Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Εορταστικά pin-up girls


Σ’ εκείνες τις τρελές δεκαετίες, τη δεκαετία του ’50 και του ’60, τα ημερολόγια, αναπόσπαστο κομμάτι του ανδρικού κόσμου των γκαράζ και των στρατώνων, στολίζονταν με εικόνες κοριτσιών που φιλοτεχνούσαν καλλιτέχνες όπως ο Αμερικανός Bill Randall.
O Randall δεν ζωγράφιζε πάντοτε pin-up girls. Στη διάρκεια του δεύτερου μεγάλου πολέμου, ενταγμένος στη γαλλική ομάδα προπαγάνδας, δημιουργούσε έργα με αντιναζιστικό περιεχόμενο. Όμως, η διασημότητα ήρθε όταν, το 1946, το περιοδικό Esquire τον επέλεξε για να εικονογραφήσει τις σελίδες του. Χαριτωμένα, προκλητικά μουτράκια και κορμιά σχεδόν πλήρως εκτεθειμένα στα βλέμματα με τα εσώρουχα ή με διάφανα ενδύματα τραβούν την προσοχή και ανάβουν τον πόθο των ανδρών. Συγχρόνως, ο Randall κερδίζει χρήματα από τις διαφημίσεις. Η General Motors, η εξορυκτική και μεταποιητική εταιρεία της Minnesota και τα σαπούνια Palmolive είναι μερικές μόνον επιχειρήσεις που ανεβάζουν τις πωλήσεις τους χάρη στα ζωγραφισμένα κορίτσια του Randall. Τη δεκαετία του ’50 ο Randall φιλοτεχνεί εξώφυλλα για μερικά από τα πλέον ευρείας κυκλοφορίας αμερικανικά περιοδικά, όπως το Colliers και το American Weekly, ενώ το 1953 εκδίδεται στο Ohio το πρώτο ημερολόγιο με δικές του εικόνες και ένα από τα πιο επιτυχημένα της εταιρείας Kemper-Thomas.
Σήμερα θυμήθηκα τον Bill Randall επειδή έχει ζωγραφίσει μερικά ιδιαιτέρως ζουμερά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα pin-ups ανάμεσα στο 1954 και στο 1957:






Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι IV


Πλούσια είναι η Μεγίστη. Το νησί μου. Οι καπεταναίοι γύριζαν με τα ελαφρά πλοιάρια από τα λιμάνια της Μεγάλης Θάλασσας και έφερναν του κόσμου τα καλούδια. Αρχόντισσες είχαν τις γυναίκες τους, πριγκίπισσες τις κόρες τους. Στις γιορτές του Σεπτέμβρη, όταν όλα τα πλοιάρια επέστρεφαν στο νησί, οι άρχοντες μετρούσαν τον πλούτο του κάθε καπετάνιου και έδιναν το πρώτο βραβείο. Εκείνη τη χρονιά όλοι οι καπεταναίοι έφεραν πλούτο στο νησί, μα άφθαστος, όπως πάντα, ήταν ο Ίστωρ, που πρώτος αυτός έφτασε μέχρι τη χώρα του μεγάλου ποταμού, τη μακρινή Κεμέτ.
Οι άρχοντες ήρθαν στο εργαστήρι μου, ένα ταπεινό εργαστήρι όπου έφτιαχνα κοσμήματα για τις αρχοντοπούλες, και παράγγειλαν ένα χρυσό στεφάνι που θα δινόταν στον πρωτοκαπετάνιο. Μου έδωσαν το χρυσάφι και διορία λίγων ημερών για να το ετοιμάσω.
Σε μένα έλαχε να φτιάξω το αριστείο. Σε μένα που ήμουν στα νιάτα μου στο ίδιο καράβι με τον Ίστωρα. Παιδιά δυνατά ήμασταν που παίζαμε πάνω στο σκάφος με τον άνεμο και τα κύματα, μόνο που εμένα παραφύλαγε το μεγάλο ψάρι και έφαγε το πόδι μου κάτω από τον αστράγαλο και έληξαν τα παιχνίδια με τον άνεμο και τα κύματα. Έτσι, σακάτης, έμαθα κοντά σε έναν παλιότερο την τέχνη της φωτιάς και των πολύτιμων μετάλλων.
Και τώρα εγώ θα στόλιζα με την τέχνη μου το κεφάλι του φίλου μου. Η δόξα θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή και το όνομά του αθάνατο θα ήταν. Η ατυχία, όπως λένε οι σοφοί, γίνεται πολλές φορές πόνος ψυχής, γίνεται ζήλεια και κακία. Σπάνια γίνεται ομορφιά. Η ψυχή μου μού είπε πως θα ήθελε αυτό το στεφάνι να στολίζει το δικό μου κεφάλι. Όλοι έλεγαν πως ήμουν το ίδιο άξιος με τον Ίστωρα, αν όχι καλύτερος.
Μα τώρα ήμουν μόνος στο εργαστήρι με μισή χούφτα χρυσάφι φερμένο από τη μακρινή Κεμέτ. Στο καμίνι τα κάρβουνα είχαν κοκκινίσει. Τα σφυριά χτυπούσαν το ζεστό χρυσάφι μέχρι να γίνει λεπτό έλασμα. Το έκοψα σε φύλα κισσού. Το σύρμα, ευλύγιστο σαν νευρώνας μικρού ζώου, θα έδενε τους μίσχους των φύλλων πάνω στον ολόχρυσο σκελετό. Ένα τσαμπί από χάντρες κισσού θα στόλιζαν το πάνω μέρος που στο μέτωπο του νικητή θα ακουμπούσε. Σαν τελείωσα την κατασκευή, το πέρασα με υγρά για να γίνει ακόμη πιο γυαλιστερό και να προστατευθεί από την αλμύρα που μαζί με τον αέρα νοστίμευε τον νου και την καρδιά μας.


Και έφτασε η μέρα. Όλο το νησί κατέβηκε στο λιμάνι. Ο άναξ απόθεσε το χρυσό στεφάνι στο κεφάλι του Ίστωρα. Ο κόσμος ζητωκραύγασε. Κανείς δεν μίλησε για μένα. Μα δεν μ’ ένοιαζε. Μόνον εγώ ήξερα πως. όταν όλα αυτά τα πρόσωπα θα έχαναν τη μορφή τους και το όνομά τους θα ξεχνιόταν μέσα στο χρόνο, αυτό που θα ζούσε πιο πολύ, αυτό που θα δοξαζόταν πιο πολύ, θα ήταν το στεφάνι, το φτιαγμένο από τα δικά μου ανώνυμα χέρια.

Σημείωση: Το χρυσό στεφάνι από τη νήσο Μεγίστη (το σημερινό Καστελλόριζο) κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ.. Το στεφάνι έφεραν οι κάτοικοι του Καστελλόριζου ως δώρο στην Αθήνα το 1913 ζητώντας την ένωσή τους με τη μητέρα-πατρίδα. Σήμερα βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.  
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι ΙΙΙ


Είχε τα χρονάκια του ο δάσκαλος, κι αυτός μικρό παιδί. Τον μύησε, απ’ όταν άρχισε να περπατάει, στη γλώσσα των ουράνιων ήχων. Του μίλησε πολλές φορές για τ’ αστέρια και για τους θεούς που απλόχερα προσφέρουν στους θνητούς τα μυστικά του ουρανού.
«Λίγοι στήνουν αυτί για να τ’ ακούσουν», έλεγε ο δάσκαλος.
Γλυκόλαλη ήταν η φωνή του και τα νευρώδη δάχτυλα, όταν έπιανε την άρπα στα χέρια του, έτρεχαν πάνω στις χορδές, μαγεύοντας τα δελφίνια που έπαιζαν στα ήρεμα νερά της Κέρειας. Άρεσε στα χαριτωμένα αφρόψαρα να τον ακούνε να ψέλνει στους γάμους των νέων παιδιών, στις γιορτές της άνοιξης, στις συνάξεις του νησιού.
Και, κάποια στιγμή, έτσι όπως ανερμήνευτα γίνονται κάποια πράγματα, μια θλίψη έφερε η ομορφιά των ήχων στο νέο αγόρι. Χωρίς να καταλάβει το γιατί, πήγε στην ακτή με τις σπαρμένες μαρμαρόπετρες και ξεχώρισε το πιο καθαρό κομμάτι. Ένα τόσο δα κομμάτι μάρμαρο διάλεξε, ίσα με μια ανοιχτή παλάμη. Το έψαξε κοντά κοντά. Καμιά αράχνη δεν είχε βρει καταφύγιο στα σωθικά του. Κανένα όστρακο δεν φώλιασε πάνω του. Κάτασπρο σαν το γάλα ήταν.
Πήρε τη μικρή του σμίλη και άρχισε να το σκαλίζει. Πρώτα σμίλεψε τον θρόνο.
«Κάθε θεός έχει τον θρόνο του», έλεγε ο δάσκαλος, κι ας μην είχε δει ποτέ του θρόνο και ποτέ του θεό.
Μετά τον έβαλε να καθίσει στη σωστή θέση. Πάνω στο δεξί του πόδι έπρεπε να ακουμπήσει με σιγουριά η άρπα. Εκεί όμως που στάθηκε πιο πολύ ήταν τα χέρια του. Αφαίρεσε με τη σμίλη ό,τι περίσσευε από το μάρμαρο μέχρι να σχηματιστούν τα λεπτά και ευλύγιστα δάχτυλά του, και μετά τα έτριψε με ψιλή άμμο μέχρι να αποκτήσουν βελούδινη όψη. Τελευταίο σκάλισε το κεφάλι. Το έβαλε να «βλέπει» ψηλά, στον ουρανό.
«Μ’ αυτόν τον ουρανό συνομιλούν τα εξαίσια πνεύματα», έλεγε ο δάσκαλος.
Τέλος, βύθισε το γλυπτό στη θάλασσα. Βάφτηκε ολόκληρο με ένα διάφανο μπλεδί.
Στο μνήμα που άνοιξαν κάτω στον όρμο ακούμπησαν το αγαπημένο λείψανο του αρπιστή. Στα ενωμένα χέρια του απάνω ακούμπησε ο νέος το υπέροχο ειδώλιο.
Εκεί που έσβηνε ο φλοίσβος έκλαιγαν τα δελφίνια.

Σημείωση: Ο μαρμάρινος αρπιστής της Κέρου είναι από τα πιο γνωστά ειδώλια του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού (2700-2300 π.Χ.). Έχει ύψος 0.225 μέτρα και βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι ΙΙ


Η Μελίτη, κόρη του δαδοποιού Φιλάρετου, κεντούσε το πέπλο του Υμέναιου καιρό τώρα. Ήταν παιδούλα ακόμη, μα μεγαλύτερη έδειχνε. Ήταν όμορφη και τρυφερή. Το δέρμα της ήταν λευκό, πιο λευκό από το γάλα, και η φωνή της πιο γλυκιά από της λύρας. Ήταν περήφανη η Μελίτη, περήφανη σαν ατίθασο άλογο.
Είδε τον νέο να περνάει μπροστά από το παραθύρι της, ημίγυμνο, νευρώδη, με τετράγωνους ώμους. Έλαμπε το στενόμακρο πρόσωπό του, ενώ από το κεφάλι του έτρεχαν, όμοιοι με φλόγες, οι καλοπλεγμένοι βόστρυχοι. Ίδιος θεός ήταν ο αγαθός νέος της Βολομάνδρας με το μοναδικό χαμόγελο. Πήγαινε στην αγορά. Ένας ποιητής είχε φθάσει στην πόλη. Ένας σοφός ποιητής, είπε κάποιος. Όλοι οι πολίτες εκεί θα ήταν μαζεμένοι. Χαρούμενοι θα ήταν και θα χαμογελούσαν με ψυχή ανάλαφρη. Θα πείραζαν ο ένας τον άλλον και θα χαίρονταν, γιατί είχαν μάθει από τους ποιητές πως κανείς δεν γίνεται να ελπίζει σ’ ολάκερη την ευτυχία. ένα μικρό μερίδιο μπορεί να προσδοκά μονάχα  κει που δεν το περιμένει.
Έτσι έγινε. Η ζωή του νέου δεν κράτησε πολύ. Αφήνιασε το άλογο ένα πρωί. Πιάστηκε το πόδι του στα γκέμια. Ξωπίσω του τον τράβηξε το άτι. Σφηνώθηκε ανάμεσα σε δυο δέντρα. Εκεί χωρίστηκε από το κορμί η χαμογελαστή ψυχή του.
Το άγαλμα που στήσανε μπροστά στο ιερό δεν προκαλούσε θλίψη. Ίσα ίσα, γλύκαινε την ψυχή των προσκυνητών.


Λίγο καιρό μετά, μια φεγγαρόφωτη νύχτα,  η Μελίτη βγαίνει κρυφά από το σπίτι της και πάει στο ιερό. Αστράφτει η χαμογελαστή πέτρα στο σκοτάδι. Η παιδούλα κρατάει στο χέρι της ένα μπακιρένιο δοχείο γεμάτο με πυρίκαυστο υγρό. Ανεβαίνει στο μαρμάρινο βάθρο του αγάλματος και απλώνει το εύφλεκτο υγρό πάνω στο κορμί του νέου. Σαν τελειώνει, βγάζει από τον κόρφο της το δαντελένιο πέπλο, αυτό που έπλεκε για την ημέρα του γάμου της,  και τυλίγει το λατρεμένο κορμί.
«Πού νάξερες», του λέει και τον χαϊδεύει τρυφερά, «έτοιμη ήμουν να σε δεχτώ».
Το χάδι αυτό, το τελευταίο, το τόσο θερμό, δίνει φωτιά στο μάρμαρο. Φουντώνει στη στιγμή το πυρίκαυστο υγρό και καίγεται μαζί του η παρθενική δαντέλα.
«Το χνάρι της Αφροδίτης», είπαν εκστασιασμένοι οι περαστικοί, όταν στο φως του ήλιου είδαν ανάγλυφα πάνω στο υπέροχο γλυπτό τα ανεξίτηλα  στολίδια της θεάς.

Σημείωση: Ο επιτύμβιος κούρος της Βολομάνδρας, που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει ύψος 1,79 μέτρα, κατασκευάστηκε μεταξύ 570 και 550 π.Χ. και είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους της μέσης αρχαϊκής περιόδου.  Η διακοσμητική του απόδοση έχει γίνει με μεγάλη επιτηδειότητα και οι λεπτομέρειες του σώματος είναι πολύ στρογγυλεμένες.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Ι


Μια φορά κι έναν καιρό, στο Σούνιο, ένας νεαρός αθλητής κερδίζει την πρώτη νίκη του σε ναυτικούς αγώνες που έγιναν προς τιμήν του Ποσειδώνα. Είναι περήφανος, όπως κάθε αθλητής που αριστεύει, όπως κάθε πολεμιστής που βγαίνει νικητής. Η αμοιβή του, ένα στεφάνι ελιάς. Ο ένδοξος νέος, γνωρίζοντας πως έχει κερδίσει την αθανασία, περπατάει περήφανος προς τον ναό του Ποσειδώνα, ο οποίος δεσπόζει σε όλο το Αιγαίο, μπαίνει στο ναό και στέκεται ταπεινά μπροστά στο άγαλμα του θεού των θαλασσών. Με τελετουργικές κινήσεις βγάζει το στεφάνι από το κεφάλι του και το εναποθέτει στα πόδια του αγάλματος. Βγαίνοντας από το ναό το πλήθος τον αποθεώνει.
Λίγο καιρό αργότερα ο νεαρός αθλητής πεθαίνει. Οι γονείς του κλαίνε πάνω στο δοξασμένο λείψανο, μα ξέρουν πως στα σπίτια των δοξασμένων νικητών ο θρήνος δεν πρέπει να παρατραβά. Καλούν τότε τον πιο διάσημο γλύπτη της Αθήνας και του παραγγέλνουν να σμιλέψει την εικόνα του ένδοξου παιδιού τους στο μάρμαρο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο γλύπτης,  τοποθετεί την επιτύμβια στήλη στον τάφο του.


Οι περαστικοί περνούν μπροστά από τη μαρμάρινη στήλη μνημονεύοντας κάθε φορά το δοξασμένο όνομά του, τα νιάτα του και τον άδικο χαμό του. Ο νεαρός αθλητής εικονίζεται  με γερτό το κεφάλι. Σκεφτικός. Ίσως και λίγο θλιμμένος.  Ο σοφός -και ανώνυμος- γλύπτης έχει αποτυπώσει πάνω στην ανάγλυφη στήλη τα δικά τους συναισθήματα και τις δικές τους σκέψεις. Για τη δόξα και τη μοίρα των ανθρώπων. Για τη ζωή -σε όλο της το μεγαλείο- και για το θάνατο.

Σημείωση: Ο Αυτοστεφανούμενος είναι αναθηματικό ανάγλυφο αθλητή. Βρέθηκε στο Σούνιο, κοντά στον ναό της θεάς Αθηνάς, και κατασκευάστηκε από πεντελικό μάρμαρο. Έχει ύψος 0,48 μέτρα και πλάτος 0.49 μέτρα. Το έργο χρονολογείται γύρω στο 460 π.Χ.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Απόψε στη Σαμαρκάνδη


«Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στη Βαγδάτη ένας Χαλίφης και ο Βεζίρης του ... Μια μέρα, ο Βεζίρης έφτασε μπροστά στον Χαλίφη ωχρός και τρεμάμενος: “Συγχώρεσε τον τρόμο μου, Φως των Πιστών, αλλά μπροστά στο παλάτι μια γυναίκα μέσα στο πλήθος με έσπρωξε. Γύρισα προς τα πίσω. Και αυτή η γυναίκα, με όψη ωχρή, μαλλιά σκούρα και τον λαιμό σκεπασμένο με μια κόκκινη εσάρπα, ήταν ο Θάνατος. Καθώς με κοίταζε, έκανε μια χειρονομία προς το μέρος μου. [...] Αφού ο Θάνατος με ψάχνει εδώ, Αφέντη, δώσμου την άδεια να φύγω και να κρυφτώ μακριά από ‘δω, στη Σαμαρκάνδη. Αν βιαστώ, θα είμαι εκεί πριν από το βράδυ. Κι αμέσως απομακρύνθηκε καλπάζοντας γοργά με το άλογό του και εξαφανίστηκε μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης προς τη Σαμαρκάνδη. Ο Χαλίφης βγήκε τότε από το παλάτι του και συνάντησε κι αυτός τον Θάνατο: “Γιατί τρόμαξες τον Βεζίρη μου, που είναι νέος και υγιής;” τον ρώτησε. Και ο Θάνατος απάντησε: “Δεν ήθελα να τον τρομάξω, αλλά, βλέποντάς τον στη Βαγδάτη, μου ξέφυγε μια χειρονομία έκπληξης, γιατί εγώ τον περιμένω απόψε στη Σαμαρκάνδη”».
Αυτή η παραβολή είναι το θέμα του σημαντικότερου θεατρικού έργου του Jacques Deval, με τίτλο Ce soir à Samarcande (Απόψε στη Σαμαρκάνδη), το οποίο, σε σκηνοθεσία του Jean Darcante, πρωτοπαρουσιάστηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1959 στο ιστορικό Théâtre de la Renaissance.  


Στην ιστορία, λέει ο Clément Rosset, η πρόβλεψη πραγματοποιείται χάρη στην ίδια κίνηση που επιχειρεί να την ξορκίσει: ο Βεζίρης, καλπάζοντας προς τη Σαμαρκάνδη, κατευθύνεται προς τον θάνατο από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει. Η προσοχή μας όμως πρέπει να στραφεί προς κατιτί βαθύτερο: ο Βεζίρης θα ήταν ανίκανος, αν κάποιος του το ζητούσε, να εξηγήσει τι του συνέβη. Οπωσδήποτε εξαπατήθηκε, αλλά δεν θα ήταν σε θέση να πει ποιο συμβάν ανέμενε, το οποίο σβήστηκε τελικά από το πραγματικό συμβάν κατά τρόπο απροσδόκητο, ή και «λοξό». Το τρομερό συμβάν συνέβη, αλλά συντελέστηκε διαψεύδοντας την προσδοκία του ίδιου συμβάντος για το οποίο πίστευε βέβαια ότι θα συνέβαινε, όμως με άλλον τρόπο.
Ο Βεζίρης περίμενε ότι θα πέθαινε το ίδιο βράδυ, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο ούτε σ’ αυτόν τον τόπο (στη Σαμαρκάνδη): φοβόταν ότι θα πέθαινε με άλλον τρόπο και σε άλλον τόπο. Ποιον άλλον τρόπο, ποιον άλλον τόπο; Πώς να ξέρει; Πάντως, ούτε απόψε, ούτε στη Σαμαρκάνδη.


Παίζει έτσι, όπως όλοι μας, το παιχνίδι μιας παντοδύναμης και πολύτροπης ειμαρμένης, η οποία καταφέρνει και ματαιώνει όλα τα μέσα που επιστρατεύουμε για να την αντιμετωπίσουμε. Ωστόσο, αυτή η ειμαρμένη συγκεκριμενοποιείται κάπως περισσότερο από τη στιγμή που παραδεχόμαστε την απροσδιοριστία της: το μοιραίο συμβάν μάς καταλαμβάνει εξ απήνης, διαγράφοντας ένα υποθετικό άλλο συμβάν για το οποίο τίποτα, ποτέ, δεν μας είχε περάσει από το μυαλό και ούτε είχαμε ποτέ καμιά ιδέα γι’ αυτό. Η έκπληξη προέρχεται από το γεγονός ότι απορρίπτουμε το πραγματικό συμβάν εν ονόματι μιας πραγματικότητας που δεν την έβαλε ούτε θα μπορούσε να την βάλει ποτέ ο νους μας. Θύμα της εξαπάτησης είναι, λοιπόν, όποιος αναμένει ένα συμβάν, αλλά εκπλήσσεται όταν το βλέπει να συμβαίνει. Υπάρχει βεβαίως κάποιου είδους απάτη, που εδρεύει ακριβώς στην ψευδαίσθηση ότι έχουμε εξαπατηθεί, στην ψευδαίσθησή μας να πιστεύουμε πως υπάρχει «κάτι» που τη θέση του πήρε τελικά η πραγματοποίηση του συμβάντος. Όμως, σ’ αυτήν την περίπτωση, απατηλή αποδεικνύεται εν τέλει η εντύπωσή μας ότι έχουμε εξαπατηθεί. Όταν ένα συμβάν πραγματοποιηθεί, δεν έχει κάνει τίποτα άλλο από το να πραγματοποιηθεί. Δεν έχει πάρει τη θέση ενός άλλου συμβάντος.


Πηγές:
Rosset Cl. (2008). Το πραγματικό και το διπλό του. Μτφρ. Ζ. Αντωνοπούλου-Τρεχλή. Αθήνα: Αρμός.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

Κι όμως ... κινείται!


Τον Ιανουάριο του 1912, μέσα στη γενικευμένη παράκρουση που επικρατούσε και που καλλιέργησε το έδαφος για τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, ο Marcel Duchamp ζωγραφίζει ένα ιδιαίτερο έργο: Nu descendant un escalier No 2 (Γυμνό που κατεβαίνει τη σκάλα Νο 2). Το έργο, που εκτέθηκε την επομένη χρονιά στο πρώτο Armory Show της Νέας Υόρκης, προκάλεσε αίσθηση και πολλές συζητήσεις. Ο Duchamp ζωγραφίζει μια μηχανόμορφη φιγούρα (αντρική ή γυναικεία, ποιος ξέρει;) να κατεβαίνει τη σκάλα, κι εμείς βλέπουμε την κίνησή της σαν να πρόκειται για διαδοχικά ενσταντανέ. Οι γραμμές και οι φόρμες αλληλοκαλύπτονται. Με αυτό το έργο ο Duchamp πετυχαίνει μια νίκη, ικανοποιώντας την επιθυμία που καίει την ψυχή κάθε ζωγράφου: να αιχμαλωτίσει την κίνηση πάνω στον καμβά.


Οι κυβιστές διαμαρτύρονται. Μια φιγούρα που την βλέπουμε να κινείται και γίνεται αντιληπτή από μία οπτική γωνία δεν είναι του γούστου τους. Αυτοί προτιμούν μια φιγούρα ακίνητη την οποία μπορούμε να την δούμε από διάφορες οπτικές γωνίες. Ο εμβληματικότερος από όλους τους κυβιστές, ο Pablo Picasso, έχει δώσει το στίγμα. Ζωγραφίζει ένα σύνολο από διάσπαρτες φόρμες, ελλείποντα ή διπλοζωγραφισμένα στοιχεία και άλλα που αιωρούνται δίχως να έχουν αποφασίσει σε ποια πλευρά του αντικειμένου ανήκουν.  Μια ανησυχητική ακαταστασία, κι όμως μια ισορροπία. Ένα κρυφοκοίταγμα του θεατή από διάφορες γωνίες, κατάργηση, με άλλα λόγια, του σταθερού σημείου θέασης: αυτή είναι η πρότασή του.


 «Εδώ και πολύ καιρό πάψαμε να υποστηρίζουμε πως παριστάνουμε τα πράγματα όπως τα βλέπουμε. Ήταν μια οφθαλμαπάτη που δεν υπάρχει λόγος να την επιδιώκουμε. Δεν θέλουμε ν’ αποτυπώσουμε στο μουσαμά τη φανταστική εντύπωση μιας φευγαλέας στιγμής […] Γιατί να μην είμαστε συνεπείς ώστε ν’ αποδεχθούμε το γεγονός πως ο πραγματικός σκοπός μας είναι περισσότερο να κατασκευάσουμε παρά να αντιγράψουμε κάτι; Όταν σκεφτόμαστε ένα αντικείμενο […], δεν εμφανίζεται μπροστά στα μάτια του νου μας όπως θα το βλέπαμε με τα φυσικά μας μάτια. Μπορούμε –και αυτό κάνουμε- να σκεφτούμε τις διάφορες όψεις του την ίδια στιγμή. Μερικές από αυτές προβάλλουν τόσο καθαρά, που νομίζεις πως μπορείς να τις αγγίξεις και να τις ψηλαφίσεις. άλλες είναι κάπως σβησμένες. Κι όμως, αυτό το παράξενο συνονθύλευμα από εικόνες αντιπροσωπεύει “το αληθινό” αντικείμενο περισσότερο απ’ όσο μια φωτογραφία ή ένας λεπτομερειακός πίνακας». Αυτός υποθέτει ο E.H. Gombrich ότι θα ήταν ο συλλογισμός του Picasso που τον οδήγησε να συνθέσει τους περίφημους κυβιστικούς του πίνακες.
Και για το τέλος ένα ταξίδι στο παρελθόν, πιο συγκεκριμένα γύρω στο 1470. Ένας νεαρός ζωγράφος, γνωστός ως Liberale da Verona, ζωγραφίζει έναν πίνακα με αρχαιοελληνικό θέμα: την αρπαγή της Ευρώπης από τον μεταμορφωμένο σε ταύρο Δία. Σε αυτό το έργο, ο μύθος εκτυλίσσεται σε δύο διαδοχικές φάσεις, με την καθεμία να καταλαμβάνει από μία άκρη του πίνακα. Στα δεξιά, η Ευρώπη ετοιμάζεται να ανέβει στην πλάτη του ταύρου και, στα αριστερά, ταξιδεύει προς τη νέα της πατρίδα, στην οποία θα δώσει το όνομά της.






Χρειάστηκαν σχεδόν πεντακόσια χρόνια για να αποδοθεί ζωγραφικά η κίνηση, αρχίζοντας από την αναγεννησιακή διαδοχή διαφορετικών χρονικών στιγμών μέχρι την ταυτόχρονη απόδοση διαδοχικών εικόνων του χρόνου μέσα στον χώρο. Ενδιαμέσως, η κυβιστική πρόταση που θέλει τον χρόνο να γίνεται υποκειμενική υπόθεση του παρατηρητή, για τον οποίο δέχεται προϋποθετικά ότι είναι αυτός που κινείται στον χώρο. Ο φουτουρισμός, οι χρονοφωτογραφίες και ο κινηματογράφος διευκολύνουν την εξέλιξη.

Eadweard Muybridge, 
Woman Walking Downstairs (1887) 
Χρονοφωτογραφία.

Η χρονική στατικότητα, που καταστατικά συνδέεται με τη ζωγραφική, βρίσκεται εν τέλει τρόπος να υπερβαθεί. 

Πηγές:
Gombrich, E.H (1994) Το χρονικό της τέχνης. Μτφρ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα: Μ.Ι.Ε.Τ., σ. 574.