Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

O Wittgenstein και η μασιά


Η αγένεια και η βιαιότητα του χαρακτήρα του Wittgenstein ήταν σε όλους γνωστή. Το ίδιο και ο δογματισμός του Popper. Γνωστή ήταν επίσης και η μεταξύ τους αντίθεση, για πολλούς άλλους λόγους, κυρίως όμως λόγω της διαφοράς των φιλοσοφικών τους απόψεων.


25 Οκτωβρίου 1946. Cambridge. Kings College. Αίθουσα Η3. Περίπου τριάντα άτομα έχουν συγκεντρωθεί, περιμένοντας να αρχίσει η τακτική εβδομαδιαία συνεδρίαση της Λέσχης Ηθικής Επιστήμης.
Παρών ο ιδρυτής της Λέσχης, ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein. Διδάσκει στο Cambridge από το 1939 και είναι εξαιρετικά δημοφιλής, τόσο εξαιτίας των αντισυμβατικών του παραδόσεων όσο και εξαιτίας του αινιγματικού Tractatus logico-philosophicus (Λογικο-φιλοσοφική Πραγματεία). Σε αυτό το έργο, ο Wittgenstein  αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη φιλοσοφικά προβλήματα ως αποτέλεσμα παρανόησης της λογικής της γλώσσας, ενώ εκθέτει τις απόψεις του για τη λογική δομή των προτάσεων, τη φύση του λογικού συμπερασμού και τα όρια της σκέψης υπό μορφήν αξιωμάτων ή αφορισμών, χωρίς καμία επιχειρηματολογία, καθώς πιστεύει πως οι θέσεις του είναι απρόσβλητες και οριστικές. Αλαζονικά ο Wittgenstein θεωρεί ότι ο ίδιος έχει καταφέρει να καθαρίσει τη φιλοσοφία από κάθε μεταφυσικό ψήγμα και επιθυμεί να προασπίσει αυτήν την καθαρότητα. Πιστεύει πως έχει βοηθήσει τη μύγα να βγει από το μπουκάλι στο οποίο έχει αυτοπαγιδευθεί, σύμφωνα με μια περίφημη δική του διατύπωση.
Καλεσμένος του εκείνη την ημέρα είναι ο επίσης Αυστριακός Karl Popper, διάσημος κυρίως λόγω του έργου του The Open Society and Its Enemies (Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί της), στο οποίο επιχειρεί μια σφοδρή κριτική στον ολοκληρωτισμό και στον ιστορικισμό, επιτιθέμενος στον Marx, τον Hegel, ακόμα και στον Πλάτωνα. Πιστεύει επίσης πως υπάρχουν αυθεντικά φιλοσοφικά προβλήματα και δεν τα θεωρεί απλώς φιλοσοφικούς γρίφους. Ο τίτλος της διάλεξής του εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου 1946 είναι «Are there philosophical problems?» (Υπάρχουν φιλοσοφικά προβλήματα;) και πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ανοιχτή πρόκληση προς τον οικοδεσπότη του.


Εκεί, ως διαιτητής, παραβρίσκεται και ο εξαιρετικά ευυπόληπτος Bertrand Russell. Δάσκαλος του Wittgenstein, αυτός που τον εισήγαγε στη μελέτη της λογικής, συνομιλητής, υποστηρικτής και μέγας θαυμαστής του στη συνέχεια. Ο μαθητής έχει στο παρελθόν παραπονεθεί πως ο Russell δεν μπορεί να κατανοήσει το έργο του κι εκείνος δεν το αρνείται.


Ο Popper παίρνει τον λόγο και αρχίζει να αναπτύσσει τη θέση του. Λίγα μόνον λεπτά έχουν περάσει, όταν ο Wittgenstein, έξαλλος, αρπάζει μια πυρωμένη μασιά και, κραδαίνοντάς την μπροστά στα μάτια του προσκεκλημένου του, κραυγάζει: «ΛΑΘΟΣ, Popper, κάνεις ΛΑΘΟΣ! Δώσε ένα παράδειγμα ηθικού κανόνα». «Να μην προκαλεί κάποιος τους φιλοξενούμενους ομιλητές με μασιές», του αντιγυρίζει ο Popper. Ακολουθεί χάος. Ο Russell ζητάει από τον Wittgenstein να αφήσει τη μασιά από τα χέρια του κι εκείνος εγκαταλείπει την αίθουσα βροντώντας πίσω του την πόρτα. 
Συνέβη άραγε το περιστατικό στ’ αλήθεια ή δεν συνέβη; Κι αν συνέβη, συνέβη με αυτόν τον τρόπο; Οι γνώμες διχάζονται, Οι μαρτυρίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες. Υπήρξε νικητής σε αυτήν την μονομαχία; Ο Popper ισχυρίζεται στην αυτοβιογραφία του πως κατατρόπωσε τον αντίπαλό του. Ίσως. Γεγονός, πάντως, είναι πως ο ηττημένος Wittgenstein θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους μετά τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Nietzsche. Φαίνεται, μάλιστα, πως αυτήν τη γνώμη συμμερίζονται και οι ομότεχνοί του, αφού θεωρείται πως είναι από τους φιλοσόφους με τη μεγαλύτερη επιρροή στη φιλοσοφία του 20ού αιώνα.
Η σύγκρουση των δύο γιγάντων περιγράφεται και ερευνάται στο βιβλίο με τίτλο Wittgensteins Poker (Η οργή του Βιτγκενστάιν), το οποίο έγραψαν ο David Edmonds και ο John Eidinow και έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Μεταξύ ουρανού και γης: κυνηγοί μελιού στα Ιμαλάια

Apis dorsal laborious. Είναι οι μεγαλύτερες μέλισσες στον κόσμο και ζουν αποκλειστικά στα Ιμαλάια,επειδή το φυσικό τους οικοσύστημα περιορίζεται σε πολύ μεγάλα υψόμετρα. Οι φωλιές τους, πάνω σε απόκρημνα βράχια, είναι γεμάτες από μέλι πρώτης ποιότητας. Μέλι της άνοιξης, μέλι του φθινοπώρου. Μέχρι και 60 κιλά σε κάθε φωλιά. Και η τιμή του; Πέντε φορές μεγαλύτερη από την τιμή του συνηθισμένου μελιού. 
Gurung. Είναι το όνομα μιας φυλής του κεντροδυτικού Νεπάλ. Δύο φορές τον χρόνο οι άνθρωποι αυτής της φυλής, ακολουθώντας μια αρχαία παράδοσή τους, γίνονται «κυνηγοί μελιού». Κρεμασμένοι μεταξύ ουρανού και γης, σε μια τρομακτική εγγύτητα με τις μέλισσες και την πτώση, αφαιρούν μεγάλα κομμάτια από τις πολύτιμες κυψέλες, τα μεταφέρουν στα χωριά τους και βγάζουν το μέλι για να το πουλήσουν στις αγορές της Ασίας. Η πώληση του μελιού αποφέρει τροφή και χρήματα στη ριψοκίνδυνη φυλή.
Éric Valli. Είναι το όνομα ενός Γάλλου φωτογράφου, περισσότερο γνωστού ως σκηνοθέτη της ταινία Ιμαλάια, η οποία γυρίστηκε το 1999. Το 1987, ο Valli αποφάσισε να ακολουθήσει τους ανθρώπους της φυλής Gurung και να καταγράψει με τον φωτογραφικό του φακό τους απίστευτους άθλους τους στο κυνήγι του μελιού. Το ντοκυμαντέρ που ετοίμασε μαζί με τη Diane Summers, με τίτλο Honey Hunters of Nepal , κέρδισε το παγκόσμιο βραβείο τύπου.











Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Cabaret Voltaire: η γέννηση του Dada


5 Φεβρουαρίου 1916. Ζυρίχη, συνοικία (μάλλον κακόφημη) Niederdorf, οδός Spiegelgasse, αρισθμός 1.


Το Cabaret Voltaire έχει ανοίξει τις πύλες του μόλις τέσσερις ημέρες πριν, στη θέση όπου βρισκόταν το μπαρ Meierei, ιδιοκτησία του κυρίου Jan Ephraim. Ο Hugo Ball, αυτός ο βλογιοκομένος ψηλός και αδύνατος νεαρός Γερμανός, αυτός ο στοχαστής και ποιητής, ο δημιουργός τούτου του λογοτεχνικού Cabaret, μάλλον θα καταφέρει τελικά να κρατήσει την υπόσχεσή του προς τον κύριο Ephraim: θα πουλήσει, στον νέο αυτό χώρο, πιο εύκολα και σε καλύτερη τιμή τα λουκάνικα, τα ψωμάκια και την μπύρα.
Μαζί του η Emmy Hennings, ο Tristan Tzara, ο Jean (Hans) Arp, ο Marcel Janco, ο Max Oppenheimer (Mopp), ο Richard Huelsenbeck και πολλοί άλλοι. Το Cabaret στο εξής θα λειτουργεί σε καθημερινή βάση και σε καθημερινή βάση θα γεμίζει ασφυκτικά από όσους σπεύδουν να προσφέρουν ιδέες και βοήθεια.
Ποιοι ήσαν όλοι αυτοί; Ποιο κοινό σημείο είχαν;  Ήσαν ανήσυχοι νέοι που είχαν συγκεντρωθεί από ολόκληρη την Ευρώπη στην ουδέτερη Ζυρίχη και οι οποίοι, ανεπηρέαστοι από τους φραγμούς του πολέμου και του εθνικισμού, ήθελαν να δείξουν πως ζούσαν για άλλα ιδεώδη. 
Στις 5 Φεβρουαρίου 1916 η Emmy Hennings τραγουδάει γαλλικά και δανέζικα chansons, ενώ ο Ball την συνοδεύει στο πιάνο, ο Tzara απαγγέλλει ρουμάνικη ποίηση διαβάζοντας από χαρτάκια τα οποία έχει παραχώσει σε διάφορες τσέπες του, ο Janko πασχίζει να κρεμάσει στον τοίχο μία από τις μάσκες του, ο Arp κρατάει στα χέρια έναν Picasso από την προσωπική του συλλογή τον οποίο θέλει να προσφέρει στον χώρο, κάποιοι κρεμάνε φουτουριστικές αφίσες, μια ορχήστρα με μπαλαλάικες παίζει ρωσικά λαϊκά τραγούδια και χορούς, στην είσοδο δεσπόζει η αφίσα φτιαγμένη από τον Marcel Slodki. Λέξεις σε διάφορες γλώσσες, θεατρικές παραστάσεις, καμπάνες, τύμπανα, κουδούνια, χτυπήματα στα τραπέζια ή σε άδεια κουτιά, άναρθρες κραυγές και η ακατανόητη λέξη da, da, da, da να επαναλαμβάνεται.

                                      Η Emmy Hennings

Το Dada έχει γεννηθεί. Καρναβαλική φάρσα; Βιτριολική ειρωνεία; Χλευασμός και πρόκληση; Επανάσταση; Καλλιτεχνική avant garde;


Παραδόσεις, κανόνες, λογική, ομορφιά, όλα επανεξετάζονται και απορρίπτονται από το Dada. Εξάλλου, αυτά όλα δεν απέτρεψαν έναν παράλογο πόλεμο. Πόσο πιο παράλογο μπορεί να είναι το ντανταϊστικό καλλιτεχνικό κίνημα; Φυσικά συναισθήματα, αυθορμητισμός, διεθνισμός, λιποταξία από το έγκλημα είναι οι ιδεολογικές του προϋποθέσεις. Ανάγλυφα και κολάζ οργανωμένα με τους νόμους της καθαρής σύμπτωσης, αφηρημένη ποίηση μελωδικών συλλαβών χωρίς κανένα νόημα, μουσική θορύβων και παράλογες θεατρικές παραστάσεις είναι τα καλλιτεχνικά του προϊόντα. Έργα πειραματικά, ριζοσπαστικά, ασυνάρτητα, αλλόκοτα, που δέχτηκαν πολλές επικρίσεις, που τάραξαν τα νερά, που ενόχλησαν, που προκάλεσαν.

Poster του Marcel Janco για το Dada

Το Dada έζησε λίγο (όσο κράτησε ο πόλεμος), αλλά επηρέασε πολλούς και άλλαξε τον χάρτη της διανόησης και της τέχνης του 20ού αιώνα. 

Ντανταϊστικό ποίημα του Hugo Ball

Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Ιούνιος 2013)


Έφτασε ο Ιούνιος και νέο διήγημα από τον Βλάσση Τρεχλή.


Η εκδίκηση του Πρίγκιπα Ων


Ο Πρίγκιπας Ων του Μικρού Βασιλείου παρατηρούσε από το δωμάτιο με το ένα και μοναδικό παράθυρο, το οποίο βρισκόταν κάτω από τις πολεμίστρες στον τελευταίο όροφο του κάστρου, τον απέραντο κάμπο. Το δωμάτιο αυτό δεν είχε καμιά πόρτα και δεν μπορούσε να μπει κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο, γιατί μόνον αυτός γνώριζε τον μηχανισμό των επιθυμιών.


Μέσα στο μεγάλο δωμάτιο κανένα σημείο των τοίχων δεν ήταν γυμνό, αφού το περιέβαλλαν βιβλιοθήκες γεμάτες με παλιά δερματόδετα βιβλία με χρυσά και πορφυρά γράμματα στη ράχη τους και πάνω στο τεράστιο τραπέζι, στο κέντρο ακριβώς του δωματίου, ήσαν ακουμπισμένα τα σύνεργα της δουλειάς του.
Το κρεβάτι, σπρωγμένο στην πιο σκοτεινή γωνιά του δωματίου, ήταν μικρό και σιδερένιο. Δεν ήταν καθόλου αναπαυτικό, αφού το στρώμα είχε κάτι λιγότερο από δυο δάχτυλα πάχος και αυτό τον απέτρεπε από το να έχει φιλικές σχέσεις μαζί του.
Είχε κληρονομήσει αυτό το δωμάτιο από τον συνονόματο παππού του, ο οποίος είχε συντάξει τη διαθήκη του μπροστά στον γιο του και ηγεμόνα του κάστρου καθώς και μπροστά στα δώδεκα γηραιότερα μέλη του συμβουλίου της ηγεμονίας. Πάνω στην περγαμηνή το μόνο που μπορούσαν να διαβάσουν τα μέλη του συμβουλίου ήταν το όνομα του κληρονόμου, αν και δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς κληρονομεί ο Πρίγκιπας, αφού αυτό το δωμάτιο, για το οποίο μίλησε ο γέροντας, δεν το είχαν δει ποτέ τους και το μόνο που γνώριζαν ήταν σκόρπιες κουβέντες και η φήμη που το ακολουθούσε.
Ο Πρίγκιπας Ων έβγαινε σπάνια από αυτό το δωμάτιο και, όταν έβγαινε, μιλούσε σαν τους μάγους σε μια αλληγορική και πυκνή από έννοιες γλώσσα, κάνοντας τον Βασιλιά πατέρα του να ξύνει με απορία το κεφάλι. Δεν ήσαν λίγες οι φορές που τους είχε σώσει από τις εχθρικές επιθέσεις, καθώς μόνον αυτός μπορούσε να δει τους ηγεμόνες των γειτονικών φέουδων να αναπτύσσονται στον ανοιχτό κάμπο. Και μόνον αυτός μπορούσε να διακρίνει τις αδυναμίες του εχθρικού στρατού.
Όλοι βέβαια οι αξιωματούχοι αναρωτιόντουσαν για την ικανότητα του Πρίγκιπα να βλέπει πράγματα που αυτοί δεν μπορούσαν να δουν και πολλές κουβέντες ακολουθούσαν κάθε φορά, όταν με τις συμβουλές του τελείωνε νικηφόρα γι’ αυτούς η τελευταία αναμέτρηση. Γι’ αυτή του την ικανότητα, αν και ήταν ο νεότερος όλων, κέρδισε πολύ γρήγορα τον σεβασμό της αυλής.
Ο Πρίγκιπας Ων βρήκε, όταν μπήκε για πρώτη φορά στο δωμάτιο μετά τον θάνατο του παππού του, όσα υλικά απαιτούνταν για να επεξεργαστεί ένας καλός τεχνίτης το γυαλί. Βρήκε ακόμα μια σειρά από φακούς οι οποίοι, όταν τοποθετούνταν με μια συγκεκριμένη σειρά, έφερναν μπροστά στα μάτια του εικόνες που για τα μάτια των άλλων ήσαν κρυμμένες. 


Αυτούς τους φακούς, μελετώντας κάθε φορά περισσότερο τις ιδιότητές τους, τους βελτίωσε, κάνοντάς τους να φέρνουν όλο και πιο κοντά τα μακρινά αντικείμενα, ακόμα και αυτά που ήσαν κρυμμένα πίσω από άλλα μεγαλύτερα και όσα ακόμα ξεπερνούσαν την καμπύλη των οριζόντων. Εκτός όμως απ’ αυτό, ο Πρίγκιπας Ων απέκτησε με τον καιρό την ικανότητα να εισχωρεί στον νου και στην καρδιά των ανθρώπων και να ανακαλύπτει τα σχέδια, τις επιθυμίες και τις προθέσεις των ξένων ηγεμόνων.
Όταν κάποια ημέρα ειδοποίησε τον Βασιλιά πατέρα του ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το κάστρο, γιατί ένας αναρίθμητος στρατός από το Μεγάλο Βασίλειο του βορρά, εξοπλισμένος με ξύλινους πύργους, πολιορκητικές μηχανές και όλων των ειδών τα όπλα, ερχόταν για να τους επιτεθεί, κανείς δεν τον άκουσε.
«Το κάστρο θα πέσει», τους είπε όσο πιο σοβαρά μπορούσε. «Θα χαθεί και θα χαθείτε κι εσείς μαζί του».
Μέχρι εκείνη τη στιγμή έδινε λύση σε όλα τα προβλήματά τους και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως τώρα η λύση θα ήταν η φυγή. Φαίνεται πως οι άνθρωποι ανοίγουν πιο εύκολα τα αυτιά τους στα ευχάριστα και αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τα δυσάρεστα. Απέρριψαν, λοιπόν, την πρότασή του και κλείστηκαν όλοι στο κάστρο περιμένοντας τον εχθρό. Βέβαια, ήσαν και κάποιοι σύμβουλοι που έβαλαν την ιδέα στον Βασιλιά πως ο Πρίγκιπας Ων ήθελε να τον απομακρύνει από το κάστρο προκειμένου να γίνει αυτός ο αφέντης του. Είναι γνωστό πως από κανενός ηγεμόνα την αυλή δεν λείπουν οι κόλακες και οι συκοφάντες.
Όταν σε λίγες ημέρες έφτασε ο εχθρικός στρατός κάτω από τα τείχη του κάστρου και είδαν το μέγεθός του, ήταν αργά για να αλλάξουν απόφαση. Αναζήτησαν βέβαια τον νεαρό Πρίγκιπα, αλλά δεν μπορούσαν να χτυπήσουν την πόρτα του δωματίου του, γιατί δεν υπήρχε, όπως είπαμε, πόρτα.


Όταν άρχισε η μάχη, ο Πρίγκιπας Ων σφράγισε το ένα και μοναδικό παράθυρο του δωματίου του με γυαλί ψημένο πολλές φορές σε θερμοκρασία που το έκανε άθραυστο και περίμενε το τέλος της μάχης. Μέσα από το άθραυστο γυαλί έβλεπε όλα όσα γινόντουσαν μπροστά από το κάστρο. Είδε τους ξύλινους πύργους να πλησιάζουν στις επάλξεις. Είδε τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα αναρίθμητα βέλη. Είδε τους καταπέλτες να ρίχνουν πέτρες και φωτιά επάνω τους. Το άθραυστο τζάμι του παραθύρου του μαύρισε από τον καπνό και έπαψε σιγά-σιγά να βλέπει έξω.
Κάποια στιγμή σταμάτησε και να ακούει κραυγές. Μετά από μέρες, δεν μπορούσε να καταλάβει πόσες, σταμάτησε να ακούει και ομιλίες. Ύστερα η σιωπή κατέκλυσε τα πάντα. Όταν άκουσε τη βροχή να πέφτει και ένιωσε την ανατριχίλα της, κατάλαβε πως άλλαξε εποχή. Λέγοντας τότε τα μαγικά λόγια βγήκε από το δωμάτιο και αντίκρισε τη φρίκη. Ερείπια και σαπισμένα πτώματα ήσαν ξαπλωμένα μπροστά στα μάτια του. Αναζήτησε μέσα στα πτώματα τους γονείς του, αλλά δεν κατάφερε να τους βρει, γιατί ήσαν όλοι φριχτά παραμορφωμένοι. Τους αναζήτησε ανάμεσα στους νεκρούς που ξεχώριζαν από τις χρυσαφένιες στολές και τα διαδήματά τους, αλλά και πάλι τίποτα δεν βρήκε, αφού είναι γνωστό πως οι επιδρομείς αφαιρούν από τους νεκρούς ό,τι γυαλίζει.
Απομακρύνθηκε από τα ερείπια του κάστρου κρατώντας στα χέρια του τη μοναδική του περιουσία. Έναν δερμάτινο σάκο με τους γυάλινους φακούς και άλλον έναν με πολύτιμες σημειώσεις για την επεξεργασία του γυαλιού. Φαινόταν σαν να μην ήξερε τι να κάνει. Αφού ταλαντεύτηκε για λίγο, ξαναγύρισε στο κάστρο και ανέβηκε στον όροφο κάτω από τις πολεμίστρες, στάθηκε σε ένα σημείο, πρόφερε τα μαγικά λόγια και άνοιξε ένα μέρος του τοίχου μπροστά του.


Μπήκε με βιαστικά βήματα στο δωμάτιό του και τοποθέτησε τους φακούς που έβγαλε από τον σάκο του με μια καινούρια σειρά την οποία είχε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια της τελευταίας πολιορκίας. Μέσα από τους φακούς είδε πως είχε σειρά να καταστραφεί το Μεγάλο Βασίλειο του βορρά. Μάλιστα, μεγάλο ρόλο σ’ αυτή την καταστροφή θα έπαιζε ο υαλοτεχνίτης, ο οποίος θα έφτιαχνε μια σειρά πανέμορφων τζαμιών στολισμένων με τα χρώματα της πλάνης που θα μετέτρεπαν την αλήθεια σε ψέμα. Θα τους έκανε με την τέχνη του να πιστέψουν πως ζουν στο βασίλειο της χαράς και θα χανόταν από τα μάτια τους κάθε απειλή, για την οποία μόνον οι σοφοί γνωρίζουν πως πάντα ελλοχεύει.
Άλλαξε τότε τα πριγκιπικά του ρούχα με αυτά του υαλοτεχνίτη και πήρε το μονοπάτι που οδηγούσε στον βορρά. Είχε δει ακόμα μέσα από τους φακούς του πως στο Μεγάλο Βασίλειο έψαχναν, μετά τον ξαφνικό θάνατο του αρχιμάστορα, για καινούριο τεχνίτη γυαλιών.