας  (η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως το περιγράφει η Hannah Arendt ), που προϋποθέτει δύο πράγματα: από τη μια, την ευταξία ενός κόσμου που μόλις απαλλάχθηκε από την τερατώδη του πλευρά  (αν και η αταξία πάντοτε παραμονεύει, αφού ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων) και, από την άλλη, τον συνδυασμό ανάμεσα στη θεατή ιδιότητα του φυσικού κάλλους και στη δύναμη, στη γενναιότητα, στην επιτηδειότητα, στην ευστροφία. Και όλα αυτά μέσα σε έναν κόσμο προ-πλατωνικό, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμα τον δυισμό, που, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση του  Gilles Deleuze, δεν έχει ακόμα τίποτα με χαρακτήρα ουσιακό να χωρίσει. 

Μονομαχία Μενελάου και Έκτορα, 
Πινάκιο (7ος π.Χ. αιώνας)

Ταυτόχρονα, «ο πόλεμος και ο αθλητισμός εγκλείουν μορφές σύγκρουσης συνυφασμένες με μορφές αλληλεξάρτησης, συνεργασίας και συγκρότησης μιας ομάδας», όπως παρατηρεί ο Eric Dunning. Στον πόλεμο και στους αθλητικούς αγώνες του ομηρικού κόσμου αυτοπροσδιορίζεται η αριστοκρατική ελίτ της «ηρωικής» περιόδου με αξιώσεις κοινωνικής ενότητας και συνοχής. Το σύμπαν μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται είναι αυτό της τιμής, της μεγαλοπρέπειας, του κομπασμού, της πρόκλησης και, οπωσδήποτε, δεν είναι ο καθημερινός κόσμος του μόχθου και της μέριμνας.   

Μονομαχία Αχιλλέα και Μέμνονα, 
Υδρία (6ος π.Χ. αιώνας)

Πόλεμος, λοιπόν, οι ομηρικοί αθλητικοί αγώνες; Και βέβαια. Με άλλα μέσα, αλλά πόλεμος, μάχη, βία, εξαπάτηση. Σύγκρουση τελετουργική οι αγώνες, με δοκιμασίες που προέρχονταν από τη στρατιωτική εκπαίδευση. Εξάλλου, στο ομηρικό έργο θεμελιώδης είναι η ατομική αρετή, και όταν πρόκειται για τον πόλεμο, που παίρνει τη μορφή ενός «μωσαϊκού μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι», αλλά και στους αγώνες, όπου και πάλι λαμβάνουν μέρος μόνον οι αρχηγοί με έπαθλα πολλά και πολύτιμα, αλλά με έπαθλο σπουδαιότερο την προσωπική τους δόξα. 

Μνηστηροφονία, 
Σκύφος (5ος π.Χ. αιώνας)

Οι Έλληνες, από την εποχή κιόλας του Ομήρου, ενδιαφέρονταν πάνω από όλα για το κλέος και για την αθανασία που αυτό χαρίζει. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει την αιωνιότητα, αρκείται στην αθανασία. Και βέβαια η αθανασία είναι το αποτέλεσμα της πράξης και εκδηλώνεται με τον τρόπο ζωής του ανθρώπου μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ η αιωνιότητα θα χρειαστεί να περιμένει την πλατωνική θεωρίαν (όπως θα συμπληρωθεί και από τη χριστιανική παράδοση), που σημαίνει απόσπαση από τη δημόσια σφαίρα και τον πολιτικό βίο. Από την άλλη, ό,τι χαρακτηρίζεται ως «αγωνιστικό πνεύμα» των Ελλήνων, ως μόνιμη και συνεχής επιθυμία για αναμέτρηση με τους άλλους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιλογή θανάτου. Η πράξη του ήρωα τερματίζεται με τον θάνατό του που τον επιλέγει εκούσια, γιατί μόνον έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ανατροπή, στο μη προβλέψιμο, αφήνοντας μόνο στη διακριτική ευχέρεια του ποιητή το να αφηγηθεί την πράξη της οποίας ο ήρωας τού έχει παραδώσει την πλήρη σημασία. Το κλέος και η ποιητική του εξύμνηση ως θεραπεία (προ-πολιτική/προ-φιλοσοφική λύση) της ευπάθειας των ανθρώπινων  πραγμάτων (της πράξης και της ομιλίας) θα δώσουν τη θέση τους στην πολιτική «φαρμακεία» της πόλεως στα κλασικά χρόνια  και αυτή στην απολιτική πλατωνική ουτοπία της ευδαίμονος θεωρίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Στωικισμός


Για τους Στωικούς, τους φιλοσόφους που πήραν το όνομά τους από τον χώρο διδασκαλίας τους, την αθηναϊκή Ποικίλη Στοά, ο κόσμος, αν και διαθέτει θεϊκό χαρακτήρα, μια «λογική» τάξη πίσω από το φαινομενικό χάος, και μολονότι τοποθετείται ριζικά έξω από τους ανθρώπους, παραμένει «υπερβατικότητα μέσα στην εμμένεια»: τα θεϊκά πράγματα είναι ξένα προς την ανθρώπινη δραστηριότητα, μολονότι βρίσκονται εντός του πραγματικού. Σε αυτήν τη θεωρία αντιστοιχεί μια ηθική σύμφωνα με την οποία το δίκαιο εξισώνεται με το αρμόζον, με την αρμόζουσα θέση που οφείλει να κατέχει το καθετί μέσα στην αρμονική τάξη του κόσμου. Την πολιτική/ανθρώπινη συμβίωση μπορεί να την εγγυηθεί η φυσική τάξη, ενώ σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η ανθρώπινη μωρία, την οποία πρέπει κανείς να την παραβλέπει, να την εμπαίζει, συχνά να την προκαλεί. Ουσιώδης διαπίστωση: στη στωική φιλοσοφία ο άνθρωπος και η βούλησή του δεν έχει ακόμα τοποθετηθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος. καθήκον του είναι μόνον η ενατένιση και η μίμηση του κόσμου.

Ο στωικός Ρωμαίος αυτοκράτορας 
Μάρκος Αυρήλιος

Όσο για την ανθρώπινη περατότητα, που είναι συνδεδεμένη με τον θάνατο, η αρχαιότητα μέχρι την εμφάνιση της φιλοσοφίας την θεράπευε με δύο τρόπους: με την τεκνογονία και με την αριστεία. Η φιλοσοφία προσθέτει και τρίτη θεραπεία: την εκδοχή του θανάτου ως έναν άλλον τρόπο ύπαρξης. δεν παύουμε να υπάρχουμε ακόμα και μετά τον θάνατό μας ως θραύσμα του αιώνιου σύμπαντος. Άρα, πρέπει να απαλλαγούμε από τον φόβο που μας καταδιώκει και που ξεπηδάει από το βάρος του παρελθόνος και από τις αυταπάτες για το μέλλον. Η παρούσα στιγμή είναι αυτή που μετράει. Η στωική εγκαρτέρηση και αταραξία, δεν ταυτίζεται με την ανατολίτικη μοιρολατρία, αλλά εκπορεύεται από την αρετή (αντίθετα με τους Επικούρειους που την συνδέουν με τις ηδονές) και είναι σε θέση να προτείνει μια ευφρόσυνη διάθεση απέναντι στη ζωή, μια μη-αφοσίωση σε ό,τι είναι πρόσκαιρο, μια ιεράρχηση και ένα ξεδιάλεγμα του σημαντικού από το ασήμαντο.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Για την ιστορία


Εν γένει, αλλά και στη χώρα μας ειδικά, η ιστορία έχει επιλεγεί από την εποχή του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου να παίξει για το αναδυόμενο έθνος τον ρόλο που έπαιζε η θρησκεία για το γένος. Ο Γιώργος Πρεβελάκης επισημαίνει ότι η ιστορία όπως την συγκρότησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος επέτρεψε κάθε ελπίδα και δεν έθεσε κανένα όριο στις εθνικές ελληνικές φιλοδοξίες. Αυτή η θεώρηση της ιστορίας (επιγραμματικά: η θεμελίωση του ελληνικού έθνους όχι σε κριτήρια φυλετικά, αλλά πολιτισμικά και ιστορικά –κοινός πολιτισμός και συνεχής ιστορική διαδρομή που επέβαλε την ενσωμάτωση και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην ελληνική ιστορική εμπειρία), αφήνοντας σκόπιμα απροσδιόριστη τη διεκδικούμενη για το ελληνικό έθνος γεωγραφική έκταση, έδωσε τη δυνατότητα για διεκδίκηση βαλκανικών εδαφών προς όποια κατεύθυνση θα αποδεικνυόταν λιγότερο ανθεκτική και προετοίμασε έτσι το έδαφος για τη Μεγάλη Ιδέα. Η αντίληψη του Παπαρρηγόπουλου για την ιστορία βρισκόταν σε συνάρτηση με την αισιοδοξία που χαρακτήριζε τους Έλληνες διανοούμενους του 19ου αιώνα, αισιοδοξία η οποία όμως αποδείχθηκε φρούδα, καθώς η συγκυρία της εποχής έφερε την Ελλάδα αντιμέτωπη με τον εθνικισμό άλλων γειτονικών λαών, με τα βαλκανικά σχέδια του νεόκοπου σοβιετικού κομμουνισμού, αλλά και με μια εσωτερική πολιτική παθογένεια που οδήγησε στην οδυνηρή κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Αυτή η θεώρηση για την ιστορία, αν και κολοβωμένη για τους αντικειμενικούς λόγους που επεσήμανα, αποτελεί το υπόστρωμα μιας νεότερης εκδοχής η οποία νοσταλγικά παραπέμπει στων «Ελλήνων τις κοινότητες» κάθε φορά που κάποια εθνική κρίση δικαιολογεί κάτι τέτοιο, εθνική κρίση η οποία, παράλληλα, νομιμοποιεί την αξιοποίηση του λαϊκού αισθήματος στον δημόσιο/πολιτικό χώρο. Από την άλλη, άρχισε σταδιακά να μορφοποιείται μια ακαδημαϊκή περισσότερο ιστορική σχολή που συμπορεύθηκε με την πολιτική τάση εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας. Οι δύο αυτές τάσεις, όπως είναι φυσικό, είχαν πολλούς λόγους και πολλές ευκαιρίες να συγκρουστούν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αλλά, καταπώς δείχνουν οι πρόσφατες συγκρούσεις, φαίνεται ότι οι ευκαιρίες δεν θα λείψουν και κατά τον 21ο αιώνα, τουλάχιστον για όσο διατηρείται το υπάρχον πολιτισμικό περιβάλλον.


Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητη η ιδεολογική βαρύτητα την οποία έχει η ιστορία (να σημειώσω: όχι μόνο στην Ελλάδα), η οποία γι’ αυτό φέρνει αντιμέτωπες, με ποικίλες κάθε φορά αφορμές, ιδεολογικές τάσεις που, ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτού που υποστηρίζουν, εκμεταλλεύονται μια διάχυτη, και ως εκ τούτου συχνά συγκεχυμένη, ιστορική κουλτούρα. Σπανιότερα πληροφορούμαστε τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ιστορικής κοινότητας (όπου συνδυάζεται η συσσώρευση πληροφοριών με το πρότυπο αλλαγής των ερμηνευτικών σχημάτων), μολονότι και εκεί δεν λείπουν οι διαφορές, αξεπέραστες πολλές φορές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν, τόσο εμείς όσο και οι ειδικοί ιστορικοί, αλλάζει και αυτό το γεγονός έχει συνέπειες στον τρόπο του ιστορείν. Στην εποχή μας δεν είναι μόνον το συγκεκριμένο κοσμοθεωρητικό «παράδειγμα» που καθορίζει ανάλογα την αντίληψή μας για το παρελθόν και τη συγγραφή της ιστορίας, αλλά είναι και η αλλαγή του ερευνητικού «παραδείγματος» μέσα στην καρδιά της ιστορικής επιστήμης. Για παράδειγμα, η υπεραφθονία των ιστορικών πληροφοριών, που διαδέχθηκε τη σπανιότητα, θέτει μια σειρά από μεθοδολογικά προβλήματα στους επαγγελματίες ιστορικούς αλλά και στους κάθε λογής εραστές της ιστορίας, με βασικότερο το πώς εξασφαλίζεται η εγκυρότητα. Αλλά και η είσοδος της προφορικής ιστορίας, ως αποτέλεσμα της ενασχόλησης των λαϊκών τάξεων με την ιστορία, δημιουργεί μια άλλη εκδοχή, διαφορετική από τη δομή του δικτύου της ακαδημαϊκής ιστορίας.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Η ζωή είναι ένα όνειρο


Ο Basilio, βασιλιάς της Πολωνίας, ζητάει χρησμό για τη μοίρα του νεογέννητου γιου του Segismundo και διαπιστώνει ότι τα αστέρια τον προορίζουν να γίνει ο πιο απάνθρωπος μονάρχης που έζησε ποτέ –«τέρας ανθρωπόμορφο»–, του οποίου η πρώτη μέριμνα θα ήταν να στρέψει την άγρια δύναμή του ενάντια στον βασιλιά πατέρα του και να τον τσακίσει.
Κατατρομαγμένος από τους δυσμενείς οιωνούς, ο Basilio διατάζει να φυλακίσουν τον Segismundo σε έναν απομονωμένο πύργο, απ’ όπου δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανένα ανθρώπινο πλάσμα εκτός από τον παιδαγωγό του Clotaldo. Μόλις o Segismundo ενηλικιώνεται, ο πατέρας του τον απελευθερώνει για μια μόνο ημέρα και τον διατάζει να παρουσιαστεί στην αυλή ως βασιλιάς, με σκοπό να εξακριβώσει την αλήθεια του χρησμού. Έξω φρενών από τα είκοσι χρόνια του εγκλεισμού του, ο Segismundo συμπεριφέρεται σύμφωνα με την πρόβλεψη. Αφού οδηγείται ξανά στον πύργο, απ’ όπου απελευθερώνεται λίγο αργότερα από μια λαϊκή εξέγερση, ο Segismundo –που δεν ξέρει πια αν ονειρεύεται ή αν είναι ξύπνιος– επαληθεύει πέρα για πέρα την πρόβλεψη του χρησμού: επικεφαλής της ανταρσίας, νικάει τον πατέρα του, ο οποίος για να σωθεί δεν έχει άλλη λύση παρά να πέσει στα πόδια του γιου του επικαλούμενος τον οίκτο του.
Όμως, ο χρησμός σταματούσε τις προβλέψεις του σ’ αυτό το σημείο και έτσι, σύμφωνα με τη συνήθη προφητική δομή, το δράμα ολοκληρώνεται με τρόπο απροσδόκητο και ταυτόχρονα σύμφωνο με την πρόβλεψη, εφόσον το τέλος του διαψεύδει την προσδοκία, παρότι συμφωνεί απολύτως με τον χρησμό: έχοντας συνετιστεί από τη δυσπιστία του απέναντι στην πραγματικότητα, ο Segismundo σηκώνει τον γονατισμένο πατέρα του και του αποδίδει τις τιμές που αρμόζουν στο βασιλικό του αξίωμα.


Αυτή είναι η ιστορία του Segismundo, κεντρικού ήρωα στο έργο La vida es sueño (Η ζωή είναι ένα όνειρο) του Ισπανού Pedro Calderón de la Barca. Το έργο είναι μια φιλοσοφική αλληγορία με θέμα την ανθρώπινη ζωή, τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη βούληση και στη μοίρα, την αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο. Το πιθανότερο έτος δημοσίευσής του είναι το 1635, δηλαδή πενήντα χρόνια μετά την καταστροφή της περήφανης ισπανικής αρμάδας από το αγγλικό ναυτικό.
Ο χρησμός αιφνιδιάζει χωρίς ωστόσο να διαψεύδει καμιά πραγματική προσδοκία, ισχυρίζεται ο Clément Rosset, υπενθυμίζοντας και τον μύθο του Οιδίποδα. Πεπρωμένο δεν υπάρχει, λέει ο φιλόσοφος. Ελλείψει, λοιπόν, πεπρωμένου, υπάρχει τέχνασμα, αυταπάτη και εξαπάτηση. Επειδή όλα αυτά δεν μπορούν να καταλογιστούν σε ένα ανεύθυνο, καθόσον ανύπαρκτο, πεπρωμένο, απομένει να αναζητήσουμε την προέλευσή τους σε κάτι πιο υπεύθυνο και απτό. Αν πράγματι το συμβάν έχει διαψεύσει την προσδοκία, ενώ ακριβώς την ικανοποιούσε πλήρως, γι’ αυτό ευθύνεται η προσδοκία και όχι το συμβάν. Η εξαπάτηση δεν προέρχεται, επομένως, από το συμβάν, αλλά από την προσδοκία σε σχέση μ’ αυτό. Η ανάλυση της διαψευσμένης προσδοκίας αποκαλύπτει ότι, παράλληλα προς την αντίληψη του γεγονότος, δημιουργείται πράγματι αυθόρμητα η ιδέα ότι το συμβάν, ενώ πραγματοποιείται, έχει ακυρώσει κάποιαν άλλη εκδοχή του, εκείνην ακριβώς την οποία προεξοφλούσαμε.
Το αποτέλεσμα; Καμιά εκδοχή του συμβάντος δεν είχε στ’ αλήθεια προβλεφθεί ή εκφραστεί –εξάλλου, ούτε ήταν δυνατόν να προβλεφθεί ή να εκφραστεί προτού το συμβάν λάβει χώρα.

Πηγές:
Rosset, Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.
https://en.wikipedia.org/wiki/Life_Is_a_Dream#/media/File:Monumento_a_Calder%C3%B3n_de_la_Barca_(Madrid)_03.jpg

Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Αιώνια επιστρέφοντας


Ο Διαφωτισμός και η επιστημονική επανάσταση που εκπροσωπήθηκε από τρεις κορυφαίες μορφές: τον Nicolaus Copernicus, τον Isaac Newton και τον Galileo Galilei, αποτελούν την εισαγωγή στην περίοδο που ονομάζουμε νεωτερικότητα. Ο άνθρωπος αφήνεται τώρα εντελώς μόνος. Ούτε ο κόσμος, άπειρος πλέον και χαοτικός, ούτε ο Θεός μπορούν να του προσφέρουν καμία βοήθεια. Στο εξής ο άνθρωπος αναλαμβάνει ο ίδιος να κατασκευάσει νόμους για να δώσει νόημα στο απομαγεμένο σύμπαν και, ως εκ τούτου, η ηθική προσδιορίζεται ελεύθερα από την «καλή βούληση» του ανθρώπου/υποκειμένου, με προϋποτιθέμενους όρους την ανιδιοτέλεια και την καθολικότητα. Ο νέος χώρος συμβίωσης που δημιουργείται έχει, λοιπόν, τρία βασικά χαρακτηριστικά: την τυπική ισότητα, τον ατομικισμό και την πρόταξη της ιδέας της εργασίας. Όμως, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αμηχανία είναι το θέμα της σωτηρίας. Αν ο κόσμος δεν είναι πια μια αρμονική τάξη και αν ο Θεός είναι νεκρός (Gott is tot), για ποια σωτηρία μπορούμε να μιλάμε;
Ο Friedrich Nietzsche αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια πνευματικότητα μετανεωτερικής κοπής. Δεν υπάρχει, λέει λοιπόν ο εικονοκλάστης φιλόσοφος, τίποτα έξω και πάνω από τη ζωή και, επομένως, δεν υπάρχει καμιά αντικειμενική αξιολογική κρίση. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά μόνον ερμηνείες». Δεν υπάρχει καμιά κανονικότητα και κάθε τέτοια ιδέα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση και αυταπάτη. Η μεταφυσική, η θρησκεία, ακόμα και η επιστήμη, ως «αντενεργές δυνάμεις», αποδομούνται ριζικά από τον Nietzsche και οι «ενεργές δυνάμεις» επιστρατεύονται για να ιεραρχηθούν τα πολλαπλά στοιχεία που απαρτίζουν τη ζωή. Η ηθική του είναι ακριβώς αυτή η ιεράρχηση και η εναρμόνιση, ο μη-αποκλεισμός ακόμα και των πιο αντιθετικών στοιχείων, όπως είναι η λογική και τα πάθη. Και η σωτηρία που προτείνει είναι επίγεια. Είναι το να μάθουμε να διακρίνουμε αυτό που αξίζει να βιωθεί και αυτό που αξίζει να χαθεί. Τις αποδυναμωμένες μορφές της ζωής από τις έντονες και τις μεγαλειώδεις. Ποιο είναι το κριτήριο αυτής της διάκρισης; Είναι το κριτήριο της αιώνιας επιστροφής. Τι θέλουμε να επανέρχεται αιωνίως, αν όχι οι βιωμένες στιγμές χαράς, αγάπης, διαύγειας και ηρεμίας; Να ελπίζεις κάπως λιγότερο, να μετανιώνεις κάπως λιγότερο, να αγαπάς κάπως περισσότερο: σε αυτές τις τρεις προτροπές συνοψίζεται η νιτσεϊκή διδασκαλία.

Edvard Munch, Friedrich Nietzsche (1906) 

Η μετά τον Nietzsche φιλοσοφία έπρεπε ή να συνεχίσει την αποδόμηση ή να την υπερβεί. Και οι δυο τάσεις εκδηλώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων. Όμως, αυτό που έχει σημασία είναι αν ο ανθρωπισμός μπορεί εκ νέου να μας απασχολήσει μετά την αποδόμηση. Με άλλα λόγια, το ερώτημα είναι αν μπορούμε να μιλάμε για ανθρωπισμό και ταυτόχρονα να δεχόμαστε ότι τα είδωλα έχουν καταρρεύσει.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι IX


Στα τελευταία σπίτια της Κνωσού ήταν το εργαστήρι του Άκμονα του νομισματοποιού. Εκεί δούλευα από μικρό παιδί και μάθαινα την τέχνη να σχεδιάζω λαβυρίνθους πάνω σε χωμάτινες μήτρες και να σφραγίζω μ’ αυτές το λιωμένο ασήμι. Εκείνη την ημέρα έσβησα λίγο νωρίτερα το καμίνι, τακτοποίησα τα εργαλεία και έφυγα για την πόλη. Μέρες τώρα περιπλανιόμουν στα δρομάκια της που τα ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Με κλειστά μάτια πήγαινα, γιατί οι λαβύρινθοι που έφτιαχνα πάνω στο μέταλλο ήταν ίδια η πόλη μου, η Κνωσός. Πέρασα από το δρόμο των ταύρων και από το ιερό του Δία πριν φτάσω στο παλάτι του βασιλιά. Εκεί, στην πιο απόμερη πλευρά, ήταν ένα πορταδέλι μισάνοιχτο. Το έσπρωξα και πέρασα μέσα. Το έκλεισα πίσω μου. Ο πυρσός που μισοφώτιζε στο βάθος του διαδρόμου με βοήθησε να δω το νήμα που είχε απλώσει για μένα η Αριάδνη, η πανέμορφη δούλα που είχε το όνομα της θεάς Αριάδνης της κόρης του Μίνωα. Την είχα πρωτοδεί στις γιορτές προς τιμήν της Βριτόμαρτης, της Μεγάλης Θεάς. Φορούσε το διάφανο πέπλο των παρθένων. Λαμπίριζε η ομορφιά της και τράβηξε πάνω της τα βλέμματα και τις ιαχές των νεαρών αντρών. Ένα νεύμα της περίμενε ο καθένας. Το δικό της βλέμμα όμως στάθηκε σ’ εμένα. Φάνηκε να με διάλεξε από το πλήθος των νεαρών αντρών και, σαν να μου υποσχέθηκε κάτι, την ακολούθησα μετά το τέλος της πομπής. Λίγο πριν μπει στο παλάτι την πρόλαβα. 
«Έλα αύριο το βράδυ στη θύρα των δούλων», μου είπε. «Το νήμα θα ακολουθήσεις κι αυτό θα σε φέρει στην κλίνη μου».


Έκανα όπως μου είπε. Το νήμα ακολούθησα και λίγο πιο μετά βρέθηκα μπροστά σε έναν πολεμιστή. Σπαθί είχε στα χέρια του, ενώ ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου κάλυπτε το κεφάλι του. Ήταν ψηλός, πιο ψηλός από μένα, και πιο δυνατός. Κίνησε το σπαθί του καταπάνω μου. Το απέφυγα. Έβγαλα από τη ζώνη μου ένα μαχαίρι μυτερό και κοφτερό. Δεύτερη φορά ήρθε καταπάνω μου. Πάλι τον απέφυγα. Μούγκρισε σαν ζώο. Το πάθος τού θόλωσε το βλέμμα. Όταν ξανάρθε καταπάνω μου δεν είδε το μικρό εγχειρίδιο και έπεσε πάνω του έτσι όπως το άπλωσα στο πέρασμά του. Ξάπλωσε καταγής και αμέσως τον αποτέλειωσα. Ο πληγωμένος εχθρός είναι θανάσιμος εχθρός, λένε αυτοί που ξέρουν. Τον άφησα και έπιασα το νήμα. Σε λίγο έφτασα στο δωμάτιο της Αριάδνης. Δεν ήταν μανταλωμένη η πόρτα. Τα χέρια μου ήταν μέσα στα αίματα. Κατάλαβε.
«Χθες που σου μίλησα με είδε και σήμερα παραφύλαξε την ώρα που άπλωνα το νήμα», είπε και έπεσε στην αγκαλιά μου. «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα».
Την απομάκρυνα τρυφερά από κοντά μου και την κοίταξα στα μάτια.
«Από μικρό παιδί λαβύρινθους φτιάχνω, ιστορίες ακούω που μοιάζουν με  λαβύρινθους, μέσα σε λαβύρινθους βρίσκομαι κάθε στιγμή. Έμαθα όλα αυτά τα χρόνια πως το μυαλό του κάθε ανθρώπου με λαβύρινθο μοιάζει. Το ίδιο και οι πόλεις του. Πως τα λόγια του πλέκουν περίπλοκες ιστορίες. Ήξερα, ακόμη, πριν μπω εδώ μέσα, πως κάθε λαβύρινθος έχει για φύλακα ένα ανθρωποφάγο τέρας, έναν φύλακα που το κεφάλι του το προστατεύει ένα κράνος στολισμένο με κέρατα ταύρου. Αυτόν ήρθα να βρω απόψε εδώ. Γι’ αυτό ήρθα οπλισμένος».
«Δεν ήρθες για μένα;»
«Χάθηκαν τον τελευταίο χρόνο επτά αγόρια στην ηλικία μου. Οι μαρτυρίες λένε πως τα βήματά τους έφτασαν μέχρι τη θύρα των δούλων. Κανείς δεν τους είχε πει πως η ομορφιά παγιδεύει τον νου των νέων».

Σημείωση: Πρόκειται για στατήρα (=νόμισμα) από την Κνωσό, που χρονολογείται περίπου στα 300-270 π.Χ. και σήμερα βρίσκεται στη Βοστόνη, στο Μουσείο Καλών Τεχνών.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Περί γεωπολιτικής


Ο όρος «γεωπολιτική» μετράει ήδη έναν αιώνα διάρκεια ζωής, αν και η διάδοσή του στην Κεντρική Ευρώπη συνδέεται με τον Μεσοπόλεμο και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ παγκοσμίως άρχισε να χρησιμοποιείται αργότερα. Γεωπολιτική είναι η ανάλυση των γεωγραφικών επιδράσεων οι οποίες ασκούνται στον συσχετισμό δυνάμεων της διεθνούς πολιτικής. Οι πρώτες ευρωπαϊκές χρήσεις του όρου τον επιβάρυναν όμως με αρνητικές συμπαραδηλώσεις: πριν ακόμη εδραιωθεί ο ναζισμός η Γερμανία προέβαλε γεωπολιτικά επιχειρήματα για να αιτιολογήσει τις διεθνείς αξιώσεις της, ενώ οι Ναζί υιοθέτησαν τις αρχές της γεωπολιτικής για να εξυπηρετήσουν τις επιδιώξεις τους.
Πέρα όμως από το αρνητικό φορτίο της λέξης, η γεωπολιτική υπήρξε μία ακόμα παράμετρος που, στο πλαίσιο της κεντρικής έννοιας του αυτοπροσδιορισμού, συνήθως υποστήριξε και ερμήνευσε εθνικά, πολιτικά και ιστορικά αιτήματα, όπως η αυτοδιάθεση, ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός, η εδαφική ακεραιότητα κ.λπ., και η οποία στη διπλωματική και πολιτική πράξη συγκεκριμενοποιήθηκε ως απόκτηση φυσικών συνόρων, ως πρόσβαση σε σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, ως έλεγχος χερσαίων περιοχών με στρατηγική σημασία. Εξάλλου, γεωπολιτικά συμφέροντα, σαν αυτά που μόλις αναφέρθηκαν, συνεπάγονται και ορισμένη στρατηγική διαχείριση. Κατ’ επέκταση, η γεωπολιτική συνδέθηκε στενότατα με τη γεωστρατηγική.


Προκειμένου να δείξω το ερμηνευτικό εύρος της γεωπολιτικής αναφέρω την πιο προβεβλημένη από τις θεωρίες της (η οποία μάλιστα μας αφορά άμεσα) που είναι γνωστή με το όνομα «θεωρία του θεμελιώδους χώρου» (Heartland). Σύμφωνα με αυτήν, στο πλαίσιο της παγκόσμιας πολιτικής, οι δημοκρατικές χώρες, για λόγους επιβίωσης και άμυνας, θα έπρεπε  να έχουν υπό τον έλεγχό τους έναν θεμελιώδη χώρο που, κατά τον εισηγητή της θεωρίας Sir Halford Mackinder, καλύπτει την «Ευρασία», δηλαδή την περιοχή από τον Έλβα έως τον Αμούρ. Στις μυστικές διαπραγματεύσεις του 1940, ο Staline και ο Hitler συμφώνησαν ρητά να αποκλείσουν την Αμερική από την Ευρασία, διατηρώντας έτσι το προνόμιο για τη διεκδίκηση της παγκόσμιας δύναμης, πράγμα που δείχνει την αξία των γεωπολιτικών δεδομένων όταν διακυβεύονται παγκόσμια συμφέροντα.  Τέλος, η Ευρασία εξακολουθεί να αποτελεί τη «σκακιέρα», κατά την έκφραση του Zbigniew Brezinski, επί της οποίας παίζεται ο αγώνας (διευκρινίζω: και ο οικονομικός) για την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.
Άλλωστε, σημαντική είναι η σαφής σύνδεση της γεωπολιτικής με τις αρχές και τις αξίες του εθνικού κράτους. Η γεωπολιτική και η συνεπόμενη γεωστρατηγική διαχείριση αποβλέπει στην –και γεωγραφική- επισήμανση της ιδιαιτερότητας και της διαφοράς του δικού μας εθνικού κράτους αλλά και εκείνων που, με διαφορετικές κατά περίπτωση αξιώσεις, μας περιβάλλουν. Μας περιβάλλουν με τη μορφή κύκλων, ξεκινώντας από τα πλησιέστερα και, στην παγκοσμιοποιημένη πια εποχή μας κατά την οποία οι συσχετισμοί και οι αλληλεπιδράσεις είναι ευρύτεροι, φτάνοντας στα πιο απομακρυσμένα. Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική μελετά αυτό το υπόβαθρο της διεθνούς κοινωνίας το οποίο σχηματίζουν οι πολιτικοκοινωνικές λογικές του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά επίσης μελετά τις πολιτικές τους προεκτάσεις και τη γεωγραφική τους έκφραση. 


Παραδειγματικά, τα εκτεταμένα επαναστατικά κινήματα του 19ου αιώνα  πέτυχαν να εκφράσουν τη βούλησή τους για ανεξαρτησία με τη δημιουργία ενός κράτους που ενισχύθηκε και εδραιώθηκε σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή. Αυτός ο γεωγραφικός εντοπισμός, που συχνά συνοδεύτηκε από συγκρούσεις εθνικών αυτοπροσδιορισμών, πραγματοποιήθηκε εν μέσω έντονων ανταγωνισμών, οι οποίοι εν προκειμένω είχαν να κάνουν με τη διανομή της βαρέως ασθενούσης οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το τέλος του 19ου αιώνα, και ενώ τα σχετικά με τη διανομή διευθετήθηκαν, δεν έθεσε τέλος στους ανταγωνισμούς, εφόσον τώρα αυτοί εκτυλίχθηκαν με κέντρο το πρόβλημα του πετρελαίου και τον έλεγχο των πηγών του. Και πάλι, πρόκειται για ζήτημα γεωπολιτικών ισορροπιών, πράγμα που αποδεικνύει ότι παρά τη ρευστότητα των ενδιαφερόντων, ο γεωγραφικός παράγοντας εξακολουθεί να παίζει ρόλο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η σημασία της γεωπολιτικής ανάλυσης ουδέποτε θα απολέσει τη σχετική της αξία, μολονότι στους δυσμενείς παράγοντες για την ανάπτυξή της προστίθεται η πρόοδος των επικοινωνιών και η εξάπλωση των συγκοινωνιών, δια των οποίων περιορισμοί επιβεβλημένοι στο παρελθόν από τη γεωγραφική θέση αίρονται.    
Η γεωπολιτική ανάλυση αναπτύχθηκε, όπως είναι εύλογο, στα ισχυρότερα κράτη, σε αυτά δηλαδή τα κράτη που επεδίωξαν και κατάφεραν να παίξουν ηγετικό ρόλο στη διεθνή πολιτική. Όμως, και τα μικρότερα κράτη στράφηκαν στη μελέτη της, επειδή γρήγορα διαπίστωσαν ότι η εθνική τους πολιτική μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματική όταν προηγείται η γνώση των γεωγραφικών παραγόντων που υπόκεινται στις στρατηγικές και διπλωματικές κινήσεις συμμάχων και αντιπάλων, από τη μια, αλλά και προσδιορίζουν, από την άλλη, τις προϋποθέσεις για τη δική τους εθνική ασφάλεια. Θα προσέθετα ότι αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για χώρες όπως η Ελλάδα, για την οποία πολλές φορές ακούμε -αλλά και οι ίδιοι υποστηρίζουμε- πως γεωγραφικά βρίσκεται σε θέση προνομιακή, πράγμα που επηρεάζει αναπόφευκτα τους συσχετισμούς δυνάμεων της περιοχής αλλά και τις συμμαχίες ή τις αντιπαλότητες.

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Andy Warhol


Μια αντρική ματιά πάνω στη γυναικεία ταυτότητα και, ταυτόχρονα, σκληρή κριτική στο star system και στη σύγχρονη καταναλωτική κοινωνία αποτελεί το πασίγνωστο έργο του Andy Warhol με τίτλο Marylin Diptych (Το δίπτυχο της Μέριλιν). Το φανταχτερό πρόσωπο της διάσημης ηθοποιού, προερχόμενο από διαφημιστική φωτογράφηση για την προώθηση της ταινίας Niagara (της πρώτης ταινίας στην οποία πρωταγωνίστησε η ντίβα, η οποία έκανε πρεμιέρα το 1953) ζωγραφίζεται πενήντα φορές: είκοσι πέντε στη δεξιά και είκοσι πέντε στην αριστερή πλευρά του διπτύχου. Ο Warhol χρησιμοποιεί την τεχνική της «allover composition» (ολόκληρη η επιφάνεια του πίνακα δουλεύεται με τρόπο ομοιόμορφο), η οποία επιτρέπει στον θεατή να περιπλανηθεί στον πίνακα δίχως να χρειάζεται να εστιάσει την προσοχή του σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο.


Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του πίνακα είναι η μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι είκοσι πέντε εικόνες της αριστερής πλευράς έχουν ζωηρά χρώματα, ενώ οι είκοσι πέντε της δεξιάς πλευράς είναι ασπρόμαυρες. Τα ξανθά μαλλιά και τα έντονα βαμμένα χείλη της Marylin Monroe στην αριστερή πλευρά είναι γεμάτα ερωτικούς υπαινιγμούς. Η ηθοποιός καρφώνει στον θεατή το βλέμμα της, γοητευτικό και προκλητικό. Είναι επιθυμητή, όπως κάθε προϊόν της μαζικής κουλτούρας. Όπως κάθε προϊόν της μαζικής κουλτούρας, η Marylin είναι, επίσης, αναλώσιμη. Καθώς το πρόσωπό της αναπαράγεται, χάνει τελικά την πραγματικότητά του και γίνεται μια άψυχη μάσκα. Αυτή η διαδικασία αναπαραγωγής είναι μια ευθεία άρνηση της «μοναδικότητας» του έργου.
Σύμφωνα με τον Walter Benjamin, στο έργο του The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction (Το έργο τέχνης στην εποχής της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας), κάθε έργο στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας χάνει την «αύρα» του. Με άλλα λόγια, χάνει τη μαγική ή υπερφυσική του δύναμη που προέρχεται από τη μοναδικότητά του, καθώς, την ίδια στιγμή, η απόστασή του από τον θεατή καταργείται.
Επιπλέον, ο Warhol, παρότι η μνημειακή διάσταση του έργου δηλώνει τη μεγάλη αξία του θέματός του, εναντιώνεται στη διαφοροποίηση μεταξύ υψηλής τέχνης και pop art. Η Marylin είναι απλούστατα ένα προϊόν του star system εντός της καταναλωτικής κοινωνίας, ισχυρίζεται ο Warhol με τον πίνακά του. Έτσι εξηγείται γιατί η Marylin της δεξιάς πλευράς δεν έχει λαμπερά χρώματα, αλλά μοιάζει σχεδόν σβησμένη, σαν να ξεθωριάζει.
Ορισμένοι συνέδεσαν την αντίθεση ανάμεσα στις δυο πλευρές του καμβά με την αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο της ηθοποιού. Αυτός ο ισχυρισμός φαίνεται βάσιμος δεδομένου ότι ο Warhol φιλοτέχνησε το έργο του μετά τον θάνατο της Marylin, τον Αύγουστο του 1962. Όμως, νομίζω ότι το βασικότερο είναι ότι, για τον Warhol, η Marylin είχε πεθάνει πριν από τον φυσικό της θάνατο. Η κατάργηση του τρισδιάστατου όγκου με τη χρήση της τεχνικής της μεταξοτυπίας και η πολλαπλή αναπαραγωγή του προσώπου της υποδεικνύουν ότι το έργο (και το μοντέλο) του έχει χάσει την αυθεντικότητα, την πρωτοτυπία και την μοναδικότητά του. Άρα, και την ύπαρξή του.
 Ο πίνακας βρίσκεται στην Tate Gallery του Λονδίνου.

Πηγή για την εικόνα: