Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

Μια βραδιά στo Folies Bergère


Στο 9ο Διαμέρισμα του Παρισιού, στον αριθμό 32 της οδού Richer, βρίσκεται ένα από τα πιο διάσημα μπαρ της πόλης, το Folies Bergère. Κωμική όπερα, δημοφιλή τραγούδια, μπαλέτα με τις χορεύτριες να φορούν ελάχιστα ρούχα είναι κάποια από τα θεάματα που προσφέρει στους ανέμελους αστούς οι οποίοι αποτελούν τους θαμώνες του. Και ποτό, πολύ ποτό.
Ένας νεαρός δανδής, με περιποιημένο μουστάκι, μαύρο κοστούμι και ημίψηλο πλησιάζει στο μπαρ του μαγαζιού. Η παρουσία του έχει κάτι το απειλητικό.  Ένα σωρό μπουκάλια, γεμάτα με μέντα, σαμπάνια και μπύρα, είναι τακτικά ακουμπισμένα πάνω στο πάγκο. Δυο λευκά τριαντάφυλλα μέσα σε ένα βάζο μισογεμισμένο με νερό και μια φρουτιέρα με πορτοκάλια δίνουν μια νότα ζεστασιάς και οικειότητας. Πίσω από τον πάγκο και με τα χέρια της πάνω σ’ αυτόν, σαν να χρειάζεται κάτι σταθερό για να πιαστεί και να μην χαθεί μέσα στον ίλιγγο που την περιτριγυρίζει, στέκεται μια νεαρή κοπέλα. Κι ακόμα πιο πίσω βρίσκεται ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπουμε λαθραία ό,τι εκείνη έχει μπροστά στα μάτια της: τον πολύχρωμο κόσμο του μαγαζιού. Καλοντυμένες γυναίκες με καπελίνα και κομψοί άντρες που συνωστίζονται ευδιάθετοι, μισομεθυσμένοι από το ποτό και τη γλυκιά ζωή. Πολυέλαιοι φωτίζουν με το λευκό, εκτυφλωτικό τους φως τον χώρο. Όλοι διασκεδάζουν, φλερτάρουν, φλυαρούν, γελούν και φωνάζουν. Μόνον η χαρά έχει θέση σ’ αυτήν τη σκηνή του θεάματος. Κι όμως ... η νεαρή στο μπαρ, Suzon είναι το όνομά της, κομψή, καλοντυμένη και διαθέσιμη, μοιάζει να αποστασιοποιείται από το περιβάλλον, καθώς είναι η μόνη που η μορφή της δεν αντανακλάται στον καθρέφτη. Και καθώς την βλέπουμε καταπρόσωπο, μπορούμε να διακρίνουμε μια σκιά πίκρας στα μάτια της που απλώνεται σε όλο της το πρόσωπο και σιγά-σιγά ξεπηδάει από τον πίνακα και κυριεύει κι εμάς. Είμαστε άραγε θεατές ή μήπως είμαστε μέρος του θεάματος, σ’ αυτόν τον μοντέρνο κόσμο που κινείται ορμητικά και τον οποίο δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να ελέγξουμε; Κοιτάζουμε τους άλλους ή είναι αυτοί που κοιτάζουν εμάς, όπως εκείνη η κυρία στα αριστερά του πίνακα που μας παρατηρεί μέσα από τα κυάλια της;  

                                                    Λάδι σε καμβά.
                        Λονδίνο, Courteau Institut of Art Gallery

Ο μοντέρνος κόσμος με τις αντιφάσεις του. Σκληρός, ψυχρός, αλλά λαμπερός. Εύθυμος και συνάμα πικρός. Η Belle Époque τελειώνει όταν αρχίζει ο πρώτος μεγάλος πόλεμος και μαζί της τελειώνει και η ξενοιασιά. Τώρα όμως είμαστε ακόμα στο 1882, όταν ο σπουδαίος Γάλλος ιμπρεσιονιστής Édouard Manet ζωγραφίζει τον πίνακά του με τίτλο Un bar aux Folies Bergère. Μας μένει κάμποσος καιρός να διασκεδάσουμε πριν να βυθιστούμε στην οδύνη.

Πηγή για την εικόνα:

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Μια ανοιξιάτικη μέρα τα παιδιά...


Το 1956 ο εικοσιεξάχρονος Nikolai Matveevich Pozdneev αποφοιτούσε από το Repin Institut of Arts και το έργο της αποφοίτησής του ήταν ένας πίνακας με τίτλο From the School (Από το σχολείο), ο οποίος τώρα βρίσκεται στη συλλογής της Pskov Art Gallery


Τρία χρόνια αργότερα, ο ίδιος καλλιτέχνης φαίνεται πως εξακολουθεί να εμπνέεται από το θέμα της παιδικής ηλικίας στη Σοβιετική Ρωσία και ζωγραφίζει έναν ακόμα πίνακα με μικρά παιδιά να φεύγουν από το σχολείο κρατώντας τις τσάντες τους στο χέρι. Τον ονομάζει Spring Day (Ανοιξιάτικη μέρακαι σήμερα βρίσκεται σε Ιδιωτική Συλλογή στην Αγία Πετρούπολη.


Τα γκρίζα χρώματα του προηγούμενου έργου έχουν τώρα ξανοίξει, το κοκκινωπό χρώμα που διαλέγει μοιάζει  να είναι πιο κοντά στην ηλικία του αυθορμητισμού και της ανεμελιάς. Όμως, τώρα δεν μπορούμε να δούμε τα πρόσωπα των παιδιών. Μόνο οι πλάτες τους διαγράφονται και οι σκιές που ρίχνουν στον δρόμο. 
Ανοιξιάτικη μέρα. Είναι πράγματι;

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Τόσο κοντά, τόσο μακριά


Το 1928 ο Βέλγος ζωγράφος René Magritte ζωγραφίζει έναν πίνακα με τίτλο The Lovers (Οι Εραστές), ο οποίος σήμερα βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.
Τι μπορεί να αποτυπώνει ένας τέτοιος πίνακας είναι προφανές. Δύο ερωτευμένους ανθρώπους σε μια παθιασμένη στάση. Ένα φιλί ίσως. Φλογερό. Μια μοναδική στιγμή στην οποία ο ένας παραδίνεται στον άλλο ολοκληρωτικά, δίχως κρατούμενα και δίχως όρια.
Ένα φιλί ζωγραφίζει πράγματι ο Magritte. Όχι όμως φλογερό και όχι δίχως κρατούμενα και όρια. Οι δυο εραστές –άντρας και γυναίκα μάλλον, καταπώς δείχνουν τα ρούχα τους- είναι ντυμένοι με όλες τις συμβάσεις που απομακρύνουν αντί να προσεγγίζουν τους ανθρώπους. Επιπλέον, ένα βέλο  καλύπτει τα πρόσωπά τους. Τα χείλη δεν αγγίζονται, τα μάτια δεν συναντιούνται, το δέρμα δεν πάλλεται. Η αίσθηση ανησυχίας την οποία δημιουργεί ο πίνακας εντείνεται από το συνολικό σκηνικό: ένα αδιάφορο, άδειο δωμάτιο, χωρίς τη διαφυγή ενός παράθυρου, με τους τοίχους του βαμμένους στα χρώματα που έχουν τα ρούχα των ανθρώπων.


Άραγε είναι πραγματικοί άνθρωποι; Ή μήπως κάτω από το ανθρώπινο σχήμα κρύβεται κάτι άλλο, τρομακτικό, το οποίο δεν θέλει να αποκαλυφθεί. Το φιλί, μια πράξη πάθους, μετατρέπεται από τον ζωγράφο σε απομόνωση και ταραχή. Δυο εραστές, που είναι τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά. Δυο εραστές που θέλουν να κρύψουν το πρόσωπό τους, που ούτε καν γνωρίζουν το πρόσωπο του αγαπημένου τους. Εραστές. Μόνον ο τίτλος του έργου μας λέει ότι είναι εραστές. Δυο ανθρώπινα σκιάχτρα είναι, που, αν ξύσεις την επιφάνεια, στη θέση της σάρκας και του αίματος, θα βρεις έναν σωρό από άχυρο.  Διώχνουν τον δικό τους φόβο φοβίζοντας τους άλλους.
Πόσο συχνά μας πλησιάζουν τέτοια σκιάχτρα! Πόσο συχνά εμείς οι ίδιοι είμαστε σκιάχτρα!

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Το διήγημα του μήνα (Φεβρουάριος 2014)


Το διήγημα του Φεβρουαρίου από τον Βλάσση Τρεχλή.


Ο δρόμος του ταύρου


Η πόλη μου είναι χτισμένη σε τρία επίπεδα. Στο επάνω βρίσκεται η κυρίως πόλη, στο μεσαίο, που ονομάζεται Ληξουριώτικα, κυριαρχεί η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, και στο κάτω είναι το λιμάνι, ο μόλος και ο σιδηροδρομικός σταθμός. Το πέρασμα από την επάνω πόλη στην κάτω είχε για εμάς τα παιδιά όλα τα στοιχεία της περιπέτειας, αφού υπήρχαν πολλοί δρόμοι που έβγαζαν κάτω στη θάλασσα. Ένας λαβύρινθος, κατασκευασμένος όχι μόνον από πέτρες, σίδερα και γρανίτες, αλλά και από μικρές ιστορίες.

              Taureau (1963). Λάδι σε καμβά.
             Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Για να πάω στο σπίτι μου, έπαιρνα συνήθως τον δρόμο που οδηγούσε στα Σταφιδάλωνα, αυτόν που πολύ αργότερα έμαθα πως λέγεται Ομαγυρίου Διός. Στο μέσον της διαδρομής, στο εκκλησάκι των Αγίων Αποστόλων, έκοβα αριστερά και έφτανα στις γραμμές του τραίνου όπου ήταν το σπίτι μου. Όταν βιαζόμουν, έπαιρνα το καλντερίμι μετά την εκκλησία των Εισοδίων, δίπλα στα γύφτικα καλύβια. Ήταν ο πιο σύντομος δρόμος. Τα σκαλάκια ήταν το πιο διάσημο πέρασμα από την επάνω στην κάτω πόλη. Πέρασμα πολυσύχναστο -είχαν λιώσει οι μαρμαρόπετρες κοντά στις σιδεριές-, μα συγχρόνως και στίβος για όλα τα αγόρια. Εκεί γινόταν αγώνας δρόμου μεταξύ μας: ποιος θα ανέβει και ποιος θα κατέβει πρώτος. Από τον γρανιτόδρομο που οδηγούσε στο λιμάνι, την Τεμπελόραχη, λίγες φορές περνούσα. Ήταν έξω από τα γεωγραφικά μου όρια. Όταν, λοιπόν, κατέβαινα από τον δρόμο της ψαραγοράς, δεν συνέχιζα στην Τεμπελόραχη, αλλά, μόλις συναντούσα το κτήριο του ΟΤΕ, έκοβα δεξιά και έπεφτα πάνω σε ένα διχαλωτό καλντερίμι. Από τα δεξιά έβγαινα στα σκαλάκια. Από τα αριστερά έφτανα στον μόλο, στις δώδεκα βρύσες και στον πλάτανο του Παυσανία.

Taureau XVI (1958). Λάδι σε καμβά
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Στην αρχή του αριστερού καλντεριμιού βρίσκονταν τα σφαγεία. Ήταν ένα παλιό πέτρινο κτήριο με τσίγκινη σκεπή. Κοπάδια προβάτων συνωστίζονταν στη μικρή αυλή του. Τα χώριζαν σε ομάδες των δέκα και τα πήγαιναν στον σφαγέα. Κοπριά και αίμα μύριζε όλη η γειτονιά. Πολλές φορές είχα περάσει έξω από τα σφαγεία, αλλά ποτέ δεν τόλμησα να διαβώ την πύλη τους. Είχα την περιέργεια να δω τι γινόταν μέσα, αλλά ο φόβος με κρατούσε. Ώσπου κάποια μέρα το πήρα απόφαση.
Ήμουν στην έκτη τάξη του δημοτικού κι εκείνη την ημέρα ήμουν μόνος ή το επεδίωξα να είμαι μόνος –δεν θυμάμαι καλά. Άφησα τις φοβίες μου στο καλντερίμι και δειλά-δειλά πέρασα σε έναν χώρο που τον γέμιζαν οι φωνές και τα βελάσματα των ζώων. Στους τοίχους γύρω βρίσκονταν δεμένα πρόβατα, κατσίκια και ένα-δυο μοσχάρια. Σε μια άκρη οι εκδορείς αφαιρούσαν με τα κοφτερά μαχαίρια τους και με δεξιοτεχνικό τρόπο το δέρμα από το σώμα των ζώων που κρέμονταν στα τσιγκέλια. Μετά, αφαιρούσαν στομάχια, αντεριές και ποδαράκια, ενώ άφηναν τις συκωταριές στη θέση τους. Κάποιοι άλλοι έπλεναν τις πατσές σε μεγάλες τσιμεντένιες γούρνες και τύλιγαν με επιδεξιότητα τις αντεριές. Νερά έτρεχαν παντού. Όλοι δούλευαν πυρετωδώς. Καθόμουν και κοιτούσα εκστασιασμένος. 

                       Taureau XIII (1956). Λάδι σε καμβά.
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Τη στιγμή εκείνη δυο σφαγείς έφεραν έναν ταύρο. Έναν ταύρο με ολοκόκκινο τρίχωμα. Ήταν ένα τεράστιο, περήφανο και ατίθασο ζώο, γεμάτο μυς. Είχαν δεμένο ένα σκοινί στον λαιμό του και άλλο ένα από το πόδι στον λαιμό. Πέρασαν την άκρη του σκοινιού που κρεμόταν στον λαιμό του σε έναν σιδερένιο κρίκο στερεωμένο στο πάτωμα και το τράβηξαν με δύναμη. Ο ταύρος αντιστάθηκε για λίγο, μα στο τέλος λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε. Το κεφάλι του ακούμπησε στο δάπεδο. Ο τορέρο τον πλησίασε, έβγαλε το μαχαίρι από τη θήκη της ζώνης του και με μια κίνηση το βύθισε στο κεφάλι του ταύρου, κάπου ανάμεσα στα κέρατα. Το χτύπημα ήταν ακαριαίο. Ο ταύρος τινάχτηκε σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και σωριάστηκε ολόκληρος στο έδαφος. Ο τορέρο τράβηξε το μαχαίρι από το κεφάλι του ζώου και με αργές κινήσεις στάθηκε πάνω από το σωριασμένο ζωντανό. Αναζήτησε με τη ματιά του αυτό που ακόμα παλλόταν και με μια σίγουρη κίνηση έσκυψε και βύθισε το μαχαίρι στο στήθος του ταύρου, εκεί όπου γνώριζε πως βρισκόταν η καρδιά του. Σέρνοντας προς τα έξω το μαχαίρι, πετάχτηκε ένα ποτάμι αίμα, που έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε..., χωρίς σταματημό.

Taureau IX (1954). Λάδι σε καμβά.
Παρίσι, Fondation Le Corbusier

Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο πράγμα. Είχα δει να σφάζουν αρνιά και κατσίκια στις αυλές των σπιτιών της γειτονιάς μου, μα σε θυσία ταύρου πρώτη φορά γινόμουν θεατής. Φοβισμένος, βγήκα από τη βορινή έξοδο που οδηγούσε στη θάλασσα. Ένιωσα το αίμα του ταύρου, ίδιο ξεχειλισμένο ποτάμι, να κυλάει πίσω μου. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα, μα, όσο κι αν έτρεχα, ο κόκκινος ταύρος μ’ ακολουθούσε απειλητικά.
Έφτασα στο σπίτι με μιαν ανάσα. Πήγα αμέσως και χώθηκα κάτω από τα σκεπάσματα, μα το κόκκινο ποτάμι δεν έλεγε να χαθεί. Ήταν πάντα πίσω μου. Έριξα δυο κουβέρτες πάνω μου. Τίποτα. Έριξα τα στρωσίδια του χρόνου. Του κάκου. Φαίνεται πως τίποτα δεν ήταν αρκετό να σταματήσει την άλικη εικόνα.
Πενήντα χρόνια τώρα, το αίμα του ταύρου ακόμα με ακολουθεί.

Πηγή για τις εικόνες:

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Μαύρο και λευκό, ή μήπως γκρι;


Tην 1η Μαΐου του 1926, στην παριζιάνικη έκδοση του περιοδικού Vogue, o Man Ray δημοσιεύει μια φωτογραφία που την ονομάζει «Visage de nacre et masque d’ébène» («Μαργαριταρένιο πρόσωπο και εβένινη μάσκα»). Σε αυτήν ποζάρει η μούσα του, η Kiki de Montparnasse, η οποία κρατάει στα χέρια της μια αφρικανική μάσκα. Αναφορά στον Ρωμαίο θεό Ιανό; Πολιτικο-κοινωνικό σχόλιο για τον αμερικανικό ρατσισμό της εποχής του;  Συμμόρφωση του καλλιτέχνη με τη συνήθεια των μοντερνιστών να προσθέτουν μια αφρικανική πινελιά στα έργα τους;


Ό,τι και να είναι, ο Man Ray δεν αρκέστηκε σε μια φωτογραφία, αλλά δημοσίευσε μια σειρά με παραλλαγές του ίδιου θέματος, δίνοντας σε όλες τον ίδιο τίτλο «Noire et Blanche» («Μαύρο και Λευκό»):




Πηγή για τις εικόνες:

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Από το Παρίσι με αγάπη


Τον Ιούλιο του 1921 στον σταθμό Saint-Lazare στο Παρίσι καταφθάνει ένας νεαρός Αμερικανός καλλιτέχνης με το δυσκολοπρόφερτο όνομα Emmanuel Rudzitsky. Έχει εγκαταλείψει την πατρίδα του, την Αμερική, επειδή, κατά τη γνώμη του, το Dada, το οποίο υπηρετούσε, δεν μπορούσε να ζήσει στη Νέα Υόρκη.
Στον σταθμό τον περιμένει ο εκκεντρικός Marcel Duchamp, ο οποίος το ίδιο βράδυ τον φέρνει σε επαφή με τους υπερρεαλιστές φίλους του, τον Louis Aragon, τον André Breton, τον Paul Éluard και την Gala, τον Philippe Soupault. Ο νεαρός σύντομα εγκλιματίζεται στην παριζιάνικη ατμόσφαιρα. Εγκαθίσταται στο καρτιέ του Montparnasse, ερωτεύεται μια Γαλλίδα τραγουδίστρια και αρχίζει να δραστηριοποιείται καλλιτεχνικά: ζωγραφίζει, σκηνοθετεί και, κυρίως, φωτογραφίζει. Φωτογραφίες για περιοδικά μόδας, φωτογραφίες υπερρεαλιστικές και φωτογραφίες-πορτραίτα πολλών διάσημων καλλιτεχνών. 
Ο Tristan Tzara (1921)


o Francis Picabia (1922) 


o Jean Cocteau (1922) 


o André Breton (1922) 


o Salvador Dali και η Gala (1936) 


είναι μερικοί από αυτούς που ποζάρουν μπροστά στον φακό του.
Το 1921 γεννιέται φωτογραφικά και η Prose Sélavy (όνομα που ηχεί όπως η γαλλική φράση Éros, cest la vie = Ο έρωτας είναι η ζωή), ένα από τα προσωπεία του Marcel Duchamp.


Ο Emmanuel Rudzitsky έμεινε στην ιστορία με το όνομα Man Ray και οι φωτογραφίες του έχουν το δικό του ιδιαίτερο ύφος και μια εντελώς προσωπική τεχνική.

Πηγή για τις εικόνες:

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Όταν η λογοτεχνία μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο


Τον Μάρτιο του 1861 ο ρεπουμπλικανός Abraham Lincoln αναγορεύτηκε 16ος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, την ίδια στιγμή που ορισμένες Νότιες Πολιτείες διακήρυξαν την απόσχισή τους και σχημάτισαν δική τους κυβέρνηση στο Richmond της VirginiaTον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς ξέσπασε ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες μεταξύ των Βόρειων και των Νότιων Πολιτειών ήσαν πολύ διαφορετικές και με αυτές σχετιζόταν και η βασική αιτία του πολέμου που ήταν το ζήτημα της δουλείας. Οι δούλοι ήσαν το απαραίτητο εργαλείο των Νοτίων, των οποίων η οικονομία στηριζόταν στις μεγάλες φυτείες, και ιδιαίτερα στην παραγωγή βαμβακιού. Ο Lincoln, υποστηρίζουν οι περισσότεροι μελετητές, αν και εν όψει της εκλογής του διατύπωσε πιο μετροπαθείς θέσεις, είχε τοποθετηθεί με σαφήνεια επί του θέματος από το 1954. Ήταν κατά της δουλείας, και μάλιστα είχε πολλές φορές εκφωνήσει πύρινους λόγους εναντίον της.


Κι ενώ ο πόλεμος μαινόταν, μία κυρία πενήντα ενός ετών ταξίδεψε στην Washington D.C., τον Νοέμβριο του 1862. Στις 25 του μήνα είχε ραντεβού με τον Πρόεδρο Lincoln αυτοπροσώπως. Επρόκειτο για τη Harriet Beecher Stowe, μια συγγραφέα, μια πασίγνωστη Αμερικανίδα συγγραφέα. Eκείνη που έγραψε το δεύτερο πιο δημοφιλές βιβλίο του 19ου αιώνα μετά τη Βίβλο: Uncles Tom Cabin or, The Life Among the Lowly (Η καλύβα του μπαρμπα-Θωμά).


Το βιβλίο είχε εκδοθεί το 1852 και αναφερόταν στην ιστορία ενός πολύ ικανού, τίμιου και έξυπνου νέγρου δούλου, του Θωμά, ο οποίος υπέφερε στα χέρια του απάνθρωπου αφέντη του και στο τέλος πέθανε από την κακομεταχείριση και την ταλαιπωρία. Το βιβλίο, την πρώτη χρονιά της κυκλοφορίας του, πούλησε στην Αμερική 300.000 αντίτυπα. Πολλοί λευκοί Αμερικανοί συγκινήθηκαν τόσο από το μυθιστόρημα της Stowe ώστε άρχισαν να μεταστρέφονται στο ζήτημα της δουλείας, ενώ οι Νότιοι οργίστηκαν και αγανάκτησαν.


Η Stowe, όταν έγραφε το βιβλίο της, δεν είχε την πρόθεση να αλλάξει τον κόσμο. Ούτε το βιβλίο, όταν γράφτηκε, προκάλεσε την αλλαγή. Η λογοτεχνία δεν έχει –δυστυχώς- αυτήν τη δύναμη. Απλώς, ο λογοτέχνης έχει το χάρισμα να αφουγκράζεται τους καιρούς και καλλιεργεί το κλίμα έτσι ώστε οι πολιτικές και οι κοινωνικές αλλαγές να βρίσκουν γόνιμο έδαφος. 
Τι ειπώθηκε μεταξύ του Lincoln και της Stowe στη συνάντηση τους παρέμεινε μυστικό. Αργότερα, ο γιος της ανέφερε ότι ο Πρόεδρος χαιρέτισε τη μητέρα του με τη φράση: «So you are the little woman who wrote the book that started this great war» (ώστε εσείς είστε η μικρή κυρία που έγραψε το βιβλίο το οποίο άρχισε αυτόν τον μεγάλο πόλεμο).

Από την ταινία του Stan Lathan (1987).
   Μπαρμπα-Θωμάς ο Avery Brooks

Πηγές για τις εικόνες: