Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Η παρέα των τριών: Idéfix-Rantanplan-Milou


Ο μικρούλης, χαριτωμένος Idéfix ήταν η έμμονη ιδέα (idée fixe) του Γάλλου καρτουνίστα René Goscinny και η αδυναμία του εύσωμου Γαλάτη Obélix, ο οποίος τον κουβαλάει μαζί του σε όλες τις απίστευτες περιπέτειές του παρά τις αντιρρήσεις του Astérix. Έξυπνος, θαρραλέος και ευαίσθητος, ο Idéfix είναι πιστός σύντροφος των δύο ηρώων και μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, τους σώζει και τη ζωή. Κυνηγάει κι αυτός τους Ρωμαίους, προστατεύει τα δέντρα, αλλά δυσκολεύεται να μεταφέρει μενίρ παρά την εκπαίδευση που δέχεται από τον Obélix.



Ο Βέλγος Morris και ο Γάλλος René Goscinny έχουν τον δικό τους σκύλο-ήρωα: τον διάσημο Rantanplan. Διάσημος; Βεβαίως. Για την ηλιθιότητά του. Είναι ο πιο ηλίθιος σκύλος του κόσμου ή «ο σκύλος που είναι πιο ηλίθιος και από τη σκιά του».  Ίσως γι’ αυτό είναι η αδυναμία του Averell Dalton! Δεν ξέρει να κολυμπάει, δεν μπορεί να βρει τον στόχο του όταν πηδάει στην αγκαλιά κάποιου, είναι αδύνατον να προσανατολιστεί. Η όσφρησή του τον προδίδει, η διαίσθησή του επίσης. Μπερδεύει τους Daltons με ευϋπόλητους πολίτες, τον Lucky Luke με διάσημους desperandos του West, τα κάρβουνα με τις τρούφες. Λαίμαργος και γκαφατζής, «λάθος της φύσης» σύμφωνα με τη Jolly Jumper, το άλογο του Lucky Luke (την Ντόλυ όπως μεταφράζεται το όνομά της στα ελληνικά), κατορθώνει όμως να κερδίσει τη συμπάθεια του αφεντικού της, αλλά και τη δική μας αγάπη.


Ο Milou είναι ο αχώριστος φίλος και συνεργάτης του νεαρού δαιμόνιου δημοσιογράφου με το σηκωμένο τσουλούφι, του Tintin και γεννήθηκε από την πένα του Βέλγου Hergé. Τον ακολουθεί παντού, μοιράζεται τους κινδύνους και τη δόξα του, συχνά τον βάζει σε μπελάδες κι άλλες φορές τον βγάζει από τη δύσκολη θέση. Σκέφτεται, σχεδόν μιλάει και συμβουλεύει το παράτολμο αφεντικό του. Καλοφαγάς, που όμως δεν διστάζει να θυσιάσει την απόλαυσή του για χάρη του Tintin. Mε μεγάλη αγάπη για το απαγορευμένο ουίσκι, κυρίως της μάρκας Loch Lomond, χωρίς όμως να περιφρονεί το ρούμι και τη σαμπάνια.


Πηγές για τις εικόνες:
http://www.blogblowfish.com/2016/02/26/herge-snowy-and-milou/

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Όταν ο Chagall συνάντησε τον Apollinaire


Το 1910 ένας νεαρός ζωγράφος, μόλις είκοσι τριών ετών, ο Marc Chagall, εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου δεσπόζει ο κυβισμός,  φέρνοντας μαζί του από τη μακρινή πατρίδα του, τη Ρωσία, τους ώριμους γήινους και σκοτεινούς χρωματικούς τόνους που σημαδεύουν την πρώτη περίοδο της ζωγραφικής του.  Στο Παρίσι ο καλλιτέχνης βρίσκει τον τρόπο να ξεκλειδώσει τον εσωτερικό του κόσμο, να επινοήσει έναν ευτυχισμένο φανταστικό κόσμο και να εκφράσει στους πίνακές του τη χαρά και τη νοσταλγία. Είναι αυτό κυβισμός; Δεν είναι, πάντως, ο παριζιάνικος κυβισμός, και γι’ αυτό οι ομότεχνοί του δυσκολεύονται να καταλάβουν και να αποδεχτούν το έργο του.

              Αυτοπροσωπογραφία με πινέλα, 1909
                        Λάδι σε μουσαμά
Ντύσελντορφ, Συλλογή Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας

Η αναγνώριση του Chagall έρχεται από τους λογοτέχνες: τον Σουηδό Blaise Cendrars και τον Γαλλοπολωνό Guillaume Apollinaire. Με τον δεύτερο ο Chagall αναπτύσσει στενή φιλία και είναι αυτός που πρώτος χαρακτήρισε τη ζωγραφική του surnaturel (=υπερφυσική).  Ο όρος που ο Apollinaire χρησιμοποίησε για να περιγράψει τη ζωγραφική του Chagall εξελίχθηκε στον όρο surrealism (=υπερρεαλισμός). Από την άλλη, ο ποιητής, μέντορας περισσότερο παρά φίλος, έδωσε ευκαιρίες στον Chagall να εκθέσει τα έργα του. Κι εκείνος, ευγνώμων, ζωγράφισε (με λάδι, ασημόσκονη και χρυσόσκονη σε μουσαμά) ένα έργο με τίτλο Φόρος τιμής στον Απολιναίρ.


Το κέντρο του πίνακα καταλαμβάνουν οι ενωμένες μορφές του Αδάμ και της Εύας με το μήλο, ενώ οι αριθμοί στην κυκλική επιφάνεια θυμίζουν καντράν ρολογιού. Σε μια γωνιά του πίνακα ο Chagall γράφει τα ονόματα των φίλων του μαζί με τα σύμβολα των τεσσάρων στοιχείων της φύσης. 
Το έργο φιλοτεχνήθηκε το 1911 και την άνοιξη του 1914 παρουσιάστηκε στην πρώτη ατομική έκθεση του Chagall, η οποία διοργανώθηκε στο Βερολίνο από τον Herwarth Walden, εκδότη του περιοδικού Der Sturm (Η Θύελλα), μετά από πρόταση του Apollinaire. Σήμερα το έργο βρίσκεται στο Δημοτικό Μουσείο van Abbe, στο Eϊντχόφεν.


Πηγές για τις εικόνες:
http://www.tate.org.uk/context-comment/articles/artist-heart-cultural-vortex

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Λαγνεία στον νέο κόσμο: Edward Hopper


Ο νεορεαλιστής ζωγράφος Edward Hopper (1882-1967) έζησε μια εξαιρετικά ήσυχη και τακτοποιημένη ζωή. Δεν μετακινήθηκε παρά ελάχιστα από το ατελιέ του στη βόρεια πλευρά της Πλατείας Ουάσινγκτον στη Νέα Υόρκη και έμεινε παντρεμένος από το 1924 με την ίδια γυναίκα, την επίσης ζωγράφο Josephine. Ήταν ένας άνθρωπος ντροπαλός, κλειστός, εσωστρεφής, επιφυλακτικός με τους ανθρώπους και ως καλλιτέχνης έμεινε πειθαρχημένος και αμετακίνητος στο στυλ και στην τεχνική του, τη στιγμή που η τέχνη του καιρού του ήταν γεμάτη από αλλαγές και αναζητήσεις.
Αν και ο Hopper ζωγράφιζε σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία τοπία της πόλης και της υπαίθρου, γοητευμένος από τη φυσική και τη δημιουργημένη αρχιτεκτονική του αμερικανικού νέου κόσμου, ωστόσο έκανε μια εξαίρεση: τις γυναικείες φιγούρες.

Edward Hopper, Αυτοπροσωπογραφία, 1906

Ο Hopper είναι ένας ηδονοβλεψίας στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τις γυναικείες φιγούρες του. Εκείνος κρυφοκοιτάζει, ενώ οι γυναίκες που ζωγραφίζει δεν αντιλαμβάνονται ούτε το βλέμμα του ζωγράφου ούτε το βλέμμα του θεατή. Είναι προστατευτικά κλεισμένες στον δικό τους κόσμο, αδιάφορες για ό,τι συμβαίνει έξω από αυτόν. Δεν ποζάρουν, δεν εκτίθενται. Παραμένουν μοναχικές, απόμακρες και σιωπηλές, είτε διαβάζουν μέσα στο βαγόνι του τραίνου, είτε δουλεύουν στο γραφείο τους, είτε ετοιμάζονται να βγουν, είτε κάθονται στο κρεβάτι του ξενοδοχείου.

Διαμέρισμα Γ, Βαγόνι 193, 1938
Λάδι σε μουσαμά, Συλλογή εταιρείας ΙΒΜ,
Armonk (Νέα Υόρκη)

Γραφείο τη νύχτα, 1940
Λάδι σε μουσαμά
Κέντρο τεχνών Walker, Μινεάπολη

Καλοκαίρι, 1943
Λάδι σε μουσαμά
Μουσείο Τέχνης Ντέλαγουεαρ Wilmington

Πρωινός ήλιος, 1952
Λάδι σε μουσαμά
Μουσείο Καλών Τεχνών, Columbus (Οχάιο)

Αντίθετα, επιθυμίες, ερωτισμός, φαντασιώσεις, κωδικοποιήσεις, στερεότυπα συγχωνεύονται στην αντρική ματιά του καλλιτέχνη. Μολονότι τούτες οι γυναίκες δεν έχουν ξεχωριστά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά ούτε κάποια έκφραση στο πρόσωπο, φορούν ωστόσο διάφανα φορέματα, με υπολογισμένα ανοίγματα στο μπούστο, έχουν καμπύλες και στρογγυλέματα στο σώμα, η θέση των ποδιών τους και το έντονο μακιγιάρισμα υποδηλώνει το κάλεσμα, ένα καπέλο που φοριέται με χάρη δίνει έναν τόνο ερωτικής ανεμελιάς και η ακινησία τους –η ακαμψία τους- είναι γεμάτη προκλητική ενέργεια.

Καταμεσήμερο, 1949
Λάδι σε μουσαμά
Ινστιτούτο τέχνης Ντέιτον (Οχάιο)

Σελφ σέρβις, 1927
Λάδι σε μουσαμά
Κέντρο Τεχνών De Moines (Αϊόβα)

Κινέζικο εστιατόριο, 1929
Λάδι σε μουσαμά
Συλλογή κου και κας Barney A. Ebsworth

Ο Hopper διακινδυνεύει υπαινιγμούς σχεδόν άσεμνους και διάχυτη λαγνεία, που τονίζονται από τον τρόπο με τον οποίο διαχέεται το φως πάνω στα γυναικεία σώματα και αναδεικνύει τη μισοκρυμμένη γυμνότητα, ενώ η γεωμετρία των χώρων δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο που υπογραμμίζει την απομόνωση και τη σιωπή. Οι παραδοσιακά πολυσύχναστοι χώροι (ένα μπαρ, το τραίνο, ένα ξενοδοχείο, γραφεία, βενζινάδικα) είναι απλώς ένα έρημο σκηνικό που επιτείνει την εσωτερικότητα της γυναικείας επιθυμίας. Ακόμα και η ύπαρξη ενός αντρικού προσώπου δεν διαφοροποιεί τη στάση των γυναικών: οι άντρες είναι εκεί, είναι όμως ανύπαρκτοι. Ο ερωτισμός που ζωγραφίζει ο Hopper είναι έντονος, αλλά ερμητικός.

Καλοκαιρινή βραδιά, 1947
Λάδι σε μουσαμά
Ιδιωτική συλλογή, Ουάσινγκτον

Ξενύχτηδες, 1942
Λάδι σε μουσαμά
Ινστιτούτο τέχνης Σικάγου, Σικάγο

Και το πιο περίεργο: όλος αυτός ο αισθησιασμός επενδύεται στα πολύ νόμιμα πλαίσια τα οποία εκπροσωπεί η μία και μοναδική γυναίκα: ο Hopper πολύ σύντομα παύει να χρησιμοποιεί άλλο μοντέλο εκτός από τη γυναίκα του την Josephine

Πηγές για τις εικόνες:
https://en.wikipedia.org/wiki/Nighthawks  

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Τα χειρόγραφα του Balzac


Τα χειρόγραφα του Balzac, όπως και τα χειρόγραφα πολλών άλλων Γάλλων συγγραφέων, φυλάσσονται τώρα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας. Αλλά όχι μόνον τα χειρόγραφα των Γάλλων συγγραφέων, όλα τα χειρόγραφα συγγραφέων που βρίσκουμε τα θεωρούμε πολύτιμα και τα προστατεύουμε, τα μελετάμε, τα εκθέτουμε, τα θαυμάζουμε. Γιατί άραγε; 


Επειδή, βλέποντας αυτό το αταξινόμητο χάος νιώθουμε σαν να σκύβουμε λαθραία πάνω από τον ώμο του συγγραφέα την ώρα που εκείνος εργάζεται στο γραφείο του και παρακολουθούμε την γέννηση και την εξέλιξη του έργου. Από την πρώτη μέχρι την οριστική μορφή του έργου, όλα τα ενδιάμεσα στάδια είναι διαθέσιμα, οι αρμοί του έργου ολοφάνεροι. Συγχρόνως, όλοι μας έχουμε συνομολογήσει πως το χειρόγραφο είναι ένα ίχνος, το δακτυλικό αποτύπωμα του συγγραφέα.
Μέσα σε 8 ημέρες συνέλαβα και συνέθεσα τις Χαμένες Ψευδαισθήσεις και έγραψα το ένα τρίτο του έργου. Φανταστείτε τι σημαίνει μια τέτοια δουλειά. Όλες μου οι δυνάμεις ήσαν τεταμένες, έγραφα 15 ώρες τη μέρα, ξυπνούσα το χάραμα και έφτανα μέχρι το δείπνο δίχως να πάρω τίποτα άλλο εκτός από καφέ: γράφει ο Balzac σε ένα γράμμα του προς τη Mme Hanska.
Όταν δεν ασχολούμαι με τα χειρόγραφά μου, σκέφτομαι τα σχέδιά μου και, όταν δεν σκέφτομαι τα σχέδιά μου και δεν aσχολούμaι με τα χειρόγραφά μου, διορθώνω τυπογραφικά δοκίμια. Αυτή είναι η ζωή μου: έτσι εξομολογείται ο Balzac σε ένα άλλο γράμμα του προς τη Mme Hanska.


Αυτά τα χειρόγραφα του Balzac! Αυτά τα χειρόγραφα του Balzac! Είναι ένα υφάδι από γραμμές, ένα πανδαιμόνιο παραπομπών [...] Μοιάζουν με τον ιστό αράχνης του οποίου η ύφανση είναι πολύ σφιχτή και του οποίου κάθε νήμα καταλήγει με μυστήριο τρόπο σε μια ιδέα ή συμπληρώνει μια ιδέα. Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει τα χειρόγραφα του Balzac ένας από τους εκδότες του.


Ο Balzac γράφει, ξαναγράφει, διορθώνει, ξαναδιορθώνει. Δουλεύει πάμπολλες ώρες, με ρυθμό ξέφρενο, ένας πραγματικός εργάτης της λογοτεχνίας. Αρχίζει να γράφει χρησιμοποιώντας φτερό χήνας. Η γραφή του είναι μικρή, λεπτή και σφιχτή, όχι πάντα ευανάγνωστη. Υπάρχουν μικρά ή μεγαλύτερα σβησίματα και κάμποσες διορθώσεις στο περιθώριο που γι’ αυτόν τον λόγο αφήνει στα αριστερά της σελίδας. Όταν τα χειρόγραφα πάνε στον εκδότη και επανέλθουν στον Balzac, σε μεγάλα φύλλα, ως τυπογραφικά δοκίμια, τότε πια πάνω στο χαρτί φιδοσέρνονται λέξεις, άλλες που έχουν διαγραφεί, άλλες που υπογραμμίζονται, άλλες που  διασταυρώνονται και επικαλύπτονται. Προτάσεις γραμμένες ευθεία κι άλλες πλάγια. Ολόκληρα κεφάλαια προστίθενται πάνω στα φύλλα κι όσα δεν χωράνε γράφονται πάνω σε άλλα στραβοκομμένα φύλλα που καρφιτσώνονται στα πρώτα. Ορνιθοσκαλίσματα, μουτζούρες, βελάκια, αστερίσκοι, σημάδια, γραμμές που διαχωρίζουν κομμάτια από άλλα κομμάτια, κύκλοι που περιβάλλουν μικρές ενότητες, ζωγραφιές ακόμα, το μελάνι που κακοστέγνωσε και έβαψε το χαρτί, ένας λεκές από τον καφέ που τον παρέστεκε στη σκληρή δουλειά του.


 Όλη η ένταση, όλος ο κόπος, οι νέες ιδέες που ξεπετάγονται, οι παλιές που ξεπερνιούνται, η περιπέτεια της γραφής αποτυπώνεται πάνω σε αυτά τα χαρτιά, τα οποία και πάλι δεν είναι η οριστική μορφή του έργου. Το χάος αυτό των τυπογραφικών δοκιμίων θα πάει και θάρθει κάμποσες φορές από τον Balzac στον εκδότη του και πάλι πίσω, μέχρι το τελικό «τυπωθήτω». Κι όταν το βιβλίο έχει πλέον εκδοθεί, όταν τα γράμματα, οι λέξεις, οι προτάσεις έχουν φυλακιστεί στα όρια της τυπωμένης σελίδας, ο Balzac, ακούραστος και προνοητικός, ανοίγει τη φυλακή τους και τις αφήνει και πάλι ελεύθερες, αφού διορθώνει πάνω στο τυπωμένο κείμενο, προετοιμάζοντας την επόμενη έκδοση.


Πολύ κοπιαστική δουλειά! Ο συγγραφέας είναι ένας χειρώνακτας, ένας βάναυσος σαν τον καλλιτέχνη, που σκορπίζει πάνω στο λευκό χαρτί διαδοχικές στρώσεις γραφής και σκέψης. Το χειρόγραφό του είναι ένα μπερδεμένο κουβάρι –το λέει ο εκδότης του Balzac- που πρέπει να αποκτήσει σχήμα, να μεταγραφεί σε σημεία γνωστά, πρέπει να υφανθεί και κάθε νήμα της ύφανσης να συνδεθεί με μια ιδέα. Και έπειτα, σε μια μεταγενέστερη φάση, το υφάδι χρειάζεται να ξηλωθεί (défaire) για να βρεθεί το νόημα, χρειάζεται την απόφαση της ανάγνωσης, όπως θα έλεγε ο Derrida.
Και να! Το νέο βιβλίο του κ. Balzac βρίσκεται τώρα στα χέρια των αναγνωστών του. Το ψηλαφίζουν, το μυρίζουν, κόβουν τις σελίδες του, το ξεφυλλίζουν, βουλιάζουν στην πολυθρόνα τους και βυθίζονται στην ανάγνωση. Είναι πια δική τους υπόθεση η ανασύνθεση του νοήματος και εξαρτάται από τις προϋπάρχουσες δικές τους προσλαμβάνουσες. Δική τους, αλλά -να μην ξεχάσουμε- και των κριτικών, οι οποίοι τούτη τη φορά έχυσαν όλη τη χολή τους για εκείνον που πριν δόξαζαν.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Η μυθολογία ως πρόσχημα: John William Waterhouse


Επηρεασμένος από τη θεματική και την τεχνική των προραφαηλιτών ζωγράφων, ο John William Waterhouse ζωγραφίζει με επιμονή τις femme fatale της ελληνικής μυθολογίας και της αγγλικής ποίησης, εκείνες που με τα θέλγητρά τους αποπλανούν τον άντρα, το αιώνιο θύμα τους.  


Είμαστε στην καρδιά της βικτωριανής εποχής, της εποχής που πήρε το όνομά της από τη σκυθρωπή και σεμνότυφη γυναίκα η οποία βασίλευσε στην Αγγλία για 64 ολόκληρα χρόνια. Στα χρόνια της βασιλείας της ο ήλιος στη αποικιοκρατική βρετανική αυτοκρατορία δεν έδυε ποτέ, ενώ, επιπλέον, η βιομηχανική επανάσταση δημιουργούσε φτώχεια και τεράστιες  οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Για να συγκρατηθεί τούτος ο ρευστός και πολύπλοκος κόσμος, επιστρατεύθηκαν οι πιο αυστηρές ηθικές αρχές, οι οποίες καταδυνάστευαν τους ανθρώπους και την τέχνη. Όμως, η αυστηρότητα πάει χέρι-χέρι με την υποκρισία. Αν και το γυναικείο γυμνό είναι αδιανόητο, οι κυρίες της υψηλής κοινωνίας φωτογραφίζονται σε σχεδόν πορνογραφικές πόζες, ενώ στην τέχνη νύμφες, σειρήνες και μάγισσες, βγαλμένες κατευθείαν μέσα από τους αρχαιοελληνικούς μύθους, ζωγραφίζονται σε στάσεις προκλητικές, με έκφραση αισθησιακή και με διάθεση ερωτική.
Το 1896 ο Waterhouse ζωγραφίζει έναν πίνακα με τίτλο Hylas and the Nymphs (Ο Ύλας και οι νύμφες). Οι νύμφες, μοιραίες γυναίκες, αιώνια νέες και όμορφες επειδή τρέφονται με αμβροσία, με μακριά ξέπλεκα μαλλιά, γυμνούς ώμους και στήθη, με πρόσωπα σαγηνευτικά, προκαλούν τον Ύλα, τον όμορφο Αργοναύτη, να απολαύσει μαζί τους τον έρωτα και να χαθεί , θνητός αυτός, για πάντα στον κόσμο του μυστηρίου και της μαγείας.  Κι εκείνος, ο άντρας, σκύβει μπροστά, αδύναμος, έτοιμος να υποκύψει στο γήτεμα της θηλυκής φύσης.

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Ποιήματα του πολέμου και της ειρήνης


Το 1914, ο Guillaume Apollinaire κατατάσσεται εθελοντής και μεταφέρεται στο μέτωπο της Καμπανίας. Εκεί θα πολεμήσει μέχρι το 1916, όταν ένα θραύσμα όλμου, την ώρα που εκείνος διάβαζε στο χαράκωμα, τον βρίσκει και τον τραυματίζει στο κεφάλι. Επιστρέφει στο Παρίσι με το κεφάλι του μπανταρισμένο και κυκλοφορεί με τη στρατιωτική του στολή στολισμένη με όλα τα παράσημα. Εκείνος, συνεπαρμένος από τον πόλεμο, ονειρεύεται τη νίκη της Γαλλίας, ενώ οι άλλοι τον χλευάζουν.



Το 1918, έξι ημέρες πριν τελειώσει ο πόλεμος, ο Apollinaire πεθαίνει από ισπανική γρίπη. Ήταν μόλις 38 χρονών. Την ίδια χρονιά, μετά τον θάνατό του, εκδίδεται ένα έργο με τις εντυπώσεις του από τον πόλεμο. Έχει τον τίτλο Calligrammes. Poèmes de la paix et de la guerre (Καλλιγραφήματα. Ποιήματα για την ειρήνη και τον πόλεμο). Η φθορά του χρόνου στις ειρηνικές περιόδους δένεται με τη βίαιη καταστροφή του πολέμου. Η μελαγχολία της ερωτικής θύμησης δένεται με τη θλίψη της απώλειας.


Όμως, το πιο περίεργο: σε τούτη τη συλλογή ο Apollinaire συνενώνει λέξεις, γράμματα και φράσεις και δημιουργεί  πολύπλοκα οπτικά κολάζ. Το μαύρο μελάνι ζωγραφίζει το λευκό χαρτί. Ένα λαβωμένο περιστέρι, ένα συντριβάνι είναι τα σύμβολα της χαμένης από τον πόλεμο ευτυχίας. Η σελίδα γίνεται ένας καμβάς, με νοήματα που αποκωδικοποιούνται με πολλαπλά, αφού δεν μπορείς πια να διαβάσεις με τον γνωστό, γραμμικό, τρόπο. Τώρα άξονας δεν υπάρχει, ούτε δεξιά κι αριστερά, ούτε πάνω και κάτω. Είσαι ελεύθερος να διαλέξεις, να αποφασίσεις  το πως και, κατά συνέπεια, και το τι.


Καλλιγραφία και ιδεογράμματα συναιρούνται και δίνουν τον τίτλο του έργου σημαίνοντας την έγνοια του Apollinaire η γραφή να σχετίζεται με την ομορφιά.  Η ζωή να σχετίζεται με την ομορφιά.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Το διήγημα του μήνα (Απρίλιος 2013)

Το διήγημα για τον μήνα Απρίλιο από τον Βλάσση Τρεχλή.


Ο ζωγράφος και η μικρή κυρία

Ο καλλιτέχνης διαλέγει τα θέματά του,
αυτός είναι  ο τρόπος του να τα παινεύει
Νίτσε


Ο Οδυσσέας Τέμπερας, ο ζωγράφος, υπέγραφε με το όνομα «Οδυσσέας» τους πίνακές του,όχι τόσο γιατί τον κολάκευε που του είχαν δώσει το όνομα ενός ομηρικού ήρωα, αλλά γιατί πίστευε πως η ζωγραφική είναι η τέχνη της περιπλάνησης. Με αυτό το όνομα έμεινε στη μνήμη όσων τον γνώρισαν. Πρέπει να πω ακόμα πως υπήρξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ένας πολύ ερωτικός άνθρωπος. Η τελευταία αυτή φράση είναι πολύ παρεξηγημένη, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που ο ερωτικός άνθρωπος ταυτίζεται με το φτηνό και το χυδαίο, ενώ δημιουργεί συνειρμούς στα μυαλά των ανθρώπων για άσχημες προθέσεις, για κρυμμένη βία, για υστερόβουλες σκέψεις και χίλια δυο άλλα. Αλλά η άσχημη ερμηνεία αυτής της φράσης στη δική μας ιστορία δεν έχει θέση.
Έμαθα την ιστορία του ζωγράφου από ένα γυναικείο πορτραίτο, ένα πορτραίτο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί δεν ήταν ακριβώς πορτραίτο έτσι όπως το έχουμε στο μυαλό μας. Στο πρόσωπο της νεαρής γυναίκας δεν υπήρχε ίχνος αυταρέσκειας, ούτε προσμονής, όπως συμβαίνει συνήθως με αυτούς που ποζάρουν με τη θέλησή τους, με πληρωμή ή ακόμα και με απαίτησή τους. Στο πρόσωπο του κοριτσιού υπήρχε μια παραδείσια χαλαρότητα, μια αθωότητα, μια έλλειψη υποψίας πως υπάρχει κάποιος θεατής στη ζωής της, κάποιος περίεργος, ακόμα και αν αυτός είναι ο ίδιος ο Δημιουργός.
Χωρίς να ξέρω γιατί το έκανα, ανασκάλεψα την ιστορία του πορτραίτου και έμαθα.

SJWaterhouse, Η ψυχή του ρόδου (1908). 
Ιδιωτική συλλογή

Δίπλα στο σπίτι του Οδυσσέα ήρθε και εγκαταστάθηκε ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Αυτό έγινε πριν από πολλά χρόνια, όταν οι κρόταφοι του ζωγράφου είχαν μόλις αρχίσει να γκριζάρουν. Η κοπέλα, Μυρσίνη την έλεγαν, ήταν είκοσι χρονών και ο άντρας της δεν φαινόταν μεγαλύτερος από είκοσι οκτώ. Η νεαρή γειτόνισσα του ζωγράφου έβγαινε κάθε πρωί στον κήπος της και περιποιόταν τα λουλούδια της. Ήταν τόσο τρυφερή μαζί τους, τόσο περιποιητική, που για τα μάτια ενός πολύ ερωτικού παρατηρητή, και μάλιστα ενός ζωγράφου, η τρυφερότητα που έσερνε μαζί της η μικρή κυρία έδειχνε πως ήταν ο απόηχος μιας τρυφερής και ολοκληρωμένης βραδιάς. Παρατήρησε ακόμα ο ζωγράφος πως η γειτόνισσά του ποτέ και για κανέναν λόγο δεν σήκωνε τα μάτια της πάνω σε κάποιο άλλο αντικείμενο, σε ένα αυτοκίνητο ας πούμε, σε κάποιον περαστικό, στα διπλανά σπίτια. Ήταν ολοφάνερο πως ζούσε μόνο για τον αγαπημένο της. Για τον ζωγράφο η νεαρή κυρία δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα περισσότερο από ένα ολάνθιστο τριαντάφυλλο.
Πολλά έχουν γραφτεί για ανολοκλήρωτους έρωτες, για ανθρώπους που αγγίξανε το ερωτικό τους αντικείμενο μόνο με τη σκέψη, που παρατηρούσαν και τις πιο μικρές κινήσεις του, που κρυφοκοιτούσαν πίσω από κουρτίνες, που χανόντουσαν από τα μάτια του για να μην προδοθούν. Αλλά και πόσες φορές δεν αποκαλύφθηκε πως και ο άλλος απέναντί τους έκανε ακριβώς τις ίδιες κινήσεις, πως φρόντιζε να καλύψει τον έρωτά του πίσω από παραβάν και από κουρτίνες, πίσω από πόρτες και παραθυρόφυλλα, επιλέγοντας να απολαμβάνει το αντικείμενό του από μια τόση δα ρωγμή που πίστευε πως δεν ήταν ορατή στον άλλον.
Ο έρωτας υπάρχει στη ζωή των ανθρώπων έτσι κι αλλιώς. Ακόμα και στους μεγαλύτερους αρνητές του. Ακόμα και στους αναχωρητές, σε ξεχασμένους και ορκισμένους μοναχούς.

S. J. Waterhouse, Ανεμώνες (1903). 
Ιδιωτική Συλλογή

Ο Οδυσσέας καθόταν κάθε πρωί πίσω από την κουρτίνα στο ατελιέ του (που πρέπει να επισημάνω πως απείχε μόνο τρία μέτρα από τον φράχτη του νεαρού ζευγαριού), στο πιο σκιερό σημείο, και περίμενε την όμορφη γειτόνισσά του να βγει στον κήπο της. Είχε μάθει, από τις πολλές φορές που την παρατηρούσε, ποια θα είναι η επόμενη εικόνα της. Είχε μάθει ποιο φόρεμα θα φορέσει την επόμενη μέρα. Ποιο καπέλο και ποια παπούτσια. Είχε καταγράψει στο μυαλό του με κάθε λεπτομέρεια ακόμα και την πιο μικρή της κίνηση. Πώς λυγίζει το γόνατό της, πώς απλώνει τα δάχτυλά της για να παραμερίσει ένα ξεραμένο φύλλο, με τι χάρη στρέφει το κεφάλι της στο ζουζούνισμα των μελισσών, πώς κυνηγάνε τα μάτια της το πέταγμα της πεταλούδας.
Πολλοί μήνες πέρασαν μέχρι να πιάσει το μολύβι και να αρχίσει να φτιάχνει μικρά σκίτσα από τη ζωή της νεαρής κυρίας στον κήπο του σπιτιού της. Στην αρχή έφτιαξε το χέρι της να κρατάει ένα άνθος. Μετά το βλέμμα της να ακολουθεί την πεταλούδα. Το ξάφνιασμά της όταν την επισκεπτόταν ο κοκκινολαίμης. Το χέρι της τη στιγμή που τακτοποιούσε μια τούφα από τα, παρασυρμένα από το ξαφνικό αεράκι, μαλλιά της. Με τον καιρό όμως αφαίρεσε όλα όσα υπήρχαν γύρω της και επικεντρώθηκε στο κορμί της, και στο πρόσωπό της.
Υπήρξαν ημέρες που θα ήθελε να της έλεγε πόσο όμορφη είναι, πως την κοιτάζει μήνες τώρα πίσω από τη διάφανη κουρτίνα, πως ακολουθεί το βλέμμα της, πως παίζει με τα χρώματα της εικόνας της.
Μα δεν της μίλησε ποτέ.
Όχι γιατί ντράπηκε μήπως προσβάλει την ίδια ή τον άντρα της. Ούτε μήπως χαλάσει την παραδείσια ησυχία της. Η επιλογή του δεν είχε να κάνει με τη νεαρή κυρία. Είχε να κάνει με τον ίδιο. Σαν καλλιτέχνης δεν θα εύρισκε καλύτερο τρόπο για να παινέψει την ομορφιά της, για να εκφράσει τον ανομολόγητο έρωτά του, πέρα από τα χρώματα της παλέτας του.

Πηγές για τις εικόνες: