Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2016

Ατομικά δικαιώματα


«Ο άνθρωπος πρέπει να πράττει έτσι ώστε να μεταχειρίζεται πάντοτε όλους τους άλλους ανθρώπους –όπως και τον εαυτό του- ως σκοπούς και όχι μόνον ως μέσα για την επίτευξη των πράξεών του»: αυτή είναι η βασική αρχή της ηθικής φιλοσοφίας του Immanuel Kant και αυτήν έχουν ως βάση οι θεωρίες του Αμερικανοεβραίου φιλοσόφου και καθηγητή στο Harvard Robert Nozick.
Ο Nozick, στο σημαντικό έργο του Anarchy, State and Utopia (Αναρχία, κράτος και ουτοπία) που εκδόθηκε το 1974, περιγράφει τα άτομα ως ιδιοκτήτες του εαυτού τους (self-owners), μια έννοια που παραπέμπει στη φιλοσοφία του John Locke. Πρόκειται για την αντίληψη που θέλει τα άτομα να έχουν την ιδιοκτησία του εαυτού τους, πιο συγκεκριμένα του σώματος, των ταλέντων, των ικανοτήτων και της εργασίας τους και, κατά συνέπεια των προϊόντων που προκύπτουν από τα ταλέντα, τις ικανότητες και την εργασία τους. Κάθε άτομο έχει πάνω στον εαυτό του όλα τα προνόμια που ένας αφέντης έχει πάνω στον δούλο του. Και βέβαια, η ίδια αντίληψη που θέλει τον άνθρωπο δούλο του εαυτού του είναι τελείως αντίθετη με την υποδούλωση ενός ανθρώπου από κάποιον άλλο. Με άλλα λόγια, η σκλαβιά είναι κακή, επειδή ακριβώς ένας άνθρωπος νομιμοποιείται να υποτάσσεται μόνο στον εαυτό του.


Εάν όμως τα άτομα είναι, όπως τα περιγράφει ο Kant, σκοποί και ιδιοκτήτες του εαυτού τους, τότε –υποστηρίζει ο Nozick- έχουν δικαιώματα: το δικαίωμα της ζωής, της ελευθερίας και των καρπών του μόχθου τους. Το να έχεις κάτι σημαίνει πως έχεις μια δέσμη δικαιωμάτων –να κατέχεις αυτό το κάτι, να το διαθέτεις, να αποφασίζεις τι να το κάνεις. Αυτό σημαίνει ιδιοκτησία. Επομένως, το να είσαι ιδιοκτήτης του εαυτού σου, σημαίνει πως έχεις δικαιώματα πάνω σε ότι συγκροτεί αυτό που ονομάζουμε εαυτό και αυτά τα δικαιώματα λειτουργούν ως περιορισμοί για τον τρόπο που οι άλλοι ενεργούν και συμπεριφέρονται απέναντί σου.  
Το επόμενο βήμα για τον Nozick είναι, πάνω στις προηγούμενες αντιλήψεις, να στηρίξει την άποψή του ότι η φορολόγηση, ως μηχανισμός αναδιανομής προκειμένου οι σύγχρονες κοινωνίες να χρηματοδοτήσουν κρατικά προγράμματα πρόνοιας, είναι ανήθικη. Η φορολόγηση ισοδυναμεί με ένα είδος καταναγκαστικής εργασίας, εφόσον, όταν εσύ εργάζεσαι, το προϊόν της εργασίας σού αφαιρείται δια της βίας μέσω της φορολόγησης. Γίνεσαι τότε μερικώς υπόδουλος, εφόσον το κράτος σού παρέχει πρόσβαση σε ορισμένα κοινωνικά αγαθά, τα οποία στην ουσία χρηματοδοτούνται από τους φόρους που εξασφαλίζονται από την εργασία σου. Έτσι, κάθε πολίτης του κράτους γίνεται κατά κάποιον τρόπο ιδιοκτήτης σου (ιδιοκτήτης του μόχθου σου), πράγμα αντίθετο με την αρχή της ιδιοκτησίας του εαυτού.


Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Nozick, τα κοινωνικά προγράμματα των σύγχρονων κρατών είναι ανήθικα, όχι μόνον επειδή είναι ανεπαρκή και κακοδιοικούμενα, αλλά γιατί μετατρέπουν τους πολίτες σε δούλους. Συνεπώς, μόνο το ελάχιστο κράτος μπορεί να δικαιολογηθεί, υποστηρίζει ο φιλόσοφος, εννοώντας ένα κράτος το οποίο, όπως το είχε διατυπώσει ο Locke, παίζει τον ρόλο του «νυχτοφύλακα», στον οποίο ανατίθενται τρεις κύριες λειτουργίες: η διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό, η τήρηση των συμβολαίων και η προστασία από εξωτερικές επιθέσεις. Ένα τέτοιο κράτος δεν νομιμοποιείται να ελέγξει τι τρώνε οι πολίτες του ή τι πίνουν (είναι το δικαίωμα στο σώμα τους), τι δημοσιεύουν ή τι διαβάζουν (είναι το δικαίωμα στον μόχθο τους), ούτε μπορεί να επιβάλει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ή τη δημόσια παιδεία (είναι το δικαίωμα στους καρπούς του μόχθου τους). Και βέβαια, δεν μπορεί να ρυθμίσει την οικονομική ζωή, μέσω π.χ. του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, του ελέγχου της τιμής του ενοικίου κ.λπ., επειδή, εάν το κάνει, κινδυνεύει να προκαλέσει συνέπειες όπως η ανεργία, η καταβύθιση του πεδίου των ακινήτων κ.λπ.
Υποστηρίζει ο Nozick μια αναρχική κοινωνία; Η απάντηση είναι όχι, ακριβώς επειδή μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα και σε αυτήν, ισχυρίζεται ο φιλόσοφος, το ελάχιστο δυνατό κράτος που θα απαιτηθεί μπορεί επίσης να υποδουλώσει τους πολίτες του, ενώ, επιπλέον, οι ανάγκες των ανθρώπων θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη λειτουργία αγοράς, της οποίας η αναγκαιότητα για νόμους θα κατέληγε στη νόμιμη χρήση βίας, που και αυτή θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να χρηματοδοτηθεί –η φορολόγηση θα ήταν το πιο πρόσφορο μέσον.
Η πολιτική φιλοσοφία του Nozick κινείται στη μεγάλη παράδοση του κοινωνικού συμβολαίου, όπως διαμορφώθηκε από τον Hobbes, τον Locke και τον Rousseau, με τη διαφορά ότι γι’ αυτόν τα ατομικά δικαιώματα δεν έπονται αλλά προηγούνται του κοινωνικού συμβολαίου, και μάλιστα θέτουν περιορισμούς στον σχεδιασμό του.
Ο Robert Nozick πέθανε το 2002, σε ηλικία 64 χρονών.

Πηγές:

Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2016

Η κοινοτοπία του κακού


Το 1959, η ισραηλινή Μοσάντ κατάφερε να εντοπίσει στην Αργεντινή τον Γερμανό αντισυνταγματάρχη Adolf Eichmann, τον άνθρωπο που είχε χαρακτηριστεί αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, της μαζικής δολοφονίας 6 εκατομμυρίων Εβραίων. Ο Eichmann μεταφέρθηκε στο Ισραήλ και μετά από 9 μήνες, στις 11 Απριλίου 1961, άρχισε εκεί η δίκη του. Κατηγορήθηκε για 15 εγκλήματα, ανάμεσα στα οποία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα εναντίον του εβραϊκού λαού, συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση.


Η ισραηλινή κυβέρνηση φρόντισε ώστε η δίκη να καλυφθεί ευρέως από τα μεγαλύτερα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Το περιοδικό The New Yorker έστειλε στη δίκη τη ρεπόρτερ Hanna Arendt. Επρόκειτο για τη σπουδαία Γερμανοεβραία φιλόσοφο, μαθήτρια και ερωμένη στο παρελθόν του Martin Heidegger, η οποία από το 1950 είχε αποκτήσει αμερικανική υπηκοότητα, ενώ το 1951 είχε ταράξει τα νερά διερευνώντας τις ομοιότητες μεταξύ ναζισμού και σταλινισμού στο κλασικό έργο της Les origins du totalitarisme (Πηγές του ολοκληρωτισμού).
Η Arendt παρατηρούσε τον Eichmann σε όλη τη διάρκεια της απολογίας του: κλεισμένος μέσα σε ένα γυάλινο αλεξίσφαιρο κλουβί, ίδρωνε και ξεΐδρωνε, σκούπιζε διαρκώς τη μύτη του, υποστηρίζοντας πως με ό,τι έκανε ωφελούσε τη Γερμανία. Δεν επρόκειτο για το ναζιστικό τέρας που είχε φανταστεί η Arendt, αλλά για ένα ανθρωπάκι, για έναν ασήμαντο και μικρό άνθρωπο, όμοιο με πολλούς από αυτούς που μας περιτριγυρίζουν, ο οποίος, στερημένος από λογική σκέψη, ενεργούσε ως γραφειοκράτης και δικαιολογούσε τα εγκλήματά του ως καθήκον, ως την υποχρέωσή του να συμμορφωθεί με τους κανόνες.  


Αυτή η εμπειρία της Arendt ήταν η αφορμή για το διάσημο έργο της Eichmann à Jerusalem (Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ) και τον ακόμη πιο διάσημο υπότιτλό του La banalité du mal (Η κοινοτοπία του κακού).
Ο χαρακτηρισμός του κακού ως κοινότοπου στόχευε στο να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι θηριωδίες των Ναζί προέρχονταν από την κακόβουλη θέλησή τους να κάνουν το κακό. Ο Eichmann, ισχυρίζεται η Arendt, συμμετείχε στην «τελική λύση» όχι επειδή ήταν ένα διεστραμμένο τέρας, αλλά επειδή δεν διέθετε ούτε σκέψη ούτε κρίση. Δεν επρόκειτο για την παρουσία του μίσους σε αυτόν, αλλά για την απουσία της ικανότητας εκείνης που θα τον έκανε να δει τις πράξεις του ως κάτι απτό. Ο Eichmann δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει εσωτερικά με τον εαυτό του, πράγμα που θα του επέτρεπε να αποκτήσει αυτογνωσία και να αντιληφθεί τον σατανικό χαρακτήρα τον πράξεών του.


Τι ήταν, όμως, αυτό που του στερούσε τη σκέψη και τη κρίση; Εγκλωβισμένος σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης, στην ιδεολογία του ναζισμού εν προκειμένω, και βλέποντας τα πράγματα μέσα από παραμορφωτικό φακό, ο Eichmann ό,τι έκανε το θεωρούσε προφανές και κανονικό. Οι πιο ειδεχθείς πράξεις μπορούν με αυτόν τον τρόπο να γίνουν «κοινότοπες». «Έτσι συμβαίνουν τα πράγματα»: αυτή είναι η φράση που αιτιολογεί, αλλά καθόλου δεν δικαιολογεί, πολλές από τις ανήθικες πράξεις μας, συχνά προκαλώντας δεινά πολύ μεγαλύτερα από το εσκεμμένο κακό.
Αρνείται η Arendt την ενοχή του Eichmann; Προφανώς όχι. Απλώς του αποδίδει περιορισμένη δυνατότητα ηθικού προβληματισμού για τις πραγματικές συνέπειες της θέσης του. Σύμφωνα με τη φιλόσοφο, δεν ήταν ο εγγενής αντισημιτισμός του, αλλά η ευσυνειδησία και η προσήλωση στο καθήκον, που τον έκαναν να διαπράξει τις αποτρόπαιες πράξεις του.
Το κακό δεν προέρχεται, λοιπόν, μόνον από κάποιους υπερ-κακούς σαν αυτούς που πρωταγωνιστούν στις ταινίες του Batman, για τους οποίους είναι συνειδητή επιλογή, αλλά από ανθρώπους «της διπλανής πόρτας», όπως είμαστε όλοι εμείς, που μπορεί να εγκληματήσουμε δίχως καν την επίγνωση ότι διαπράττουμε έγκλημα, πάσχοντας από την ασθένεια της τυφλής υπακοής σε ιδεολογίες και ενεργώντας ως γρανάζια ενός μηχανισμού, αγνοώντας την ατομικότητα και τη λογική μας κρίση.


Και έτσι γίνονται επίκαιρες οι προτροπές του Immanuel Kant Sapere aude” (=να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου) και του Ralph Waldo Emerson Trust thyself” (=πίστεψε στον εαυτό σου). Η συμμόρφωση και η ομοιομορφία είναι ο εχθρός. Η γλυκύτητα και η ανεξαρτησία της μοναξιάς είναι το φάρμακο.
Ο Eichmann καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Η ποινή του εκτελέστηκε μέσα στα πρώτα λεπτά της πρώτης ημέρας του Ιουνίου 1962 στη φυλακή της Ramla. Η σορός του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες της σκορπίστηκαν στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου από ένα ισραηλινό περιπολικό σκάφος.

Πηγές: