Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Γιαν Βερμέερ και Μάνος Χατζιδάκις. Οι κρυφές συναντήσεις τους μέσα στον χρόνο


Αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο του Βλάσση Τρεχλή που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οδός Πανός (Απρίλιος-Ιούνιος 2010).

Ο Ολλανδός ζωγράφος Γιαν Βερμέερ έζησε από το 1632-1675. Ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε από το 1925-1994. Ο ζωγράφος του 17ου αιώνα ανακαλύπτει την απόλυτη ομορφιά του ορατού κόσμου. Επενδύει με μοναδικά χρώματα τους καθημερινούς ανθρώπους και τα αντικείμενα που τους περιβάλλουν, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο του θέματος, από τη φόρμα, στο χρώμα. Ακολουθώντας την τάση της εποχής του, εγκαταλείπει τον ρόλο της χιουμοριστικής εικονογράφησης και ζωγραφίζει τους ανθρώπους σαν νεκρές φύσεις. Βλέποντας τη Γαλατού, ένα από τα πιο διάσημα έργα του, δεν νομίζω πως ενδιαφέρει κανέναν η σημειολογία των λεπτομερειών. Ό,τι νιώθουν τα μοντέλα του υπάρχει καλά κλεισμένο μέσα τους. Πέρασαν περισσότερα από διακόσια πενήντα χρόνια για να επανεκτιμηθεί το έργο του μεγάλου ζωγράφου, και αυτό έγινε από έναν πολυπράγμονα Γάλλο, τον Theophile Burger-Thore.



Τριακόσια χρόνια αργότερα, ένας δεκαοχτάχρονος μουσικός αναζητεί κάποιες φωτεινές άκρες μέσα στα σκοτάδια της γερμανικής κατοχής. Έχουν προηγηθεί οι προπολεμικές μουσικές των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν. Την ίδια όμως εποχή, παράλληλα με τα τραγούδια των καφέ, μακριά από τα φώτα του δρόμου, εξελίσσεται ένα περιθωριακό είδος μουσικής, γνωστό σε μας ως ρεμπέτικο. Η φύση δείχνει να προχωράει από μόνη της.
Αυτή η διάχυση του συναισθήματος στα τραγούδια των καφέ-αμάν και καφέ-σαντάν, αυτή η καρικατούρα τραγουδιού, μετατρέπεται μέσα στο «κενοτάφιο» όπου ζει ο ρεμπέτης σε νεκρή φύση του συναισθήματος, (αν και δεν είναι λίγες οι φορές που αυτά τα δυο είδη μπερδεύονται). Πολύ μακριά από τις συνθετικές απόπειρες του Καλομοίρη, που προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι επικό, κάποιοι απλοί τραγουδοποιοί ζωγράφιζαν με νότες την καθημερινή ζωή τους. Άνοιγαν έναν δρόμο χωρίς να το γνωρίζουν και, συγχρόνως, χωρίς να γνωρίζουν προς τα πού οδηγεί αυτός ο δρόμος. Και όλα αυτά ως τον ερχομό του Χατζιδάκι, το 1943.



Ο Χατζιδάκις δείχνει, με τις πρώτες του συνθέσεις, τις μουσικές του προθέσεις. Όμως αυτό δεν του αρκεί. Θέλει να μεταμορφώσει όλον τον κόσμο γύρω του. Το 1952 παίρνει έξι ρεμπέτικα τραγούδια και τους αφαιρεί τα κατάλοιπα μιας προηγούμενης συνήθειας. Αφαιρεί τα λόγια και τη φορτισμένη, με μια σειρά επαναλαμβανόμενων συναισθημάτων, φωνή, τους αφαιρεί τα περιττά στολίδια. Η πίκρα, ο πόνος, ο έρωτας χάνουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Και, καθώς οι ήχοι τρέχουν, αφού η μουσική σε αντίθεση με τη ζωγραφική τρέχει μέσα στον χρόνο, τα συναισθήματα ακινητοποιούνται και δίνουν χώρο στη μελωδία.
Δεν έχει παρά να ακούσει κανείς τις δυο εκτελέσεις αυτών των τραγουδιών, τη ρεμπέτικη και τη χατζιδάκεια, για να καταλάβει πως ο ήχος μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο στέρεο και περισσότερο ακριβές.
Έβλεπε ή άκουγε; Ο Βερμέερ σίγουρα έβλεπε το φως σαν πηγή και λόγο ύπαρξης της ζωγραφικής. Δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Θέμα ήταν καθετί που φωτιζόταν από τον ήλιο. Ο Βερμέερ δεν έπαιρνε τον ήλιο, το φως, για να φωτίσει κάποια μεγάλη σύλληψη. Απλά άφηνε το φως να πέσει πάνω σε καθημερινά πρόσωπα, σε ρούχα, σε κοσμήματα.
Ο Χατζιδάκις, από την άλλη, άκουγε τους μουσικούς φθόγγους, όπως κάποιος απλός άνθρωπος ακούει το κελαρυστό νερό να τρέχει στο ρυάκι. Και η αξία αυτού φάνηκε από τον τρόπο που αντέδρασε ο παραλήπτης. Ο μεταπολεμικός άνθρωπος ξύνει τα αυτιά του, τρίβει τα μάτια του, ανοίγει το επάνω κουμπί από το πουκάμισο, τα κορίτσια ανακαλύπτουν τη χάρη του γυμνού ποδιού, σμιλεύουν το χνάρι τους πάνω στην υγρή άμμο, τα φορέματα κυματίζουν γύρω από τα γυμνά κορμιά και παίζουν με τις αχτίνες του ήλιου.
Τα διαγράμματα είναι περισσότερο καθαρά από ποτέ.
Ο Βερμέερ ανακαλύπτει τη φύση μέσα από το φως. Ο Χατζιδάκις πλησιάζει τη φύση απενοχοποιώντας τους ήχους.
Οι κριτικοί είπαν πως ο Βερμέερ διαπαιδαγωγεί μέσα από τα θέματά του. Δεν έχουν δίκιο. Είναι το φως που κάνει αυτή τη δουλειά. Όπως και στους φωτόχαρους ρυθμούς του Χατζιδάκι, δεν υπάρχουν καλοί και κακοί. Μέσα στα χρώματα και μέσα στις μελωδίες όλοι έχουν δικαίωμα να υπάρξουν.
Καμιά ηγεμονική ιδέα δεν βρίσκεται πίσω από τον Βερμέερ. Καμιά κοινωνική αγκύλωση πίσω από τον Χατζιδάκι. Υπήρξε μνημειώδης η αντίθεσή του με τις κάθε λογιών εξουσίες. Αφαιρώντας και οι δυο τους τα ψευδή σημάδια μιας δήθεν πραγματικότητας, οδηγούν, ο μεν ζωγράφος τον θεατή σε κουκκίδες φωτός, ο δε συνθέτης τον ακροατή σε διαυγείς ήχους που βρίσκονται μακριά από τον κοινωνικό ρεαλισμό.
Οι «αιθέριες δονήσεις» του φωτός, και στη μουσική και στη ζωγραφική, των δυο μεγάλων καλλιτεχνών, είναι η μεγάλη αλήθεια.
Γράφει η Σοφία Σπανούδη, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο του Μάνου, Για μια μικρή λευκή αχιβάδα: «Ο ρυθμός του είναι ελληνικός, φωτόχαρος …, στις αναλαμπές και τις φωτοσκιάσεις των ελληνικών χρωμάτων. Ένας ρυθμός φοιβόληπτος στον άκρατο διονυσιασμό του».
Σχολιάζει ο Theophile Burger-Thore: «Στον Βερμέερ το φως δεν είναι ποτέ τεχνητό. Είναι συγκεκριμένο και φυσικό, και ούτε ένας λεπτολόγος φυσιοδίφης δεν θα μπορούσε να το επιθυμήσει πιο ακριβές. Σε αυτή την ακρίβεια του φωτός οφείλει την αρμονία των χρωμάτων του».
Και αν στο Εργαστήρι του ζωγράφου, ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Ολλανδού καλλιτέχνη, είναι διάχυτη μια υπαρξιακή ευτυχία, όπως επισημαίνει ο Κλεμάν Ροσέ, και που αποτυπώνεται σε μια και μοναδική στιγμή, στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι είναι ο χρόνος που βοηθάει ώστε αυτή η ευτυχία να έχει διάρκεια.
Μπορεί κάποιος, λίγο πριν περάσει στον κόσμο του μυστηρίου της ύπαρξης, να επιθυμήσει, σαν να είναι η τελευταία επιθυμία ενός μελλοθάνατου, να συναντηθεί με ένα καλλιτέχνημα, όπως ο μυθιστοριογράφος Μπεργκότ, στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προύστ, επιθυμούσε να συναντηθεί με τον κίτρινο τοίχο που ζωγράφισε με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ο Βερμέερ στην Άποψη του Ντελφτ.



Και είναι ενδιαφέρον όταν διαπιστώνουμε πως το πέρασμα αυτό, από τον ήχο στην αιώνια σιωπή, …..μας παρασέρνει, μας μεθά…. όπως στο τραγούδι "Ένα ρολόι στο καπηλειό", από το έργο του Μάνου Η εποχή της Μελισσάνθης.
Οι ζωγράφοι, από τον Λεονάρντο ντα Βίντσι μέχρι τον Βερμέρ και από τον Βερμέερ μέχρι τον Πικάσο, συμφωνούν πως η στιγμή δεν έχει χρόνο, πως στην τέχνη δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον, και όλος ο αγώνας είναι πώς θα ακινητοποιήσουν τη στιγμή.
Από την άλλη, ο συνθέτης, ενώ όλη του η προσπάθεια είναι να ενώσει μέσα σε ένα τραγούδι τις μικρές-μικρές στιγμές, παίζοντας με τον χρόνο, με τους στίχους του αυτοαναιρείται εκφράζοντας την αντίθετη επιθυμία: 

-Τι προσπαθείς;
-Να σταματήσω τη στιγμή
-Μας προσπερνά, δεν ωφελεί
-Αν φύγεις, φεύγει
-Δεν μπορώ. Ο χρόνος φεύγει , όχι εγώ…
-Ανέβα πάνω στο λεπτό, στον λεπτοδείχτη. Κράτα γερά
-Οι δείχτες σπρώχνουν το λεπτό, είναι από σίδερο γερό, δεν τους βαστώ...

Δεν γνωρίζω αν ο Χατζιδάκις στη ζωή του ένιωθε μόνος. Σίγουρα όμως στο συννεφοπατάρι όπου συχνάζει τώρα θα έχει κάποιες συναντήσεις που σε εμάς τους γήινους θα φαίνονται απίθανες.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Η αυτοκρατορία του φωτός


The sun was shining on the sea,
Shining with all his might:
He did his very best to make
The billows smooth and bright -
And it was very odd, because it was
The middle of the night.
Έτσι έγραφε ο Lewis Carroll σε ένα από τα ποιήματά του, με τίτλο «The Walrus and the Carpenter», που συμπεριλαμβάνεται στο διάσημο πια έργο του Through the Looking Glass and What Alice Found There, γραμμένο τον Δεκέμβριο του 1871.

                         The Walrus and the Carpenter

Περισσότερο από μισό αιώνα μετά, το 1949, ο Βέλγος ζωγράφος René Magritte ζωγραφίζει το πρώτο του έργο με τίτλο Lempire des lumières, επηρεασμένος -λένε ορισμένοι κριτικοί του- από τον Carroll. Από τότε και μέχρι το 1964 θα το ζωγραφίσει πολλές φορές ακόμα (17 ελαιογραφίες και 10 με την τεχνική του γκουάς), σε διάφορες παραλλαγές, είτε επειδή ο πίνακας είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία είτε επειδή ο ίδιος τον έβλεπε ως μια άσκηση στο φως.

1954. Musées Royaux des Beaux Arts de Belgique 
(Bruxelles)

Μια σκοτεινή νύχτα, ένα σπίτι, εξοχικό ή αστικό, με τα παράθυρα να διαχέουν από το εσωτερικό του ένα αχνό φως, ένας εξωτερικός φανοστάτης, σε ορισμένες παραλλαγές, να φωτίζει την πρόσοψη του σπιτιού, δημιουργώντας συγχρόνως μια απαλή αντανάκλαση στην υδάτινη επιφάνεια που βρίσκεται μπροστά του, ένα κωνικό δέντρο που ξεπερνάει σε ύψος το σπίτι, καμιά ανθρώπινη παρουσία. 

     1950. Museum of Modern Art (New York)

Σκηνικό ανησυχητικό, αντάξιο του Hitchcock, του σκηνοθέτη που ο ζωγράφος προτιμούσε, τουλάχιστον ως προς τις ενδυματολογικές επιλογές. Η αίσθηση του επίφοβου που μας παραμονεύει ενισχύεται μόλις το μάτι μας πέσει στον γαλανό ουρανό, με λίγα σύννεφα σαν τούφες από μπαμπάκι, ο οποίος στεφανώνει το νυχτερινό τοπίο. 

Φωτογραφία του Magritte από τον Steve Schapiro,
να μιμείται στυλιστικά τον Α. Hitchcock

Η νύχτα μας τρομάζει: φαντάσματα, εφιάλτες, τρομακτικά εγκλήματα. Η νύχτα μέσα στη μέρα μας τρομάζει ακόμα περισσότερο. Ούτε φαντάσματα, ούτε εφιάλτες, ούτε εγκλήματα. Μόνον το παράλογο. Και μια διερώτηση για το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα, αφού το φως μας κάνει να βουλιάζουμε σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
«Αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της νύχτας και της ημέρας έχει τη δύναμη να μας εκπλήσσει, να μας γοητεύει Αυτήν τη δύναμη την αποκαλώ ποίηση», λέει ο ίδιος ο ζωγράφος σύμφωνα με τον D. Sylvester
Ο ίδιος πίνακας φιγουράρει στο εξώφυλλο του δίσκου του Αμερικανού τραγουδιστή Jackson Browne, με τίτλο Late for the Sky, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 1974.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Ζωγραφίζοντας τον εαυτό μας


Και, μια και μιλούσαμε για την τάση των ζωγράφων να αποτυπώνουν τον εαυτό τους στον καμβά, μερικά χαρακτηριστικά δείγματα υπάρχουν στο βίντεο που ακολουθεί:


Πηγή:

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

O Vermeer και ο άλλος


Γιατί οι ζωγράφοι αποφασίζουν να αποτυπώσουν πάνω στον καμβά το πρόσωπό τους; Επιβεβαίωση της ύπαρξης; Εσωτερικότητα; Καλλιτεχνική διαφήμιση; Ναρκισσισμός;
Από την πρώιμη Αναγέννηση και μετά η τάση αυτή κερδίζει συνεχώς έδαφος. Τον 17ο αιώνα, το πρόσωπο του Rembrandt απεικονίζεται, είτε από τον ίδιο είτε από τους μαθητές του, σε 90 έργα, ενώ στη νεότερη εποχή οι καλλιτέχνες ζωγραφίζουν επίμονα αυτοπροσωπογραφίες τους.  
Σήμερα θέλω να σας δείξω μία αυτοπροσωπογραφία, ζωγραφισμένη από τον Johannes Vermeer το 1666. Ο τίτλος της είναι: The Art of Painting ή The Allegory of Painting ή Painter in his Studio. Ο πίνακας βρίσκεται στο Kunsthistorisches Museum, στη Βιέννη.


Ο ζωγράφος απεικονίζεται στο εργαστήριό του, μπροστά στο καβαλέτο του, να ζωγραφίζει μια κοπέλα, μάλλον τη Μούσα της ιστορίας Κλειώ . Απέναντί του, στον τοίχο, βρίσκεται ένας χάρτης της διασπασμένης Ολλανδίας, ενώ η λάμπα, πάνω από το κεφάλι του, στολίζεται με  τον δικέφαλο αετό, σύμβολο της δυναστείας των Αψβούργων. Η κουρτίνα που κρέμεται στα αριστερά είναι η ανοιχτή αυλαία που επιτρέπει σε εμάς, τους θεατές, να εισέλθουμε στη σύνθεση.
Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Vermeer ζωγράφισε αυτόν τον αλληγορικό πίνακα, μάλιστα τον μεγαλύτερο σε διαστάσεις από όλα τα έργα του. Ξέρουμε μόνον πως ο πίνακας έμεινε στην οικογενειακή συλλογή και δεν πουλήθηκε, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, πράγμα που καταδεικνύει τη σημασία που είχε ο πίνακας για τον ζωγράφο.
Το παράξενο όμως είναι πως, σε αυτόν τον πίνακα, ο καλλιτέχνης ζωγραφίζει τον εαυτό του με την πλάτη στραμμένη προς τον θεατή.
Ο ζωγράφος υποθέτω πως μας λέει, με αυτόν τον τρόπο, πως ο εαυτός του είναι μόνον ένας, αυτός που ζωγραφίζει τον πίνακα. Ο άλλος, που ζωγραφίζεται στον πίνακα με την πλάτη, δεν υπάρχει. Έτσι, ο καλλιτέχνης σώζει τη μοναδικότητά του, θεωρώντας κάθε σωσία του ως μη υπαρκτό. Προσέξτε, εξάλλου, τον αφύσικο τρόπο με τον οποίο απεικονίζεται ο καλλιτέχνης: μας είναι δύσκολο να ξεκαθαρίσουμε πού κοιτάζει, ο καμβάς είναι σε μάλλον λάθος θέση, το ίδιο και το τραπέζι. Ο Vermeer αυτοπροσώπως ζωγραφίζει αυτόν τον πίνακα, με ένα κρυστάλλινο φως να φωτίζει τη σκηνή, με τους όγκους πεντακάθαρους και μια χαρακτηριστική της τεχνικής του ψυχολογική απόσταση ανάμεσα στα πρόσωπα, όμως ο σωσίας του είναι αμφίβολο αν υπάρχει ως κάτι άλλο από φάντασμα. Ο Vermeer αποποιείται την ιδέα του διπλού εαυτού και ο καλύτερος τρόπος να το καταθέσει είναι αυτός: ζωγραφίζοντας μια αυτοπροσωπογραφία που συνεπάγεται εγκατάλειψη της ιδέας της αυτοπροσωπογραφίας.
Αναφορά στον συγκεκριμένο πίνακα του Vermeer κάνει ο Salavador Dalí, ο οποίος, το 1934, ζωγραφίζει το έργο με τίτλο The Ghost of Vermmer of Delft Which Can Be Used As a Table. Ο πίνακας βρίσκεται στο Μουσείο  Salavador Dalí στο St. Petersbourg της Florida.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Οι περιπέτειες του Obélix του Γαλάτη



Ο συμπαθητικός χοντρούλης προμηθευτής μενίρ, που μοιράζει ξύλο στους Ρωμαίους 



και προσφέρει λουλούδια στην ωραία Falbala



είναι αυτός που κερδίζει την προτίμησή μου στο διάσημο κόμικ του René Goscinny και του Albert Uderzo.  Δεν είναι ίσως ούτε ο πιο κομψός ούτε ο πιο έξυπνος από τους κατοίκους του μικρού γαλατικού χωριού που εξακολουθεί να αντιστέκεται στους Ρωμαίους, είναι όμως πιστός φίλος για τον Astérix, καλός σύντροφος για τους συγχωριανούς του, τρυφερός κύριος για τον χαριτωμένο Idéfix


Λιγάκι απλοϊκός και αφελής, ούτε κάνει στρατηγικά σχέδια ούτε καταλαβαίνει τα σχέδια που κάνει ο πανέξυπνος μικροκαμωμένος φίλος του. 


Εκείνος όμως είναι που δίνει τη λύση όταν η πονηριά δεν είναι αρκετή και χρειάζονται πιο αποτελεσματικές μέθοδοι.
Καλοφαγάς (αρκεί το αγριογούρουνο να μην είναι βραστό με σάλτσα μέντας), ευέξαπτος (ιδιαίτερα αν κάποιος τον αποκαλέσει χοντρό), ευαίσθητος (κλαίει όταν μια ιστορία έχει happy end), δυνατός (γιατί έπεσε στη χύτρα με το μαγικό φίλτρο όταν ήταν μικρός), χωρατατζής (ιδιαίτερα αν έχει απέναντί του τον Ιούλιο Καίσαρα), ερωτευμένος (πολύ συχνά). 



Ένας άντρας που παραμένει παιδί, ένα παιδί που δεν λέει να μεγαλώσει. 

O Gérard Depardieu ως Obélix 
στην κινηματογραφική μεταφορά του κόμικ 

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Jane Austen



«Δηλώνω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν άνοιξα βιβλίο που να μην είχε να πει κάτι για την αστάθεια της γυναίκας. Τραγούδια, γνωμικά, όλα μιλάνε για τη γυναικεία επιπολαιότητα. Ίσως αντιλέξετε, όμως, ότι όλ’ αυτά γράφτηκαν από άντρες», λέει ο Πλοίαρχος Harvill στην Anne Elliot στην Πειθώ (11ο κεφάλαιο του β΄ μέρους) της Jane Austen.
«Ίσως το κάνω πράγματι ...», του απαντάει η Anne, «Ναι, αν δεν σας πειράζει, όχι παραπομπές σε παραδείγματα βιβλίων. Οι άνδρες είχαν άφθονες ευκαιρίες να εκθέσουν τη δική τους άποψη, ενώ εμείς δεν είχαμε καμία. Είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση πολύ περισσότερο από μας. η πέννα βρισκόταν στα δικά τους χέρια. Δεν δέχομαι ότι τα βιβλία μπορούν ν’ αποδείξουν κάτι».

          Η Anne Elliot και ο Πλοίαρχος Wentworth

Υπάρχει σ’ αυτές τις φράσεις το καυστικό χιούμορ της Jane Austen; Της συγγραφέως που άλλαξε τη γνώμη μας για τη συμβολή των γυναικών στη λογοτεχνία; Κι όμως, τα βιβλία μπορούν να αποδείξουν κάτι: τα βιβλία της Jane Austen τουλάχιστον.
Οι νεαρές γυναίκες, οι ηρωίδες της Jane Austen, δεν είναι καθόλου τα ανόητα, επιπόλαια πλάσματα στα οποία μας είχε συνηθίσει μέχρι τότε η λογοτεχνία. Ακόμα κι όταν κάνουν σφάλματα, έχουν την ωριμότητα και την εξυπνάδα να τα διορθώνουν. 


           Jane και Elizabeth Bennet

Όλες αυτές οι δεσποινίδες της μεσαίας αριστοκρατίας, οι οποίες αναζητούν με προσήλωση τον σύζυγο που θα τους προσφέρει κοινωνική εξασφάλιση, αλλά, ταυτόχρονα, πιστεύουν πως ένας γάμος δίχως έρωτα δεν είναι ανεκτός, είναι χαρακτήρες λεπταίσθητοι αλλά και δυναμικοί. 


       Οι δεσποινίδες Dashwood


Με έντονη αίσθηση του καθήκοντος, αναζητούν σε έναν σύζυγο όχι απλώς το μέσον μιας κοινωνικής καταξίωσης, αλλά κάτι πιο τίμιο και, εντέλει, πιο διαχρονικό: το πρόσωπο στο οποίο θα εμπιστευθούν την ακεραιότητα και τη γαλήνη της προσωπικής τους ζωής. Φαίνεται πολύ γυναικείο, αλλά, στην πραγματικότητα, είναι πολύ ανθρώπινο.

Η Fanny Price και ο Edmund Bertram


Η Elizabeth Bennet, η Jane Bennet, η Elinor Dashwood, η Marianne Dashwood, η Emma Woodhause, 

Η Emma Woodhouse και ο Mr. Knightly

η Anne Elliot, η Fanny Price, η Catherine Morland: αυτά είναι τα κορίτσια της Jane Austen

                        Η Catherine Morland

Και τα αγόρια της; Ο Mr. Darsy, ο Edward Ferrars, ο συνταγματάρχης Brandon, ο κ. Knightly, ο πλοίαρχος Wentworth, ο Edmund Bertram, ο Henry Tilney.
Ευγένεια, τρυφερότητα, ευαισθησία, ρεαλισμός, χιούμορ, σαρκασμός, καυστική κριτική, είναι τα χαρακτηριστικά στη γραφή της Austen, αυτά που την κάνουν να διαβάζεται και να ξαναδιαβάζεται σήμερα, 195 χρόνια μετά τον θάνατό της, και να κρατάει μια αξιοσημείωτη θέση στην αγγλική λογοτεχνία.

                Ο Mr. Darcy

Κάθε φορά που διαβάζω τα βιβλία της Jane Austen ή ξαναβλέπω τις ταινίες που βασίστηκαν στα βιβλία της, έχω στο στόμα τη γεύση από κουλουράκια βουτύρου, ακούω το φουρφούρισμα από μεταξωτά ρούχα, τον θλιμμένο ήχο από το πιάνο της Marianne Dashwood, το κελαρυστό γέλιο της Emma, βλέπω μπροστά μου το χρώμα από τις λεβάντες που μάζευαν οι δύο μεγάλες δεσποινίδες Bennet. 
Είναι ο κόσμος της Jane Austen!

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

To Die or not to Die?



Στους Λαβύρινθους του Jorge Luis Borges(ελλ. μτφ. Βαγγέλη Κατσάνη, Αθήνα: Πλειάς, 31982) υπάρχει ένα διήγημα με τίτλο «Ο κήπος των διχαλωτών μονοπατιών». 
Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο πράκτορας της γερμανικής αυτοκρατορίας Γιου Τσουν (το εξωτικό του όνομα τον κάνει πιο τρομερό στα μάτια ενός Δυτικού), απόγονος του φημισμένου Τσούι Πεν και διωκόμενος από έναν γερμανό λοχαγό, σκοτώνει τον σινολόγο Στέφεν Άλμπερτ, προκειμένου να υποδείξει στον αρχηγό του το όνομα της πόλης Άλμπερτ την οποία έπρεπε να βομβαρδίσει. Πριν όμως, συζητά με το θύμα του για τον λαβύρινθο του προγόνου του, του οποίου το μυστικό εκείνος έχει καταφέρει να ανακαλύψει. Αντίθετα από ό,τι όλοι πίστευαν, πρόκειται όχι για έναν χωρικό λαβύρινθο, αλλά για έναν λαβύρινθο άπειρου χρόνου. Ο Τσούι Πεν εγκαταλείπει τα πάντα και αφοσιώνεται σε δύο έργα που μοιάζουν καταρχήν απολύτως αντιφατικά μεταξύ τους: τη συγγραφή ενός βιβλίου και την κατασκευή ενός λαβύρινθου. Ο Στέφεν Άλμπερτ φωτίζει το μυστήριο χάρη σε ένα σημείωμα γραμμένο από τον ίδιο τον Τσούι Πεν: «κληροδοτώ στα ποικίλα μέλλοντα (όχι σε όλα) τον κήπο μου των διχαλωτών μονοπατιών». Το βιβλίο είναι ο λαβύρινθος. Στο έργο του ο Τσούι Πεν δημιουργεί ποικίλα μέλλοντα, διάφορους χρόνους, επιλέγοντας κάθε φορά όλες μαζί τις εναλλακτικές λύσεις ενός προβλήματος. Δημιουργούνται έτσι άπειρες διακλαδώσεις στον χρόνο, τερατώδεις αντινομίες και ένα μυθιστόρημα τόσο χαώδες, όσο ο ίδιος ο χρόνος. Είναι σε ένα από αυτά τα μέλλοντα που ο Γιου Τσουν σκοτώνει τελικά τον σινολόγο, ο ίδιος συλλαμβάνεται τελικά από τον διώκτη του και καταδικάζεται σε θάνατο, έχοντας όμως πρώτα εκπληρώσει την αποστολή του: ο αρχηγός του καταφέρνει να αποκωδικοποιήσει το μήνυμα που του έχει στείλει με τη δολοφονία του Άλμπερτ και έτσι η πόλη βομβαρδίζεται και η μάχη κερδίζεται.
Σε κάποιο άλλο μέλλον –ποιος ξέρει;- όλα μπορεί να έχουν γίνει αλλιώς..


Η συνάντησή μου με τον Jorge Luis Borges ξεκινάει όταν ήμουν 18 χρονών. Διάβασα τότε το καταπληκτικό Βιβλίο της Άμμου και εντυπωσιάστηκα κυρίως από το ομώνυμο διήγημα. Χρόνια πολλά έχουν περάσει από τότε, ακόμα όμως γοητεύομαι από τον παράξενο κόσμο του Αργεντίνου, γεμάτο με λαβυρίνθους, καθρέφτες και βιβλιοθήκες. Μέσα σε αυτό το μαγικό σύμπαν κατοικούν, Μινώταυροι και βασιλιάδες, δολοφόνοι και ντετέκτιβ, γκάουτσο και στρατιώτες. Α, ναι. Και τίγρεις! Ξαναγυρίζω στο έργο του με διάφορες αφορμές: κυρίως για να ξαποστάσω μετά από δαιδαλώδεις περιπλανήσεις σε άλλα λογοτεχνικά σύμπαντα, πιο ανθρώπινα, αλλά που σπάνια έχουν τη μαγεία του μπορχικού ρεαλισμού. Αντιφατικό, κι όμως ...
Σε μία από τις άπειρες διακλαδώσεις του λαβυρίνθου, που να είναι το ίδιο σαν να λές: σε μία από τις άπειρες διακλαδώσεις του βιβλίου, ο ήρωάς μας, ο Jorge Luis Borges, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899, εργάστηκε για ένα διάστημα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της γενέτειρας πόλης του και αργότερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, άρχισε να χάνει την όρασή του όταν είχε μπροστά του χιλιάδες επιθυμητούς τόμους βιβλίων, ταξίδεψε πολύ, εργάστηκε ως καθηγητής σε διάφορα Πανεπιστήμια, παντρεύτηκε δύο φορές, απέκτησε μερικούς πολύ στενούς φίλους, κέρδισε κάμποσα βραβεία, έγραψε  διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και κριτικές σε υπάρχοντα, αλλά και ανύπαρκτα, λογοτεχνικά έργα και πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986.
Σε κάποιο άλλο μέλλον –ποιος ξέρει;- όλα μπορεί να έχουν γίνει αλλιώς.


«Ένας άνθρωπος», γράφει ο Borges στον επίλογο της συλλογής του με τίτλο Ο Ποιητής, «βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, βουνά, κόλπους,καράβια, νησιά, ψάρια,σπίτια, εργαλεία, άστρα, άλογα και ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του».



Πηγές για τις εικόνες:

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

C’est un cap? … c’est une péninsule!


Ο Hercule-Savinien de Syrano de Bergerac, o μοναχικός ιππότης του τάγματος των Γασκόνων, που με το ξίφος του δαμάζει ορδές εχθρών, που με τους στίχους του πληγώνει τα αυτιά των φαύλων, αυτό το ελεύθερο πνεύμα, ο εκκεντρικός, ο παληκαράς, o ρομαντικός, έχει μια τεράστια μύτη! Κι αυτό του το ελάττωμα, για το οποίο όλοι τον χλευάζουν –όχι χωρίς επιπτώσεις-, τον εμποδίζει να διεκδικήσει την αγάπη της όμορφης Ρωξάνης.


Ο Syrano υποχωρεί δανείζοντας συγχρόνως το ποιητικό του ταλέντο στον αντεραστή του, τον ωραίο Christian de Neuvillette, ο οποίος κατακτά τη Ρωξάνη με τα λόγια και τη φωνή του Syrano

                              Syrano και Roxanne

Γεννημένος το 1619, ο Syrano θα παρέμενε ενδεχομένως άγνωστος (μόνο δυο σκηνές από το έργο του Le Pédant joué θα διασώζονταν παραλλαγμένες στο έργο του Molière με τίτλο Fourberies de Scapin), αν δεν τον διάλεγε για ήρωά του ο Γάλλος δραματουργός του 19ου αιώνα Edmond de Rostand. Ο Rostand είναι ο πατέρας του ρομαντικού ήρωα που ξέρουμε εμείς σήμερα.

       O José Ferrer ως Syrano το 1950

Πόσο κοντά βρίσκεται ο μυθιστορηματικός ήρωας με τον πραγματικό Syrano, ούτε το ξέρω ούτε, άλλωστε, έχει τόση σημασία. Το σημαντικό είναι πως αυτή η αντιφατική προσωπικότητα (γεμάτος αγριάδα αλλά και τρυφερότητα, αυστηρότητα αλλά και χιούμορ, περιθωριακός αλλά και αφόρητα μόνος) είναι ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς ήρωες της γαλλικής λογοτεχνίας και, πάντως, ένας από τους πιο αγαπημένους μας.


Από το 1897, που ανέβηκε στο Παρίσι η πρώτη παράσταση του έργου, ο Syrano ήταν ο πρωταγωνιστής σε διάφορες θεατρικές παραστάσεις, ταινίες, όπερες, μυθιστορήματα, τραγούδια. Μάλιστα, το 1986 χάρισε το όνομά του σε έναν αστεροειδή.
Από όλους ο πιο διάσημος Syrano είναι ο Γάλλος ηθοποιός Gérard Deperdieu στην ταινία του 1990 με σκηνοθέτη τον Jean-Paul Rappeneau. Από αυτήν την ταινία, δείτε δύο σκηνές.