Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Διπλά: Edgar Allan Poe, William Wilson


Για κάθε φασαρία, για κάθε ακολασία, είναι πάντοτε υπαίτιος ο William Wilson. Ένας άντρας με την ηλικία, το παράστημα και την εμφάνιση ενός άλλου. Ένα διπλό, ένας σωσίας, που ξεφυτρώνει ακάλεστος για να εκθέσει και να διασύρει το πρωτότυπό του, ακόμη και για να δώσει την καταστροφική συμβουλή του μ’ εκείνη την ψιθυριστή, υποχθόνια φωνή του. Όσο κι αν ο αυθεντικός τον αποφεύγει, όλο και τον βρίσκει μπροστά του, ανήθικο και επικίνδυνο. Ώσπου, ανάστατος και παγιδευμένος, τον αντιμετωπίζει σε μονομαχία. Το τερατώδες alter ego του τού καταφέρνει ένα χτύπημα θανατηφόρο. Ο αληθινός William Wilson υποκύπτει, ανακαλύπτοντας την ίδια στιγμή πως αυτό το φοβερό ον είναι κομμάτι του, δημιούργημά του. Ζει και πεθαίνει μαζί του. 


«Νίκησες κι εγώ πεθαίνω. Μα ωστόσο, από εδώ και μπρος, κι εσύ είσαι πεθαμένος –νεκρός για τον Κόσμο, για τους Ουρανούς, για την Ελπίδα! Ήμουν η ύπαρξή σου –και θανατώνοντάς με, δες το σ’ αυτή την εικόνα, που είναι η δική σου εικόνα, πόσο ολοκληρωτικά σκότωσες τον εαυτό σου». Αυτά είναι τα λόγια που βάζει στο στόμα του αυθεντικού William Wilson ο Edgar Allan Poe, εφόσον πρόκειται για δική του ιστορία που με τίτλο το όνομα του ήρωά της εκδόθηκε το 1839.  

Πηγές:
Πόε, τόμος Β΄, Ιστορίες, μετάφραση: Ν. Σκουλάς, Αθήνα: Πλέθρον, 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου