Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Διαφωτισμός (Μέρος Α΄)


Ο 18ος αιώνας είναι η εποχή του ορθολογισμού και του φιλελευθερισμού. Με τον ορθολογισμό δίνεται το προβάδισμα στην κριτική σκέψη που θέτει υπό αμφισβήτηση όλες τις αξίες των προηγούμενων αιώνων. Στο εξής, καμία πολιτική ή υπερφυσική αυθεντία δεν θα είναι πάνω από το άτομο, αφού κριτής όλων γίνεται ο ορθός λόγος. Ό,τι υπήρχε ως τότε και είχε ιστορική υπόσταση χάνει τώρα την άμεση εγκυρότητά του και την αυτόματη καταξίωσή του: πρέπει να υποστεί τον έλεγχο της κριτικής συνείδησης και να δικαιολογηθεί η ύπαρξή του, πρέπει να γίνουν έκδηλα τα πλεονεκτήματα του για την ευτυχία των ατόμων. Με τον φιλελευθερισμό έρχονται στο προσκήνιο τα δικαιώματα του ανθρώπου και η ελευθερία του ατόμου και προτείνονται βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.


Τα δύο αυτά ρεύματα (τον ορθολογισμό και τον φιλελευθερισμό) εξέφρασε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Η τάση για πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της επιστήμης, η πίστη στην πρόοδο του ανθρώπου, αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές εκφράσεις του. Σε μια προσπάθεια ορισμού του:
1. ως «Διαφωτισμός» πρέπει, από τη μια, να χαρακτηριστούν εκείνα τα πνευματικά ρεύματα που επιθυμούν να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή θεολογική κοσμοαντίληψη (nulla potestas nisi a deο = καμία ισχύς παρά μόνον εκ Θεού), η οποία είχε επιβληθεί σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, με μια θύραθεν, εκκοσμικευμένη (nullum imperium sine pacto = καμιά κυριαρχία άνευ συμφωνίας).
2. ως «Διαφωτισμός», από μια άλλη στενότερη έννοια, πρέπει να χαρακτηριστούν εκείνα τα πνευματικά ρεύματα που υπερασπίζονται ένα ηθικό (κανονιστικό) ιδεώδες απέναντι όχι μόνο στην παραδοσιακή θεολογία, αλλά και απέναντι στον σκεπτικισμό ή στον μηδενισμό, ο οποίος γεννιέται ακριβώς μέσα από τη διαδικασία αποκοπής από τη θεολογία.


Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι κάτι περισσότερο από ιδεολογικό ρεύμα ή θεωρητικό σύστημα, κάτι περισσότερο από φιλοσοφική τάση ή σχολή. Είναι εποχή, είναι οι «Νέοι Χρόνοι» της ευρωπαϊκής ιστορίας (είναι η εποχή της νεωτερικότητας). Χρόνοι «φωτισμού» του Ευρωπαίου ανθρώπου, ύστερα από την ολοκληρωτική επιβολή της θρησκευτικής αυθεντίας ως κυρίαρχης ιδεολογίας.

Πηγές για τις εικόνες:

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Αφηγούμαι, άρα υπάρχω


Κάνουμε μια παύση μέσα στους τρελούς ρυθμούς της ζωής μας για να αφηγηθούμε, να αναλογιστούμε την καταγωγή μας, τα στοιχεία που συγκρότησαν την ταυτότητά μας, τον τρόπο με τον οποίο μας μεταβιβάστηκαν οι αρχές και οι αξίες μας, μιλώντας για την ιστορία της οικογένειάς μας, για τις συναντήσεις μας με φίλους, δασκάλους κ.ά., για τους τόπους που μας καθόρισαν, για τα βιβλία που διαβάσαμε, για τις μουσικές και τις ταινίες που αγαπήσαμε, για τις μεγάλες μας νίκες και τις μικρές μας ήττες, για τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή μας.
Πρόκειται για μια διαδικασία αναστοχαστική.


Μέσα από αυτές τις αφηγήσεις ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας και τους άλλους, βρίσκουμε τα στοιχεία που μας ενώνουν, βιώνουμε μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία (με έμφαση στα αισθήματα συν-πάθειας), βρίσκουμε τον τρόπο να συνεννοηθούμε με τους άλλους χωρίς να αρνιόμαστε τις διαφορές μας, γινόμαστε εν τέλει πλουσιότεροι.
Μια μεγάλη τοιχογραφία από επιθυμίες, από δυσκολίες και αντιφάσεις, από συγκλίσεις και αποκλίσεις ..., για να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας, να ανακαλύψουμε «τον εαυτό μας ως έναν άλλο» (λέει ο Paul Ricoeur αναφερόμενος εκείνος σε identités narratives), δημιουργώντας δηλαδή το «κοινό».


Η βιογραφική προσέγγιση έχει αναπτυχθεί από την αρχή του 20ου αιώνα στο πεδίο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας, της εθνολογίας, της ανθρωπολογίας, της φιλοσοφίας κ.λπ.
Η βιογραφική προσέγγιση, μέσα από τη γνώση της ζωής μεμονωμένων ατόμων, μας επιτρέπει την κατανόηση των κοινωνικών δομών στα πλαίσια ενός δεδομένου κοινωνικο-ιστορικού συγκείμενου. Οι αφηγήσεις ζωής των μεμονωμένων ατόμων υπερβαίνουν το επίπεδο του «εγώ» και παραπέμπουν στην κοινωνική εγγραφή του ατόμου: στις σχέσεις του με την κοινωνική συλλογικότητα, στις σχέσεις κοινωνικών συλλογικοτήτων μεταξύ τους, στους τρόπους εσωτερίκευσης προτύπων και αξιών, αλλά και στους τρόπους με τους οποίους το μεμονωμένο άτομο τοποθετείται σε σχέση με τα τελευταία συμβάλλοντας στην εξέλιξή τους, στην αλλαγή.
Αφηγούμαι, άρα υπάρχω. Και επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου στα μάτια των άλλων μέσω των αφηγήσεων της ζωής μου (προφορικών και γραπτών, μετασχηματίζοντάς τες ακόμα και σε σωματική έκφραση).

Πηγές για τις εικόνες:

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XII


Κοίταξε αυτό το χέρι που απλώνεται ευγενικά. Κοίταξε πώς το ωρίμασε ο χρόνος. Πώς τα χρώματα της σήψης προσθέτουν με ακρίβεια τη δύναμη της τέχνης μου. Ναι, εγώ το έφτιαξα, ο Κλέων, ο Σικυώνιος. Πολλές γενιές πριν από μένα, άνδρες σπουδαίοι, που το δικό τους όνομα κληρονόμησα, υπηρέτησαν με πάθος τη γλυπτική τέχνη. Αλλά πέρασαν τα χρόνια και κανείς δεν με θυμάται πια. Και ούτε έχει σημασία. Μπορεί να μην υπάρχω, ναι. Μπορεί να μην ζω. Μπορεί να είμαι ένα μόριο του αέρα που παρασύρεται από τον άνεμο της αιωνιότητας. Μπορεί να μην είμαι ούτε καν μια υποψία στον νου των ανθρώπων. Όμως, αυτό που παραμένει ζωντανό, πιο ζωντανό από καθετί, είναι αυτό το χέρι, το δημιούργημά μου. Ίσως κάποιος περαστικός σκεφτεί πως ένας φιλόδοξος νέος, που το όνομά του κάπου χάθηκε μέσα στους αιώνες, έπλασε το κερί πάνω στο πυρίμαχο πρόπλασμα, και μετά με άλλο πυρίμαχο πηλό κάλυψε το κερί. Και από μια τρύπα στην κορυφή έχυσε το λιωμένο μέταλλο και, αφού το άφησε για ώρες πολλές να κρυώσει, έσπασε στο τέλος τον πηλό και όλων η καρδιά αγαλλίασε.


Έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Αγαλλίασε η ψυχή όσων περνούσαν από το αλσύλλιο του Ποσειδώνα, μα μόνον την καρδιά της Ήβης, της πανέμορφης εταίρας, δεν κατόρθωσε να συγκινήσει. Δεν το ήξερε η Ήβη πως το έφτιαξα γι’ αυτήν. Σ’ αυτήν άπλωσα μυστικά το χέρι μου. Ναι, αυτό το χέρι που βλέπετε εκλιπαρεί το δικό της χέρι. Για να κερδίσω ένα δικό της άγγιγμα έγιναν όλα, μα η καρδιά της δεν λύγισε ούτε μια στιγμή, όσα χρόνια κι αν πέρασαν, ώσπου πήρε κι αυτήν κι εμένα ο χρόνος. 
Και έτσι έμεινε το χέρι μου απλωμένο, με την προσμονή ενός αγγίγματος. Σαν μια ιστορία που εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο αλλά δεν γράφτηκε το τέλος της. Ακόμη κι όταν οι κλέφτες το σήκωσαν βίαια από το βάθρο του, ακόμη και όταν οι ληστές το ανέβασαν πάνω στο καράβι τους, ακόμη και όταν τα κύματα έστειλαν το καράβι των πειρατών στον βυθό της θάλασσας, ακόμη και όταν οξειδώθηκε από την αλμύρα, ακόμη και όταν ρόζιασε, όπως το χέρι του ψαρά που σφυρηλατείται από τον ήλιο, το αλάτι και τα κουπιά, το χέρι αυτό, το δικό μου χέρι, δεν έπαψε να εκλιπαρεί το δικό της χέρι, δεν έπαψε να εκλιπαρεί ένα δικό της άγγιγμα. Κι εσύ, θεατή, πρέπει να ξέρεις πως, όσο και αν φημίζεται ο ορείχαλκος για τη σκληράδα του, δεν έπαψε το χέρι αυτό να είναι φτιαγμένο από έναν τρυφερό και ανομολόγητο έρωτα που δεν το αφήνει να χαθεί μέσα στους αιώνες.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για πολύ καλά διατηρημένο «ορφανό» χέρι που χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ. και βρέθηκε το 2017 κατά την ενάλια έρευνα στο σκαρί του περίφημου μηχανισμού των Αντικυθήρων.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για τις εικόνες:

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

John Stuart MIll: η αρχή της βλάβης


«Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο το κράτος μπορεί να περιορίσει την ελευθερία ενός μέλους μιας πολιτισμένης κοινότητας ενάντια στη θέλησή του είναι για να μην προκαλέσει βλάβη σε άλλους. Δεν αποτελεί, όμως, επαρκή νομιμοποίηση ο περιορισμός της ελευθερίας του ατόμου για το δικό του καλό, σωματικό ή ηθικό».
Το απόσπασμα προέρχεται από το πρώτο κεφάλαιο του σπουδαίου έργου του John Stuart Mill, On Liberty (Περί ελευθερίας), το οποίο εκδόθηκε το 1859 και στο οποίο ο φιλόσοφος, σταθερά καχύποπτος έναντι του κράτους, προσπαθεί να προσδιορίσει τη φύση και τα όρια της εξουσίας που το τελευταίο νομιμοποιείται να ασκεί πάνω στα άτομα. Η αρχή την οποία εισηγείται ο Mill, γνωστή ως «αρχή της βλάβης» (harm principle), προκύπτει από την «αρχή της ωφέλειας» και υποστηρίζει ότι τα άτομα είναι ελεύθερα να ενεργούν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους εφόσον οι ενέργειές τους δεν βλάπτουν τους άλλους, εγκαινιάζοντας έτσι μια νέα εποχή στις σχέσεις κράτους-ατόμου: η ατομική ελευθερία παύει να αποτελεί ευγενική παραχώρηση της κρατικής εξουσίας και, επίσης, παύει να αποτελεί πεδίο διαπραγμάτευσης στην περίπτωση έκτακτων συνθηκών. Η ελευθερία γίνεται πλέον η προτεραιότητα της οργανωμένης κοινωνίας.

Αυτή η θεμελιώδης –όσο και εύλογη- θέση έχει, ωστόσο, γεννήσει ευρύ προβληματισμό με αφετηρία το ίδιο το περιεχόμενο της λέξης «βλάβη». Εξηγώντας με κάποια σχηματικότητα τη θέση του Mill, φαίνεται ότι μιλώντας για βλάβη αναφέρεται: α) στην απτή βλάβη, όταν δηλαδή με τις πράξεις μας υποβάλλουμε κάποιον σε παράλογο κίνδυνο και β) στην ακραία «προσβολή» προς ένα πρόσωπο δια των ενεργειών ή των απόψεών μας και υπό την προϋπόθεση ότι οι ενέργειες ή οι απόψεις μας δεν μπορούν απλούστατα να ταξινομηθούν σε ό,τι αποδεχόμαστε ως ελευθερίας έκφρασης.
Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι ο Mill, θεωρώντας πως τα άτομα είναι ορθολογικά και, άρα, καταλληλότερα από κάθε άλλον να λάβουν αποφάσεις και να ρυθμίσουν τη ζωή τους, δεν υποστηρίζει καμία παρέμβαση στην περίπτωση που κάποιος αποφασίζει να βλάψει σοβαρά τον εαυτό του, απορρίπτοντας έτσι κάθε πατερναλιστική προσέγγιση του ζητήματος. Ως γνήσιος φιλελεύθερος, ο Mill υποστηρίζει ότι η ελευθερία έχει αυτόνομη αξία παρά τη διακινδύνευση που κάποιος αναλαμβάνει διαθέτοντάς την, αλλά και παρά τη διακινδύνευση που αναλαμβάνει η κοινωνία (δεδομένου ότι ο Mill δεν μπορεί παρά να αποδεχθεί ότι η πράξη ενός ατόμου επηρεάζει τη ζωή και όσων συνδέονται με αυτό). Τέλος, ο φιλόσοφος αντιτίθεται στον ηθικισμό, ισχυριζόμενος ότι η κοινωνία δεν δικαιούται να περιορίσει την ελευθερία ενός ατόμου με το επιχείρημα ότι της προκαλείται γενικότερη βλάβη από ορισμένες ηθικές ή αξιακές επιλογές του.
«Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του», είναι η ρητή διατύπωση του Mill.

Πηγές:
Χατζής Α., Φιλελευθερισμός, Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

28η Οκτωβρίου 1940: φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου


Σήμερα που η πατρίδα μας γιορτάζει, θυμόμαστε εκείνες τις ημέρες της δόξας και της φρίκης με τις ευαίσθητες φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου, όλες τραβηγμένες το 1940, κατά τις πρώτες ημέρες της επιστράτευσης και του πολέμου, κατά τις πρώτες ημέρες μιας δύσκολης επιβίωσης.










Πηγή για τις εικόνες:

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Hotel New York: μια κριτική


Μια πολύ ενδιαφέρουσα ματιά στο έργο του Βλάσση Τρεχλή Hotel New York (εκδόσεις Κέδρος, 2015) από τον Βασίλειο Δρόλια, αστροφυσικό και συγγραφέα, δημοσιευμένη στο εξαιρετικά ενδιαφέρον λογοτεχνικό του ιστολόγιο ficciones.


«Για μένα ήταν πάντα ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα στην Φυσική το πως γίνεται να ξεκινάς από εξισώσεις κίνησης (όπως ο 2ος νόμος του Νεύτωνα) οι οποίες είναι συμμετρικές ως προς τον χρόνο και να καταλήγεις στην στατιστική Φυσική σε έννοιες όπως η Εντροπία και η εξίσωση Liouville οι οποίες έχουν ένα συγκεκριμένο «βέλος» του χρόνου στην ανάπτυξή τους και που παύουν να είναι συμμετρικές. Αυτή η ασυμμετρία αποτελεί ένα πλαίσιο για όλα όσα «ενδιαφέροντα» συμβαίνουν στον χώρο γύρω μας αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα γοητευτικό θέμα για τους φυσικούς (αλλά όχι μόνο).
Με έναν παράλληλο τρόπο στην ανθρώπινη Ιστορία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πώς η Μεγάλη Εικόνα της ιστορίας διαμορφώνεται σαν μια «στατιστική οντότητα» πίσω από τις επιμέρους ατομικές ιστορίες ανθρώπων. Το εντυπωσιακό (και πολύ ενδιαφέρον εδώ) είναι πως ενώ ο καθένας από εμάς συνήθως χρησιμοποιεί την λογική ή συγκεκριμένες παραδοχές για να διαμορφώσει τις επιμέρους πράξεις του, το σύνολο που τελικά οδηγεί την Ιστορία φαντάζει μερικές φορές τόσο παράλογο και περίεργο (και φυσικά ποτέ συμμετρικό ως προς τον χρόνο) που αναρωτιέται κανείς τι ακριβώς συμβαίνει και πού βρίσκεται το όριο αυτής της συνολικής συμπεριφοράς.
Αυτό που συνήθως ονομάζουμε «ιστορικό μυθιστόρημα» μπορεί θεωρητικά να καταπιάνεται με την ανάπτυξη μιας αφήγησης στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου αλλά συνήθως ακολουθεί αυτό που θα λέγαμε «κανόνα του μέσου όρου» και οδηγεί τους ήρωες και τα πρόσωπα του βιβλίου σαν καρυδότσουφλα πάνω στο κύμα της Ιστορίας και όχι το αντίθετο (δηλαδή, την δημιουργία του ιστορικού πλαισίου με βάση τις επιμέρους αφηγήσεις). Πράγμα απόλυτα κατανοητό, μια που κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο και λογοτεχνικά ριψοκίνδυνο.
Μ’ αυτήν την έννοια μονάχα βιβλία που αφορούν στην πολυπλοκότητα και το χάος μιας εποχής μπορώ να σκεφτώ που να μπορούν να ακουμπήσουν αυτή τη δυναμική οργάνωση της Ιστορίας. Ένα τέτοιο είναι το Against the Day του Pynchon. Ένα τέτοιο είναι το USA του John Dos Passos. Αλλά και ένα τέτοιο είναι και το Hotel New York του Τρεχλή.
Αναμφισβήτητα η εποχή απ΄ το 1900 έως το 1920 αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και πολύπλοκες εποχές στην σύγχρονη ανθρώπινη ιστορία, και υπόβαθρο τόσο του Against the Day όσο και του Hotel New York. Το χάος αλλά και η δημιουργικότητα αποτελούν κεντρικό σημείο των ηρώων και στα δυο βιβλία, αλλά ειδικά στο βιβλίο του Τρεχλή το έντονο ελληνικό στοιχείο κάνει την όλη αφήγηση πολύ πιο εύπεπτη για έναν Έλληνα αναγνώστη.
Το Hotel New York ομολογουμένως ξενίζει με την ανάπτυξή του, μια που, όπως τα κεφάλαια και τα μέρη του βιβλίου αλλάζουν, ο αναγνώστης (εγώ τουλάχιστον) νιώθει την ασυμμετρία του χρόνου και της ανάπτυξης να τον αναγκάζουν να αναρωτηθεί τι ακριβώς διαβάζει. Μια προσωπική ιστορία; Μια ιστορία της εποχής; Μια σειρά από θεωρητικές σκέψεις για την τέχνη και την αισθητική; Ή ένα σύνολο που λίγο έχει να κάνει με τα παραπάνω αλλά έχει περισσότερο να κάνει με την εσωτερική ανάγκη του ίδιου του συγγραφέα να βάλει τη θέση του στον κόσμο; Η αλήθεια είναι πως δεν έχω απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά αυτή η αλλαγή στην εστίαση του κάθε μέρους του βιβλίου, σαν την αλλαγή στο τέμπο ενός μουσικού έργου κάνει το βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον σαν σύνολο, φτάνοντας ακόμη και να ενοχλήσει που η γραμμική ανάπτυξη δεν αποτελεί τμήμα του.
Από εκεί και πέρα νομίζω η επιτυχία του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς στο ότι ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να σπρώξει τον ήρωα και τους ήρωες πάνω στο πλαίσιο της Ιστορίας αλλά κάνει ακριβώς το αντίθετο: προσπαθεί να τον εντάξει σαν κινητήριο δύναμη μιας εποχής και ενός αιώνα που θα φέρει τόσα δεινά στην Ευρώπη και τον κόσμο. Οι «μικροιστορίες» και «μικροδιηγήσεις» που αποτελούν τα δομικά χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι σαν μικρές συμμετρικές «εξισώσεις κίνησης» που οδηγούν τελικά σε ένα πολύπλοκο σύνολο ενώ από μόνες τους φαντάζουν τόσο απλές. Αλλά υπάρχει στ’ αλήθεια τίποτε απλό στον τρόπο με τον οποίο ενεργούν οι άνθρωποι;»


Πηγές:

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Οικονομικές θεωρίες: Ayn Rand


Το φθινόπωρο του 1925, μια νεαρή καλλιεργημένη Ρωσίδα που στις πρώτες της συγγραφικές απόπειρες έχει χρησιμοποιήσει ως ψευδώνυμο το Ayn Rand, αηδιασμένη από το σοβιετικό καθεστώς, παίρνει άδεια να επισκεφθεί κάποιους συγγενείς της στην Αμερική. Έχει ήδη φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο, έχει μελετήσει φιλοσοφία και λογοτεχνία και μιλάει γαλλικά και γερμανικά. Φτάνει στη Νέα Υόρκη τον Φεβρουάριο του 1926, μένει για λίγο στο Chicago και από εκεί μετακινείται στο Holywood, όπου θα γνωριστεί με τον σκηνοθέτη Cecil deMille και θα αρχίσει να βγάζει τον επιούσιο ως αναγνώστρια σεναρίων. Η συνάντησή της με τον ανερχόμενο τότε ηθοποιό Frank OConnor καταλήγει σε γάμο το 1929. Η νεαρή παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα το 1931. Στην πατρίδα της δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ.


Εν τω μεταξύ, από τη δεκαετία του ’30 η Rand αρχίζει να εκδίδει τα πρώτα της έργα με θέματα την πάλη μεταξύ του ατόμου και του κράτους στη Σοβιετική Ένωση και τον θρίαμβο του απολυταρχικού κολεκτιβισμού έναντι του «εγώ». Όμως, διάσημη θα την κάνει το μυθιστόρημά της που εκδόθηκε το 1943 με τίτλο The Fountainhead (στα ελληνικά: Κοντά στον ουρανό).
Συγχρόνως, η Rand, έχοντας γνωριστεί με τον διάσημο Ludwig von Mizes, βασικό εκπρόσωπο της αυστριακής οικονομικής σχολής, αναπτύσσει πολιτική δράση: τοποθετείται υπέρ του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς και κατά του κομμουνισμού. Με τη μετακίνησή της το 1951 από το Los Angeles στη New York βρίσκεται στο κέντρο μιας ομάδας σημαντικών διανοουμένων (Alan Greenspan, Nathaniel Branden, Leonard Peikoff). Το 1957 εκδίδεται το σημαντικότερο έργο της με τίτλο Atlas Shrugged (Ο Άτλας επαναστάτησε), το «βιβλίο-φάλαινα», όπως το χαρακτήρισε κάποιος κριτικός εξαιτίας του τεράστιου μεγέθους του («σε οποιονδήποτε αρέσει αξίζει μια αυστηρή διάλεξη για την εξοικονόμηση του χαρτιού», ήταν η φράση του). Με στοιχεία από τον ρομαντισμό, τα έργα μυστηρίου και τα έργα επιστημονικής φαντασίας, σε αυτό το βιβλίο η Rand υπερασπίζεται την φιλοσοφική της θεωρία, γνωστή με το όνομα «Αντικειμενισμός», την οποία αργότερα παρουσίασε σε πανεπιστημιακές αίθουσες, στο Κογκρέσο, σε talk shows, σε ραδιοφωνικά προγράμματα κ.λπ..


Το 1958 ο Branden ιδρύει το Nathaniel Branden Institute (NBI), με κεντρικό στόχο την προώθηση των ιδεών της Rand, στόχος ο οποίος αργότερα επικρίθηκε σφοδρά από πολλούς οπαδούς της αλλά και από τον ίδιο τον ιδρυτή του NBI με το επιχείρημα ότι ο Αντικειμενισμός δημιουργεί μια κατάσταση πνευματικής καταπίεσης.
Σε αντίθεση με την ιδέα ότι η πραγματικότητα είναι παιχνίδι των θεών ή ότι διαφέρει από άτομο σε άτομο, ο  Αντικειμενισμός της Rand διασώζει τα γεγονότα ως γεγονότα, ανεξάρτητα και ανεπηρέαστα από τις απόψεις ή τις πεποιθήσεις κάποιου. Η πραγματικότητα είναι απόλυτη: «δεν μπορείς να φας την τούρτα σου και συγχρόνως να την έχεις», λέει η Rand. Στο επίκεντρο  τοποθετεί «την ιδέα του ανθρώπου ως ηρωικού όντος, με την προσωπική του ευτυχία ως ηθικό σκοπό της ζωής του, με την παραγωγική επιτυχία ως την πιο ευγενή δραστηριότητα και τη λογική ως τη μόνη απόλυτη αξία». Θεμέλιο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο Λόγος (προφανές αριστοτελικό δάνειο), ο οποίος μπορεί να εξασφαλίσει γνωστική βεβαιότητα και να οδηγήσει σε αποτελεσματική πράξη, και κεντρική ιδέα στο ηθικό πεδίο είναι ο ηθικός εγωισμός (virtue of selfishness, όπως ήταν και ο τίτλος ενός διάσημου βιβλίου της) που στηρίζει την άποψη ότι το άτομο πρέπει να υπάρχει για τους δικούς του σκοπούς, χωρίς να θυσιάζει ούτε τον εαυτό του για τους άλλους ούτε τους άλλους για τον εαυτό του. ο άνθρωπος, ισχυρίζεται η Rand, είναι ανάγκη να επιβιώσει ως άνθρωπος (mans survival qua man). Επιπλέον, η Rand θεωρεί τον καπιταλισμό του laissez faire ως το μόνο ηθικό σύστημα, επειδή είναι το μόνο που προασπίζεται τα ατομικά δικαιώματα, και απορρίπτει ρητά τον κολεκτιβισμό και τον κρατισμό. Το κράτος, υποστηρίζει η φιλόσοφος, πρέπει να υπάρχει για να προωθεί όχι το «δημόσιο συμφέρον», αλλά το συμφέρον κάθε ατόμου ξεχωριστά και δεν χρειάζεται να ελέγχει ούτε τις ιδέες ούτε την παραγωγή.


Οι συντηρητικοί, αν και ενοχλούνται από την άθεη λογοκεντρικότητά της, υιοθετούν πολλές από τις ιδέες της, εκτιμώντας ιδιαιτέρως το αντικομουνιστικό της μένος. Οι αριστεροί κυριολεκτικά την απεχθάνονται (ο Noam Chomsky την αποκάλεσε «διαβολική»), και γι’ αυτό φροντίζουν να αναδείξουν τις αμφιλεγόμενες πολιτικές και κοινωνικές της θέσεις. Οι φιλελεύθεροι παραπέμπουν σε αυτήν όταν χρειάζεται να υποστηρίξουν την αξία του ατόμου (έναντι της ισοπέδωσης του «εμείς») και της ελεύθερης αγοράς.  



Παρά τις βιτριολικές κριτικές, το έργο της Rand ήταν και εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δημοφιλές και οι πωλήσεις των βιβλίων της πολύ υψηλές. Όσο για τις ιδέες της, ακόμα συζητούνται, υποστηρίζονται, αμφισβητούνται, απορρίπτονται, επαινούνται, αγνοούνται. Το φαινόμενο Rand διχάζει και τους ακαδημαϊκούς και τους λογοτεχνικούς κύκλους, ενώ, παραδόξως για φιλόσοφο, η ζωή και η φιλοσοφία της έχουν γίνει κομμάτι της pop culture.

Πηγές για τις εικόνες: