Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Μέσα απ' τον καθρέφτη του Πλάτωνα


«Δεν ξέρω τι εννοείς λέγοντας “δόξα”» είπε η Αλίκη.
Ο Χάμπτι Ντάμπτι χαμογέλασε περιφρονητικά. «Και βέβαια δεν ξέρεις –μέχρι να σου πω. Εννοούσα: Να ένα ωραίο, γερό επιχείρημα για σένα».
«“Δόξα” όμως δε σημαίνει “ωραίο, γερό επιχείρημα”» διαμαρτυρήθηκε η Αλίκη.
«Όταν εγώ χρησιμοποιώ μια λέξη», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι σε μάλλον υπεροπτικό τόνο, «η λέξη σημαίνει ό,τι εγώ διαλέγω να σημαίνει –τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».
«Το ερώτημα είναι», είπε η Αλίκη, «αν μπορείς εσύ να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα».
«Το ερώτημα είναι», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, «ποιος είναι τ’ αφεντικό –αυτό είν’ όλο».


Αν ο λόγος δεν αποκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων, τότε μένει ισχυρή μόνον η δόξα  για τα πράγματα, εύθραυστη και ευμετάβολη. Να έχεις τα όπλα να επιβάλλεις τη δική σου δόξαν: αυτή είναι η ουσία της σοφιστικής διδασκαλίας, με την αλήθεια να μετατρέπεται σε θέαμα στο οποίο βαρύτητα αποκτούν ο τόνος της φωνής, οι χειρονομίες, η πόζα. Η γλώσσα υπερισχύει έναντι της ουσίας του αγαθού και νικητής αναγορεύεται εκείνος του οποίου η γνώμη θα υπερισχύσει.
Από τον Πλάτωνα, που σε όλη του τη ζωή τα έβαλε με τους σοφιστές και με το είδος της αλήθειας που εκείνοι δίδασκαν, μέχρι τον απολαυστικό διάλογο μεταξύ της Αλίκης και του Χάμπτι Ντάμπτι στον Lewis Carroll, κι ενώ η πρώτη βρίσκεται μέσα στον αντεστραμμένο κόσμο του καθρέφτη, η διάσταση ανάμεσα στην αλήθεια και στη γνώμη είναι κυρίαρχο ζήτημα. Σε κάθε επικοινωνιακή πράξη, αλλά κυρίως σε εκείνην που εκφράζεται με λόγο πειθούς, συμβάλλεται ο ανομολόγητος στόχος της ισχύος. Το επαναλαμβάνω: από τον Πλάτωνα μέχρι τον Lewis Carroll, από την πολιτική και τη δημοσιογραφία μέχρι τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις, η δόξα παίρνει κεφάλι έναντι της αλήθειας. Καλύτερα: η δική μου δόξα.


Και τι παράξενο! Η γλώσσα, που συχνά ψεύδεται, αποκαλύπτει και αλήθειες. Δόξα είναι η γνώμη, αλλά και η φήμη που καθένας αποκτά επιβάλλοντας τη δική του γνώμη.
«Η τεχνική που βασίζεται στη γνώση των αιτιών που γεννούν τα αποτελέσματα της πειθούς χαρίζει φοβερή δύναμη σε εκείνον που τη χειρίζεται τέλεια: τη δύναμη να ελέγχει τις λέξεις χωρίς γνώση των πραγμάτων και να ελέγχει τους ανθρώπους ελέγχοντας τις λέξεις», είναι η ανάλογη διατύπωση του Paul Ricoeur.

Πηγές:
Lewis Carroll, Μέσα απ’ τον καθρέφτη, μτφ. Παυλίνα Παμπούδη, Αθήνα: Printa, 2003, σ. 254.
Paul Ricoeur, Η ζωντανή μεταφορά, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, επίμετρο Γιώργου Ξηροπαϊδη, Αθήνα: Κριτική, 1996, σ. 24.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Χρόνια Πολλά


Πώς ευχόμαστε «χρόνια πολλά» στην εποχή μας; Τηλεφωνώντας, στέλνοντας μηνύματα με το κινητό μας, γράφοντας στο facebook. Συνήθως οι ευχές δεν απευθύνονται σε έναν, αλλά σε όλους τους φίλους μας μαζί, μ’ έναν σμπάρο πολλά τρυγόνια!
Κάποτε οι άνθρωποι έστελναν κάρτες: τρυφερές, χαρούμενες, αστείες, μερικές χειροποίητες. Στη θεία, στον παππού, στον φίλο, που ήσαν μακριά και που τέτοιες ημέρες οι αγαπημένοι τους τούς αποζητούσαν.
Τέτοιες παλιές πασχαλινές κάρτες, που έχουν ως θέμα τους παιδιά και ζωάκια, θα σας δείξω σήμερα για να αναπολήσουμε και να νοσταλγήσουμε.

Μια ειδυλλιακή αγροτική εικόνα,


μια μπορντούρα με λουλούδια, στην οποία ξεχωρίζουν δυο μεγάλα ροζ τριαντάφυλλα,


δυο άτακτα λαγουδάκια μπροστά σε δύο έκπληκτα παιδιά που μαζεύουν λουλούδια στους αγρούς,


ένα χαριτωμένο ζευγαράκι λαγών με ένα μπουκέτο από άνθη,


δυο καλοντυμένα κοτοπουλάκια, έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή,


πρωτάθλημα τένις με βαμμένα αυγά κάτω από μια λουλουδάτη αψίδα.


Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Απρίλιος 2014)



Το πασχαλινό διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η κλασική μουσική


Το 1958 είδα από κοντά πώς ήταν ένα ραδιόφωνο. Σήμερα όλοι ξέρουν ότι είναι ένα φωτεινό κουτί με κουμπιά, όμως τότε κανείς δεν το ήξερε. Το έφερε ο πατέρας μου μια ανοιξιάτικη μέρα, λίγο πριν από το Πάσχα ήταν, και όλοι μαζευτήκαμε γύρω του. Το τοποθετήσαμε ψηλά στον τοίχο, σε μια μικρή εταζέρα ντυμένη με ένα κλαρωτό ύφασμα με σούρες. Με το ίδιο κλαρωτό ύφασμα του φτιάξαμε ένα κάλυμμα για να το προστατεύουμε από τις σκόνες. Ήταν ένα μικρό ραδιόφωνο μάρκας Philips


Ο πατέρας μου από εκείνη την ημέρα μόνο για ένα πράγμα στηνόταν μπροστά στο ραδιόφωνο: για να ακούσει τις ειδήσεις. Τότε έπρεπε όλοι να σιωπούμε. Οι αδελφές μου, όταν ήσαν στο σπίτι, άκουγαν τα ταλέντα του Γιώργου Οικονομίδη και κάθε Τετάρτη, αργά το βράδυ, όταν όλοι οι άλλοι είχαμε πέσει στα κρεβάτια μας, έστηναν το αυτί τους για να ακούσουν τους ηθοποιούς να διαβάζουν κάποιο θεατρικό έργο. Τα μεγάλα μου αδέλφια γύριζαν πολύ αργά από τη δουλειά τους, όταν όλα μέσα στο σπίτι είχαν σιωπήσει. Μόνο τις Κυριακές στηνόντουσαν μπροστά στο μικρό ραδιόφωνο για να ακούσουν την αναμετάδοση από τα γήπεδα ποδοσφαίρου. Η μάνα μου δεν στηνόταν ποτέ μπροστά στο ραδιόφωνο. Δεν είχε χρόνο. Το άνοιγε καμιά φορά, για συντροφιά, όταν έραβε, σιδέρωνε ή μπάλωνε τα ρούχα. Ο κόσμος ήταν ακόμα χειροποίητος.


Σαν το τοποθετήσαμε πάνω στην εταζέρα, αρχίσαμε να ψάχνουμε τους σταθμούς. Μια στα μακρά, μια στα μεσαία, μια στα βραχέα. Οι ελληνικοί σταθμοί ήσαν ελάχιστοι, δυο ή τρεις αν θυμάμαι καλά, και εξαντλούνταν γρήγορα. Μετά αναζητούσαμε ξένους σταθμούς στα βραχέα όπου η φωνή του εκφωνητή ερχόταν σαν μέσα από σωλήνες, από πολύ μακριά, από τα έγκατα της γης ή από το υπερπέραν. Ακούγαμε να μιλούν σε άλλες γλώσσες, να τραγουδούν στα ευρωπαϊκά και στα αραβικά. Κάποιες φορές πιάναμε σταθμούς από τις κομμουνιστικές χώρες. Από εκεί μαθαίναμε πόσο άσχημα περνούσαμε.


Λίγες ημέρες αφότου φέραμε το ραδιόφωνο στο σπίτι, άρχισε η Μεγάλη Εβδομάδα. Τα τραγούδια στο ραδιόφωνο σταμάτησαν και για πρώτη φορά άκουσα αυτό το είδος που ονομάζουμε κλασική μουσική. Από το πρωί μέχρι το βράδυ εναλλασσόταν η κλασική μουσική με τους όρθρους, τους εσπερινούς και όλες τις λειτουργίες.
«Πένθιμη μουσική είναι αυτή, τι την ακούς;» μου έλεγε η μάνα μου.
Για κάποιο λόγο που δεν τον έχω καταλάβει ίσαμε σήμερα, αυτή η μουσική μου άρεσε και λυπήθηκα που οι ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας τελείωσαν γρήγορα.
«Του χρόνου πάλι», μου είπε η μάνα μου γελώντας.
Υπήρξα όμως τυχερός. Κάποιος σπουδαίος άνθρωπος πέθανε και για μια-δυο μέρες ακουγόταν πάλι κλασική μουσική. Και επειδή οι απώλειες των διάσημων προσώπων δεν απολείπουν, περίμενα να πεθάνει ο επόμενος. Έτσι πέρασαν τα χρόνια, πέθανε ο Κένεντι το 1963, δυο-τρεις ημέρες τον κλάψαμε, πέθανε κι ο βασιλιάς Παύλος τον Μάρτη του 1964, κι ευχαριστήθηκα κλασική μουσική, κάπου σαράντα ημέρες την έπαιζαν. Πέθαναν κι άλλοι πολλοί. Πέθανε και η δημοκρατία το 1967 κι ανάμεσα σε ένα Adagio και ένα Allegro έθαβαν κι από ένα άρθρο του συντάγματος.


Πέρασαν όμως τα χρόνια. Σπούδασα, έτσι από μεράκι, την κλασική μουσική στο τοπικό Ωδείο, εξοπλίστηκα και με ένα καλό στερεοφωνικό. Συγκέντρωσα με τον καιρό μια μεγάλη συλλογή από δίσκους κλασικής μουσικής και τα βράδια κάθομαι κι ακούω αφήνοντας τους διάσημους νεκρούς στην ησυχία τους, μ΄αφήνουν κι αυτοί στη δικιά μου, αφού δεν εξαρτάται πλέον η μουσική μου απόλαυση από θλιβερά γεγονότα. Οι νεκροί έκαναν το χρέος τους.

Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Η μπύρα και η ηθική: John Stuart Mill


Ποια σχέση μπορεί να έχει ο σπουδαίος Βρετανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα John Stuart Mill με την μπύρα; Σε πόσο δύσκολη θέση μπορεί να βρίσκεται, όταν καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δυο απολαυστικά μπουκάλια, με το περιεχόμενό τους έτοιμο να προσφέρει ηδονή στους ουρανίσκους που θα έρθουν σε επαφή μαζί του;


Η μεγιστοποίηση της ευτυχίας είναι το κριτήριο που θα καθορίσει την επιλογή ανάμεσα στις δύο μάρκες. Είναι το ίδιο κριτήριο που, σύμφωνα με τον Mill, μπορεί να αξιολογήσει την ανθρώπινη πράξη.
«Οι πράξεις είναι ορθές στο βαθμό που τείνουν να μεγιστοποιούν την ευτυχία και εσφαλμένες στο βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτή», γράφει ο φιλόσοφος, συνεχιστής του κλασικού/ηδονιστικού ωφελιμισμού του Bentham, στο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1861 με τον τίτλο Utilitarianism (Ωφελιμισμός). Διαφοροποιείται όμως από τον Bentham, επειδή ο Mill αντιλαμβάνεται πως μια καθαρά ποσοτική προσέγγιση της ηθικής δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική. Αυτός θέλει να θεμελιώσει μια ηθική κατάλληλη για ανθρώπους και όχι για γουρούνια.


Εισάγει, λοιπόν, και μια ποιοτική διάσταση, θεωρώντας ότι μόνον ένας ενήμερος άνθρωπος, για παράδειγμα ο Σωκράτης, είναι σε θέση να αποτιμήσει  την πραγματική ηδονή την οποία μπορεί να προσφέρει μια πράξη και, επομένως, μόνον αυτός είναι σε θέση να πάρει τη σωστή απόφαση όταν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές πράξεις.
 Μία χρονιά πριν, το 1860, ο Mill  είχε εκδώσει ένα ακόμα βιβλίο με τίτλο On Liberty (Περί ελευθερίας). Σε αυτό, αναφερόμενος στην πλευρά εκείνη της ελευθερίας την οποία αποκαλούμε αρνητική και την οποία πολύ αργότερα θα αναλύσει διεξοδικά ο Isaiah Berlin, προτείνει την ελευθερία ως τον βέλτιστο τρόπο για τη μεγιστοποίηση της ανθρώπινης ευτυχίας. Σκέψη η οποία οδηγεί κατ’ ανάγκην στη σύνδεση της ελευθερίας με την ηθική πράξη. Αυτή η συνεπαγωγή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και νεωτεριστική, δεδομένου ότι τα πολιτικά συμφραζόμενα της εποχής του ευνοούν την άποψη ότι η ηθική είναι ένα σύνολο κανόνων επιβεβλημένων από τον Θεό.
Αν, λοιπόν, βρίσκεστε σε δίλημμα ποια μπύρα να διαλέξετε, ο Mill είναι ο άνθρωπός σας. Τουλάχιστον μέχρι να εμφανιστεί ο Immanuel Kant. Εκείνος καθόλου δεν συμπαθούσε την μπύρα. Η επιλογή της μπύρας ως ποτού, έλεγε ο Γερμανός φιλόσοφος είναι δείγμα κακού γούστου.

Πηγές:
Τζων Στιούαρτ Μιλ, Ωφελιμισμός, ελλ. μτφ. Φιλήμων Παιονίδης, Αθήνα: Πόλις, 2002.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Ηθικά διλήμματα: Jeremy Bentham


Τι μας κάνει ηθικούς ή ανήθικους; Με ποια κριτήρια μπορεί κανείς να διακρίνει τις πράξεις σε καλές και φαύλες; Το ερώτημα γίνεται πιο πιεστικό όταν αντιμετωπίζουμε ένα ηθικό δίλημμα και πρέπει να αποφασίσουμε πώς θα ενεργήσουμε.
Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα την απάντηση ανέλαβε να δώσει ένας σπουδαίος Άγγλος φιλόσοφος, νομικός και μεταρρυθμιστής, ο Jeremy Bentham, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής του αγγλικού (κλασικού ή ηδονιστικού) ωφελιμισμού, μια ηθικής θεωρίας που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της συνεπειοκρατίας.


Για τον Bentham, οι συνέπειες, το αποτέλεσμα μιας πράξης είναι που μετράει. Επομένως, καλό είναι ό,τι προκαλεί τις βέλτιστες συνέπειες, πράγμα που απλούστατα σημαίνει πως καλό είναι ό,τι παράγει πλεόνασμα ηδονής σε σχέση με τον πόνο. Η θεωρία του έχει μια απολύτως ρεαλιστική οπτική. Όλοι ξέρουμε τι είναι ηδονή και όλοι ξέρουμε τι είναι πόνος. Αυτοί είναι, σύμφωνα με τον Bentham, οι δύο παράγοντες που κυβερνάνε τον ανθρώπινο κόσμο. Αν θέλουμε, λοιπόν, να αξιολογήσουμε μια πράξη, δεν έχουμε παρά να κάνουμε μια αριθμητική πράξη. Αν το αποτέλεσμα μας δώσει περισσότερη ηδονή, τότε η πράξη είναι καλή. Αν μας δώσει περισσότερο πόνο, τότε η πράξη είναι φαύλη. Ή, στην περίπτωση που όλες οι εναλλακτικές πράξεις πρόκειται να μας προκαλέσουν πόνο, τότε δεν έχουμε παρά να προτιμήσουμε αυτήν που θα μας προκαλέσει τον μικρότερο πόνο. Η ποσότητα είναι το σημαντικό στοιχείο!
Μια ηθική κατάλληλη για γουρούνια και όχι για ανθρώπους, θα πουν ορισμένοι αντιδρώντας στη θεωρία του.
Όμως, για να μην αδικήσουμε τον Bentham, θα πρέπει να πούμε πως, όταν μιλάει για ποσότητες, δεν αναφέρεται στην ποσότητα της ηδονής ή του πόνου στην παρούσα στιγμή, αλλά προσθέτει και μια χρονική διάσταση, μια διάσταση μονιμότητας. Ίσως η ηδονή που μας προκαλεί μια πράξη τώρα αποδεχτεί ότι δεν έχει διάρκεια, αντίθετα με μια άλλη πράξη τις οποίας η ηδονή είναι μονιμότερη.  


Δοκιμάστε τώρα να εφαρμόσετε τη θεωρία του Bentham σε συγκεκριμένα ηθικά προβλήματα. Για παράδειγμα, είναι πάντοτε ανήθικο να βασανίζεται ένας άνθρωπος; Βεβαίως, είναι η προφανής απάντηση. Η αγωνία και ο πόνος που βιώνει αυτός που βασανίζεται συνηγορεί γι’ αυτό. Κι αν αυτός ο άνθρωπος είναι ένας τρομοκράτης που με τα βασανιστήρια μπορεί να μας αποκαλύψει πού έχει κρύψει μια βόμβα προορισμένη να εκραγεί σε κάποιο δημόσιο χώρο και να σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους; Αν μετρήσουμε τον πόνο, σε αυτήν την περίπτωση ο πόνος των χιλιάδων ανθρώπων που μπορεί να σκοτωθούν θα είναι πολύ μεγαλύτερος από τον πόνο του ενός ανθρώπου που βασανίζεται. Τι θα αποφασίσουμε;
Πρόκειται για το περίφημο Ticking Bomb Scenario που έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν πως τα βασανιστήρια επιτρέπονται σε ορισμένες περιπτώσεις και εκείνων που τα απορρίπτουν σε κάθε περίπτωση. 
Ο Bentham μάλλον δεν θα ταλαντευόταν για να αποφασίσει.

Πηγές για τις εικόνες:
http://en.wikipedia.org/wiki/Jeremy_Bentham

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Παπαρούνες στο Giverny


Στη Νορμανδία, στο Giverny, όπου ο Claude Monet εγκαταστάθηκε το 1883 με την οικογένειά του, οι παπαρούνες τους καλοκαιρινούς μήνες γεμίζουν με τα κατακόκκινα κεφαλάκια τους τους αγρούς. Ο ζωγράφος ονειρεύεται να φτιάξει στο νέο του σπίτι έναν απαράμιλλο κήπο. Όμως μέχρι τότε, μαθαίνει να απολαμβάνει το τοπίο που απλώνεται μπροστά στα μάτια του.
Όταν το 1873, στο Argenteuil, είχε ζωγραφίσει τον περίφημο πίνακά του με τίτλο Coquelicots (δες προηγούμενη ανάρτηση), o Émile Zola είχε γράψει: «Σαν αληθινός Παριζιάνος, κουβαλά το Παρίσι μαζί του στην εξοχή. Δεν μπορεί να ζωγραφίσει ένα τοπίο χωρίς να προσθέσει καλοντυμένες κυρίες και κομψούς κυρίους. Η φύση δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει, αν δεν έχει το αποτύπωμα του δικού μας τρόπου ζωής».
Μόλις μια δεκαετία αργότερα, αποδεικνύεται ότι ο Zola είχε άδικο. Ο Monet αφαιρεί τις ανθρώπινες φιγούρες από τα τοπία του και ο πολιτισμός αντικαθίσταται από την άμεση εντύπωση της φύσης. Οι αγροί που ζωγραφίζει στο Giverny δεν αναδεικνύουν την ανθρώπινη παρουσία, αν και την υπαινίσσονται.
Η αυστηρή κόκκινη γραμμή των λουλουδιών ισορροπεί με το πράσινο του χόρτου που αναπτύσσεται στα δεξιά και στα αριστερά. Πρόκειται για το έργο του Monet Champs de coquelicots, environs de Giverny (Αγρός με παπαρούνες, κοντά στο Giverny), που φιλοτεχνήθηκε το 1885 και σήμερα βρίσκεται στη Βοστώνη, στο Museum of Fine Arts.


Την ίδια χρονιά, ο Monet ζωγραφίζει και πάλι παπαρούνες, όμως αυτήν τη φορά μοιάζει σαν να τις βλέπει από κάποιο παράθυρο του σπιτιού του. Το έργο έχει τον τίτλο Champs de coquelicots à Giverny (Αγρός με παπαρούνες στο Giverny) και φυλάσσεται στο Ρίτσμοντ, στη συλλογή Mellon of French Art του Museum of the Fine Arts.


Και ένας τρίτος πίνακας με παπαρούνες μέσα στην ίδια χρονιά, όμως με πιο αχνά χρώματα. Με τον καθόλου πρωτότυπο τίτλο Champs de coquelicots à Giverny (Αγρός με παπαρούνες στο Giverny), βρίσκεται σήμερα στη Ρουέν, στο Musée des beaux Arts et de la Céramique. Σε αυτόν ο ζωγράφος βλέπει το τοπίο από τη νότια πλευρά του Giverny και γι’ αυτό αποτυπώνονται στο βάθος τα σπίτια του χωριού.


Πηγές για τις εικόνες: