Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Η βασίλισσα του χιονιού» (Μέρος Β΄)


Και συνεχίζουμε με το παραμύθι του Hans Christian Andersen:
Σε μια μεγάλη πόλη, σε μια γειτονιά με ανθισμένους κήπους, ζούσαν δίπλα-δίπλα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.Τα ονόματά τους ήταν Kay και Gerda. Έπαιζαν μαζί όλη μέρα, ονειρεύονταν μαζί όλη μέρα, και ήσαν πολύ ευτυχισμένα. Ώσπου, μια μέρα, θρύψαλα από τον σπασμένο καθρέφτη των ξωτικών μπήκαν το ένα στο μάτι και το άλλο στην καρδιά του μικρού Kay. Από τότε όλα άλλαξαν. Τα τριαντάφυλλα του φαίνονταν άσχημα και άρχισε να τα ξεριζώνει. Τα παραμύθια της γιαγιάς του φαίνονταν ανόητα και τη διέκοπτε συνεχώς. Οι άνθρωποι του φαίνονταν αστείοι και τους ειρωνευόταν. Και κάποια μέρα εγκατέλειψε την πόλη και τη μικρή του φίλη. Η βασίλισσα του χιονιού, πανέμορφη αλλά με την καρδιά παγωμένη, αφού πρώτα τον φίλησε για να τον κάνει να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του και τη Gerda, τον πήρε μαζί της και με το έλκηθρό της τον μετέφερε στο παλάτι της, στην άκρη του κόσμου.


Η Gerda, με την καρδιά της σπασμένη που τον έχασε, ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι για να τον βρει και να τον φέρει πίσω. Διέσχισε έναν μαγικό ποταμό, φιλοξενήθηκε στο σπίτι μιας γριάς μάγισσας, μπήκε στον πύργο της πριγκίπισσας ενός μαγικού βασιλείου, αιχμαλωτίστηκε από ληστές, όμως δεν το έβαλε κάτω. Έφτασε τελικά στη Λαπωνία, όπου μια μάγισσα της εξήγησε τι είχε συμβεί στον Kay, της περιέγραψε τη δύναμη της βασίλισσας του χιονιού και της είπε ότι μόνο της όπλο για να αντιμετωπίσει την παγωμένη κυρά ήταν η αγάπη της για τον Kay και η αθώα της καρδιά.


Και νάτη κοντά στο παλάτι όπου ζούσε ο Kay. Ξεφεύγοντας από την επίθεση των νιφάδων του χιονιού που υπηρετούσαν τη βασίλισσα, η Gerda πολέμησε έχοντας για βοήθεια μια λεγεώνα αγγέλων που γεννήθηκαν από την ανάσα της. Ο δρόμος για το παλάτι ήταν πια ανοιχτός και η Gerda μπήκε. Εκεί βρήκε τον Kay να παίζει μόνος σε μια παγωμένη λίμνη που στο κέντρο της βρισκόταν ο θρόνος της βασίλισσας. Δουλειά του ήταν με τα λεία κομμάτια πάγου να φτιάχνει σχήματα και λέξεις, σαν να δούλευε ένα μεγάλο puzzle, και θα ελευθερωνόταν μόνον αν κατάφερνε να σχηματίσει τη λέξη «αιωνιότητα».


Η Gerda έτρεξε κοντά του και τον φίλησε γλυκά, κλαίγοντας με καυτά δάκρυα. Και τότε, ένα δάκρυ κύλησε στο στήθος του Kay και έφτασε στην καρδιά του, όπου έλιωσε τον πάγο και παρέσυρε το γυαλί που είχε σταθεί εκεί. Έκλαψε και το αγόρι κι έτσι το άλλο γυαλί βγήκε από το μάτι του. Τα δυο παιδιά σφιχταγκαλιάστηκαν και από την ευτυχία οι πλάκες γύρω τους σχημάτισαν τη λέξη «αιωνιότητα». Ο Kay ήταν πια ελεύθερος από τα μάγια της βασίλισσας.
Γύρισαν μαζί στη γειτονιά τους, όπου βρήκαν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός από τους ίδιους: αν και παιδιά στην καρδιά, είχαν μεγαλώσει, ενώ είχε φτάσει κιόλας το καλοκαίρι, ένα ζεστό, όμορφο καλοκαίρι.


Πηγή για τις εικόνες:

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Η βασίλισσα του χιονιού» (Μέρος Α΄)


Τον Δεκέμβριο του 1944 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New Fairy Tales ένα παραμύθι του Hans Christian Andersen με τίτλο «Snedronningen» («Η βασίλισσα του χιονιού»). Έχει τη μεγαλύτερη έκταση από όλα τα παραμύθια του Δανού παραμυθά και είναι χωρισμένο σε επτά ιστορίες.
Για σήμερα έχουμε την πρώτη, εισαγωγική, ιστορία, την ιστορία του σπασμένου καθρέφτη:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παμπόνηρο στοιχειό, πιο πονηρό απ’ όλα τα ξωτικά. Μια μέρα είχε μεγάλα κέφια, γιατί είχε μόλις φτιάξει έναν καθρέφτη που έκανε καθετί καλό που καθρεφτιζόταν μέσα του να ζαρώνει και να χάνεται, κι όλα τα άσχημα κι άχρηστα πράγματα να μεγαλώνουν  και να φαντάζουν δέκα φορές χειρότερα από πριν. Στον καθρέφτη αυτόν τα πιο όμορφα τοπία έμοιαζαν σαχλά κι απαίσια κι οι πιο όμορφοι άνθρωποι φάνταζαν μισητοί. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν τόσο αλλοιωμένα, που οι φίλοι τους ποτέ δε θα μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αν κάποιος από αυτούς είχε μια φακίδα στο πρόσωπο, θαρρείς και πλάταινε και γέμιζε τη μύτη και το στόμα του. Κι αν μια ευγενική σκέψη περνούσε από το μυαλό του, ο καθρέφτης ράγιζε. Το στοιχειό πίστευε πως όλα τούτα ήταν απίστευτα διασκεδαστικά και καυχιόταν για το σπουδαίο του κατασκεύασμα.


Τα ξωτικά διέδωσαν τα νέα γι’ αυτόν το μαγικό καθρέφτη και είπαν πως για πρώτη φορά όσοι κατοικούσαν στη γη θα μπορούσαν επιτέλους να δουν με τι μοιάζουν στ’ αλήθεια. Ταξίδεψαν τον καθρέφτη σε κάθε άκρη της γης, ώσπου στο τέλος δεν υπήρχε χώρα ή άνθρωπος που να μην έχει καθρεφτιστεί κι αλλοιωθεί μέσα σ’ αυτόν. Ύστερα τον πήραν μαζί τους ψηλά στα ουράνια, για να δουν αν μπορούν κι εκεί ψηλά να διασκεδάσουν το ίδιο καλά. Όμως, όσο πιο ψηλά ανέβαιναν, τόσο πιο πολύ ράγιζε ο καθρέφτης, και με δυσκολία πια τον κρατούσαν για να μη γίνει θρύψαλα. Πετούσαν, πετούσαν αδιάκοπα, όλο και πιο ψηλά, ώσπου ο καθρέφτης άρχισε να τραντάζεται όλο και πιο δυνατά, ξέφυγε από τα χέρια τους κι έπεσε στη γη σπάζοντας σε χιλιάδες, μυριάδες απειροελάχιστα κομμάτια. Κι έτσι βέβαια προξένησε ακόμα πιο πολλή δυστυχία απ’ όση προξενούσε ως τότε, γιατί τα κομματάκια του, μικρά όσο οι κόκκοι της άμμου, τα πήρε ο αέρας και χώθηκαν στα μάτια των ανθρώπων, κάνοντάς τους να βλέπουν τα πάντα στραβά και να έχουν μάτια μονάχα για ό,τι ήταν κακό και διεφθαρμένο. Γιατί κάθε μικρό κομματάκι, βλέπετε, διατηρούσε τις αλλόκοτες ιδιότητες του καθρέφτη ολόκληρου. Μερικοί άνθρωποι, μάλιστα, ήταν πολύ άτυχοι, γιατί κάποιο κομμάτι χώθηκε στην καρδιά τους, κι αυτή γίνηκε κρύα και σκληρή, σαν μια μάζα από πάγο.
Μερικά θρύψαλα αυτού του απαίσιου καθρέφτη ακόμα πετούν στον αέρα και πολύ σύντομα θ’ ακούσουμε γι’ αυτά».
Μετά από αυτήν την εισαγωγή, ο Andersen θα ξετυλίξει μια ιστορία απώλειας, αγάπης, ενηλικίωσης, μια ιστορία για την αιώνια μάχη του καλού με το κακό.

Πηγές:

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Χριστουγεννιάτικα παραμύθια: H. C. Andersen, «Το έλατο»


Πώς να το εξηγήσω; Τα Χριστούγεννα, μαζί με τον θόρυβο, τη μουσική, την πολυχρωμία, τα χαμόγελα, τα δώρα, εισβάλλει ανεπαίσθητα στη ζωή μας και μια μελαγχολία. Μικρή, διακριτική, αλλά παρούσα, σαν ένα λεπτό πέπλο που θολώνει λιγάκι την εικόνα. Είναι μια μελαγχολία για όσα δεν κάναμε καθόλου; Για όσα κάναμε, αλλά όχι σωστά; Για τους ανθρώπους που χάσαμε στον δρόμο; Για τον χρόνο που πέρασε; Γι’ αυτόν που θα έρθει;
Ένα παραμύθι θα διηγηθούμε σήμερα, γραμμένο από τον ξακουστό Δανό παραμυθά Hans Christian Andersen. Δημοσιεύτηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1844 κι ένα έλατο είναι το θέμα του.
Ένα έλατο που μεγαλώνει όμορφα στο δάσος. Που νιώθει στα κλαδιά του το αεράκι να πεταρίζει. Που φιλοξενεί πουλιά στα κλαδιά του να τερετίζουν. Πού το χαϊδεύει ο ζεστός ήλιος. Που μαζεύει παρέες παιδιών στον ίσκιο του να πολυλογούν και να τρώνε βατόμουρα και φράουλες. Τόσες χαρές, κι εκείνο αισθανόταν δυστυχισμένο. Του φαινόταν ότι μεγάλωνε αργά και ότι υστερούσε σε σύγκριση με τα πανύψηλα δέντρα που το περικύκλωναν.


Το φθινόπωρο έβλεπε τους ξυλοκόπους να κόβουν τους ολόισιους κορμούς για να τους στείλουν ταξίδι στο πέλαγος, ξύλα στο κορμί των πλοίων, τέλεια κατάρτια. Κι ήθελε κι εκείνο να ταξιδέψει στη θάλασσα, με το κορμί του γυμνό από κλαδιά, να φέρνει το άρωμα του δάσους καταμεσής στη θάλασσα. Και μετά ήρθαν τα Χριστούγεννα, και τα έλατα με τα πυκνά κλαδιά στόλισαν σπίτια και αυλές, ντυμένα με μπάλες πολύχρωμες και φωτάκια. Το ελατάκι απογοητεύτηκε. Πόσο άσχημο ήταν, ώστε κανείς δεν το καταδεχόταν. Το άφηναν εκεί, στο δάσος, μοναχό.
Να όμως που τα επόμενα Χριστούγεννα ήρθε και η σειρά του. Πήρε τη θέση του σε ένα μεγάλο δωμάτιο, πλάι σε κουνιστές πολυθρόνες, μεταξένιους καναπέδες και κομψά βάζα. Νεαρές κυρίες στόλισαν τα κλαδιά του με καραμέλες, φρούτα και κεριά. Κι έβαλαν στην κορυφή του το πιο φωτεινό αστέρι. Επιτέλους! Ήταν τόσο όμορφο με όλα τα φωτάκια του αναμμένα. Μέχρι που τα παιδιά άτσαλα τράβηξαν τα δώρα τους από τα κλαδιά του και κάθισαν στη βάση του για να πουν ιστορίες που παρόμοιές τους δεν είχε ποτέ ακούσει στο δάσος.


Αυτό ήταν. Την άλλη μέρα του έβγαλαν τα στολίδια και το πέταξαν σε μια σοφίτα παρέα με τα ποντίκια της. Κι εκεί ξανάφερε στον νου του τη ζωή του. Τότε που ήταν στο δάσος, με τη μικρή σημύδα πλάι του ίδια πριγκίπισσα, τότε που έλαμψε από το φως των κεριών για μια νύχτα, την πιο ευτυχισμένη του νύχτα.
Να όμως που η ζωή του θα γνώριζε κι άλλες περιπέτειες. Η σοφίτα έπρεπε να καθαριστεί και το έλατο ήταν κατάλληλο για να καεί στο τζάκι. Το μετέφεραν, λοιπόν, στην αυλή, το έκοψαν κομμάτια και άφησαν το αστέρι του στα χέρια των παιδιών. «Τι άσχημο, γέρικο έλατο», είπε ένας πιτσιρικάς και το δέντρο ξαναθυμήθηκε τη νιότη του στο δάσος κι ευχήθηκε με όλη του τη δύναμη να ξαναήταν εκεί.


Όμως, αντί για το δάσος, τα κομμάτια του τάισαν το τζάκι και κάθε φορά που άρπαζαν φωτιά ακουγόταν ένα «ποπ» σαν αναστεναγμός, καθώς του ερχόταν στον νου μια καλοκαιρινή ημέρα στο δάσος και το βράδυ των Χριστουγέννων, μέχρι που στο τέλος ... κάηκε.
«Τα αγόρια συνέχισαν να παίζουν στον κήπο και το μικρότερο φόρεσε στο στήθος του το χρυσό αστέρι, με το οποίο είχε στολιστεί το δέντρο το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ύπαρξής του. Τώρα, όλα ήταν παρελθόν. Η ζωή του δέντρου ήταν παρελθόν και η ιστορία επίσης –γιατί όλες οι ιστορίες πρέπει κάποια στιγμή να φτάνουν στο τέλος τους».
Έτσι τελειώνει το παραμύθι του ο Hans Christian Andersen και αφήνει εμάς να σκεφτούμε για την ευτυχία και το παρελθόν, για τη θλίψη και το μέλλον.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Hotel New York


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το νέο βιβλίο του Βλάσση Τρεχλή με τίτλο Hotel New York
Πρόκειται για μια μυθιστορηματική περιπλάνηση στις οδούς της μετανάστευσης, για μια συναρπαστική τοιχογραφία της Ευρώπης των αρχών του προηγούμενου αιώνα.
Ο νεαρός ήρωας του βιβλίου, αναζητώντας την τύχη του, ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι από τη Ζαχλωρού για τη Νέα Υόρκη μέσω Ρότερνταμ. Ενδιάμεσος σταθμός το Παρίσι. Έναν μήνα πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος στη γαλλική πρωτεύουσα διασταυρώνονται καλλιτεχνικά ρεύματα, ιδέες και ιδεολογίες. συναντιούνται ζωγράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, αλλά και καθημερινοί άνθρωποι. Συγκρούσεις, ίντριγκες και πολιτικές δολοφονίες είναι η αφετηρία του χάους στο οποίο θα παρασυρθούν οι κοινωνίες της Ευρώπης.

Για ξεφύλλισμα πατήστε εδώ:

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα της Emma Woodhouse (Μέρος Β΄)


Και να που η μέρα φτάνει. 24 Δεκεμβρίου, με παγωνιά και πιθανότητα το βράδυ να χιονίσει. Αν επρόκειτο για άλλο σπίτι και για άλλη συντροφιά, η έξοδος θα είχε ματαιωθεί. Όχι όμως τώρα. Ακόμη και ο κύριος Woodhouse, που απεχθάνεται όσο κανένας άλλος να απομακρύνεται από την οικία του, δηλώνει ότι το κρύο δεν θα τον εμποδίσει να γιορτάσει την παραμονή των Χριστουγέννων στο σπίτι των Weston.
Οι άμαξες ετοιμάζονται και όλοι, ντυμένοι με τις καλές τους φορεσιές, άλλος με περισσότερο και άλλος με λιγότερο κέφι, άλλος γκρινιάζοντας κι άλλος όχι, επιβιβάζονται. Λείπει μόνον η Harriet, γιατί ένα κρυολόγημα την κρατάει στο κρεβάτι.


Η βραδιά στο Randalls κυλάει θαυμάσια. Δυνατή φωτιά, άφθονα κεριά, όμορφα στολισμένο σπίτι, πλούσια εδέσματα, γέλια, ευχάριστες συζητήσεις για απόντες φίλους, κυρίως για τον γιο από πρώτο γάμο του κυρίου Weston, τον κύριο Frank Churchill, ο οποίος σύντομα αναμένεται στο Highbury. Μια μόνο μικρή ενοχλητική λεπτομέρεια: ο κύριος Elton είναι μάλλον υπερβολικά αβρός προς την Emma, η οποία, αφενός, θα τον ήθελε κάπως πιο μελαγχολικό λόγω της ασθένειας και της απουσίας της Harriet, αφετέρου, δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό της τον εξωφρενικό ισχυρισμό του κυρίου Georges Knightley ότι ο εφημέριος είναι ερωτευμένος με την ίδια αντί με τη μικρή της φίλη.
Όμως, καθώς έχει φτάσει η ώρα του τσαγιού και ο κύριος Woodhouse δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει στο σπίτι του, φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται οι προβλέψεις των πιο απαισιόδοξων σχετικά με τον καιρό. Το χιόνι είναι στρωμένο και ο άνεμος, που όλο δυναμώνει, θυμίζει ανεμοστρόβιλο.
Οι άμαξες ετοιμάζονται στο λεπτό. Αυτήν τη φορά η Emma θα ταξιδέψει με τη συντροφιά του κυρίου Elton, αφού ο γαμπρός της προτιμά να συνοδεύσει τη γυναίκα του και τον πεθερό του και ο κύριος Knightley προπορεύεται με το άλογό του.
Το κάπως παραπάνω κρασί που έχει πιει και η ελαφριά ζάλη που αυτό του έχει προκαλέσει κάνει τον κύριο  Elton πολύ τολμηρό. Ούτε λίγο ούτε πολύ εκφράζει τον έρωτά του προς την Emma και της ζητάει να γίνει γυναίκα του, αφήνοντάς την αποσβολωμένη, καθώς, εκτός των άλλων, υποστηρίζει με θέρμη πως ουδέποτε είχε φανταστεί τη Harriet, τόσο κατώτερή του σε επίπεδο, ως σύζυγό του, αλλά και πως όλες του οι φιλοφρονήσεις είχαν ως αποδέκτη την Emma, εκτιμώντας μάλιστα πως λάμβανε εκ μέρους της ιδιαίτερη ενθάρρυνση.


Αυτό το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων η νεαρή Emma Woodhouse νιώθει να κλονίζεται κάπως η αυτοπεποίθησή της για την εξυπνάδα κα τη διορατικότητά της.
Πόσα λάθη θα κάνει ακόμη για να γίνει μια ολοκληρωμένη και μυαλωμένη γυναίκα θα μας το πει η Jane Austen στη συνέχεια του μυθιστορήματός της.

Πηγές για τις εικόνες:

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα της Emma Woodhouse (Μέρος Α΄)


Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα στο Hartfield, στην οικία του κυρίου Woodhouse, όπου αυτός και η κόρη του Emma αναμένουν με ανυπομονησία τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας: την Isabella, τον σύζυγό της κύριο John Knightley και τα πέντε παιδιά τους. Η μεγαλύτερη κόρη του κυρίου Woodhouse ζει με την οικογένειά της στο Λονδίνο. Όμως, παρότι μόλις 16 μίλια μακριά από την πατρική οικία, η οικογένεια Knightley αυτήν τη χρονιά έλειψε από το Hartfield πολύ περισσότερο, καθώς το φθινόπωρο επέλεξε για χάρη των παιδιών της τα θαλάσσια μπάνια.



Δέκα ημέρες θα μείνουν στο Hartfield και οι ετοιμασίες είναι πυρετώδεις. Την πρώτη κιόλας ημέρα που φτάνει η Isabella, μαζί με την οικογένεια γευματίζει και ο κύριος Georges Knightley, αδελφός του γαμπρού τους και στενός φίλος της Emma, του οποίου όμως οι συνετές συμβουλές δεν είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες από την κάπως ανεξάρτητη και ξεροκέφαλη Emma.

Η Emma και ο κύριος Knightley

Λίγες ημέρες νωρίτερα οι δυο φίλοι διαφώνησαν με αφορμή το μέλλον του νεαρού εφημέριου του Highbury κυρίου Elton. Η Emma τον φαντάζεται σύντομα αποκατεστημένο με την όμορφη αλλά «απροσδιορίστου» καταγωγής νεαρή προστατευομένη της, τη δεσποινίδα Harriet Smith. Πρόσφατη γνωριμία της Emma, η Harriet είναι όμορφη και γλυκιά, δεν διακρίνεται όμως για την ευφυΐα της. Η Emma πάλι φροντίζει να της καλλιεργεί τη ματαιοδοξία, ενώ επιπλέον της υποδεικνύει να αρνηθεί την πρόταση γάμου που της κάνει ένας νεαρός αγρότης, όχι πλούσιος αλλά έντιμος και μυαλωμένος, ο κύριος Robert Martin. O κύριος Knightley, από την πλευρά του, επικροτεί τον γάμο της Harriet με τον Robert, εκτιμώντας ως αδύνατη τη σύνδεσή της με τον εφημέριο, επειδή αυτός έχει κατά τη γνώμη του απολύτως κατανοήσει τη σημασία ενός ικανοποιητικού εισοδήματος που θα του απέφερε μια έξυπνη επιλογή συζύγου. Αυτό το πρώτο βράδυ των χριστουγεννιάτικων διακοπών με τη χαλαρή οικογενειακή ατμόσφαιρα στέκεται ιδανικό για τη συμφιλίωση της Emma και του κυρίου Knightley.

Η Emma και η Harriet

Οι επόμενες ημέρες είναι πολύ φορτωμένες για την οικογένεια Woodhouse. Αποφεύγοντας να ξεβολεύουν τον γηραιό κύριο Woodhouse, οι νεότεροι βρίσκουν ευκαιρία να διασκεδάζουν: βόλτες στο Highbury για επισκέψεις σε φίλους, βραδινά δείπνα και ευχάριστες συζητήσεις ανάμεσα στον πατέρα και στις κόρες του.

Η Emma και ο κύριος Elton

Όμως, αυτό που όλοι περιμένουν είναι το δείπνο στο Randalls, στην κατοικία των Weston. Η δεσποινίς Taylor, η γκουβερνάντα των δυο κοριτσιών και αγαπημένη φίλη της Emma,  έχοντας πρόσφατα γίνει κυρία Weston, εννοεί να παραθέσει δείπνο για όλη την παρέα.
Και από αυτό αρχίζουν τα απρόοπτα.

Σημείωση: Όλες οι φωτογραφίες είναι από την τηλεταινία Emma σε σκηνοθεσία Diarmuid Lawrence, με την Kate Beckinsale στον ομώνυμο ρόλο, τον Mark Strong στον ρόλο του κυρίου Knightley, τη Samantha Morton ως Harriet Smith και τον Dominic Rowan ως κύριο Elton.

Πηγές για τις εικόνες:

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Δεκέμβριος


Τον Δεκέμβριο μας τον συστήνει ο Γιάννης Τσαρούχης με μια αυτοπροσωπογραφία του αγγελικά πλασμένη. 


Ώριμος, στοχαστικός, στιβαρός ο τελευταίος μήνας του χρόνου, κουβαλάει στην πλάτη του μνήμες και εμπειρίες ζωής, ενώ ο Γενάρης και ο νέος χρόνος προσμένουν τη σειρά τους.

Πηγή για την εικόνα:
http://www.ipernity.com/doc/evangrek63/5962158