Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Η αφήγηση ως αθανατισμός


Pierre-Auguste Renoir, The reader (1875-1876)
Παρίσι, Musée d’ Orsay
Στην πραγματική ζωή η ταυτότητα ενός προσώπου παγιώνεται ως ιστορία, την οποία αναλαμβάνει να αφηγηθεί ένας ιστορικός ή ένας λογοτέχνης, αυτός ο τελευταίος υπακούοντας πάντως στις λογοτεχνικές συμβάσεις. Όμως, και στη λογοτεχνία, ακόμα και στην περίπτωση που θα της αποδώσουμε την ιδιότητα να αθανατίζει μια ανθρώπινη πράξη, ισχύουν οι ίδιοι κανόνες, και πάλι τηρουμένων των λογοτεχνικών συμβάσεων. Τα πρόσωπα της ιστορίας, τα οποία συνιστούν ενδεχομένως την ουσιοποίηση πραγματικών προσώπων, ουσιοποιούνται (αποκτούν μια πάγια ταυτότητα και όχι απλώς ένα άθροισμα ιδιοτήτων) και μέσα στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λογοτεχνικού σύμπαντος που αποτελεί η αφηγημένη ιστορία. Μοχλός αυτής της ουσιοποίησης είναι ο αφηγητής. Υπ’ αυτήν την έννοια, ο ρόλος του αφηγητή διαφοροποιείται από τον ρόλο του συγγραφέα, τουλάχιστον όσον αφορά στο επίπεδο της πραγματικότητας εντός της οποίας κινούνται. Ο αφηγητής, μολονότι τρίτος πό ληθείας, διαθέτει επαρκές κομμάτι πραγματικότητας ώστε να είναι υπεύθυνος για την ουσιοποίηση, τόσο τη δική του όσο και των προσώπων τα οποία μας συστήνει. Τη στιγμή που τίθεται στην αφήγηση η λέξη «τέλος», τα πρόσωπα της ιστορίας έχουν κιόλας επιτελέσει τις αναγκαίες πράξεις, έχουν δεχθεί τις συνέπειες και, επιπλέον, η πράξη της αφήγησής τους έχει ολοκληρωθεί. Η πραγματικότητά τους έχει εξαγορασθεί με την τελευταία φράση της αφήγησης. Το «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» των παραμυθιών αποτελεί το συμβατικό τέλος της ζωής των ηρώων, τον συμβολικό τους θάνατο ως ηρώων μιας αφήγησης, ο οποίος αποκλειστικά επιφέρει τον αθανατισμό. Ό,τι θα συμβεί έκτοτε, καθώς δεν βρίσκει αφηγητή, εντάσσεται στο πεδίο της θνητής ζωής, αδιάφορης επειδή δεν διαθέτει τίποτα το ουσιακό. Σε αυτήν την περίπτωση, η λογοτεχνία αποτελεί την ενδιάμεση λύση για την ευπάθεια της ανθρώπινης ύπαρξης. Και ο αφηγητής αποτελεί τον μοχλό αυτής της λύσης. Αλλά και τον μοχλό για την εξασφάλιση της οργανωμένης μνήμης που είναι η αφήγηση, μέσω της οποίας διασώζεται η πλέον φθαρτή ανθρώπινη δραστηριότητα: η πράξη.

Πηγή για την εικόνα:

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

Ο συγγραφέας και/ή/ως αφηγητής


Στη λογοτεχνία, μόλις απαντηθεί το «ποιος μιλάει» επέρχονται και οι συνέπειες της αποκάλυψης. Η ταυτότητα του ομιλητή επηρεάζει την πορεία των πράξεων και το πλέγμα των υφιστάμενων σχέσεων. στην ουσία, επηρεάζει τη δράση. Το υποκείμενο της αφήγησης, και μόνο με το γεγονός της αφήγησής του, παρεμβαίνει αποφασιστικά στην ιστορία και την φωτίζει ανάλογα. Φυσικά δεν την δημιουργεί, γιατί αυτό είναι δουλειά του συγγραφέα, από τον οποίο ο αφηγητής πρέπει σαφώς να διαχωριστεί. Ακόμη και μια πιο ήπια προσέγγιση θα δεχόταν ότι ο συγγραφέας διασπείρεται, χάνοντας την αυτοτελή του προσωπικότητα, στο/α πρόσωπο/α του/ων αφηγητή/ών πρωτίστως, των ηρώων έπειτα, για να διασώσει έτσι τη διαλογική λειτουργία, απαραίτητη εξάλλου στην επιδιωκόμενη δομική σχέση μεταξύ πομπού/συγγραφέα και δέκτη/αναγνώστη. Ο συγγραφέας, για να επικοινωνήσει, αποσύρεται ως υπαρκτό πρόσωπο και, εκεί όπου δημιουργείται το κενό, εισχωρεί ο αφηγητής: ο διάλογος, που ο συγγραφέας επιθυμούσε και τον επεδίωξε με τη γραφή, τώρα συνεχίζεται. Ο συγγραφέας εισέρχεται και πάλι στην ιστορία, αλλά ως άλλος. μεταμορφώνεται σε αφηγητή. Μολονότι ο αφηγητής είναι κι αυτός ένα επινοημένο/δημιουργημένο από τον συγγραφέα, πρόσωπο, ένας πλασματικός ήρωας, με όποια ιδιότητα κι αν εμφανίζεται, αποτελεί ταυτόχρονα και μια μάσκα του ποιητικού υποκειμένου. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι μια τέτοια αντίληψη για τον αφηγητή δεν αποκλείει τη διάκρισή του από τον συγγραφέα όσον αφορά στη φυσική του πραγματικότητα: ο συγγραφέας είναι ένα πρόσωπο της πραγματικής ζωής που επιδίδεται στην πραγματική πράξη της γραφής, ενώ ο αφηγητής, όση πραγματικότητα και αν διαθέτει, δεν παύει να ανήκει στο σύμπαν της μυθοπλασίας και να επιδίδεται στην αβέβαιη πράξη της αφήγησης.


Η ιδιότητα του αφηγητή ως επινοημένου, ως μέρος του πλασματικού σύμπαντος του αφηγήματος, καθορίζει και τα περιθώρια της δράσης του. Αυτά είναι, λοιπόν, απεριόριστα. Απεριόριστα μέσα στο συγκεκριμένο και πεπερασμένο σύμπαν όπου τον έχει τοποθετήσει ο συγγραφέας. Δεν είναι σε θέση να προσθέσει ή να αφαιρέσει πρόσωπα, ούτε να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία. Όμως, άπαξ και η διαδικασία τεθεί σε κίνηση, έχει την απόλυτη ελευθερία να την αφηγηθεί. Είτε ως τριτοπρόσωπος ετεροδιηγητικός είτε ως ομοδιηγητικός αφηγητής, εκείνος αναλαμβάνει να παρουσιάσει τα γεγονότα διαθλασμένα μέσα από τη δική του οπτική γωνία, με μηδενική ή με εσωτερική εστίαση. Ο συγγραφέας προσκόμισε το υλικό, προκάλεσε το αφετηριακό, δημιουργικό big bang και στη συνέχεια εγκατέλειψε τον κόσμο μόνο του. Η δική του φωνή παύει πια να ακούγεται, ακόμα και στην αφήγηση με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο. Εμείς, οι αναγνώστες, φτάνουμε τελικά στο σημείο να γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον αφηγητή και τους ήρωες μιας ιστορίας και πολύ λιγότερα, ενίοτε και τίποτα, για τον συγγραφέα. Κι αυτό επειδή για τον αφηγητή και τους ήρωες γνωρίζουμε ποιοι είναι, ενώ για τον συγγραφέα γνωρίζουμε μόνον τι είναι. Η ταυτότητα των πρώτων φανερώνεται με τη δράση, για τον δεύτερο μπορούμε μόνο να κάνουμε υποθέσεις σχετικά με τον χαρακτήρα του, δεδομένου ότι το μόνο του γνωστό σε εμάς ενέργημα, το ενέργημα της γραφής, δεν τον διαφοροποιεί παρά σε σχετικό βαθμό από τους άλλους συναδέλφους του.

Πηγή για την εικόνα

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος μιλάει;


Αναφερόμενοι στο θέμα του αφηγητή στη λογοτεχνία, αναφερόμαστε στην πραγματικότητα σε μια παρουσία και επιχειρούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποιος μιλάει;» (ή, αν θέλετε, «ποιος λέει;» κατά Genette). Η αντωνυμία (ποιος) υποδεικνύει την παρουσία ενός αγνώστου ο οποίος οφείλει να μας συστηθεί. Στη λογοτεχνία ο αφηγητής είναι, ας πούμε, ένας νεοφερμένος που μας συστήνεται πρώτα ο ίδιος μέσω της ομιλίας του. Ακόμα κι όταν πρόκειται για κάποιον ήρωα, δρώντα μέσα στο πλαίσιο της αφηγούμενης ιστορίας (ομοδιηγητικός αφηγητής, κατά Genette), η δράση του διευκρινίζεται με τον λόγο. Η Hannah Arendt υποστηρίζει ότι το ερώτημα «ποιος είσαι;», το οποίο συνοδεύει κατ’ ανάγκην κάθε ανθρώπινη πράξη, απαντάται καλύτερα με τα λόγια απ’ ό,τι με τα έργα. Υπάρχει, λέει, μεγαλύτερη συνάφεια ανάμεσα στην ομιλία και στην αποκάλυψη. Η λογοτεχνία επιβεβαιώνει στο μάξιμουμ αυτήν την αντίληψη. Σε αυτήν δεν υπάρχει πράξη παρά μόνον ως αφηγημένη πράξη. Άρα, η ομιλία όχι απλώς διευκρινίζει και αποκαλύπτει το νόημα της πράξης, αλλά αποτελεί συστατικό στοιχείο ύπαρξής της. Ούτως ή άλλως, στη λογοτεχνία, η ταυτότητα δεν μπορεί να αποδοθεί με μόνη τη φυσική παρουσία, ακριβώς επειδή φυσική παρουσία δεν υπάρχει. Το σχήμα του σώματος, ο μοναδικός ήχος της φωνής, και μαζί οι ιδιότητες, τα χαρίσματα, οι φυσικές ικανότητες, ακόμα και τα ελαττώματα που μπορεί να διαθέτει κάποιος –ο αφηγητής, ο αφηγητής/ήρωας, ο ήρωας– δηλώνονται με τον λόγο: αποτελούν, δηλαδή, αντικείμενο, και μάλιστα το κατεξοχήν, της αφήγησης. Ακόμα και στην περίπτωση του τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή, παρά την έλλειψη οποιασδήποτε άλλης πράξης, αρκεί η πράξη της αφήγησης, με άλλα λόγια το ενέργημα του ομιλείν, για την ταυτοποίησή του. Εν τέλει, μέσα στο ιδιαίτερο λογοτεχνικό σύμπαν, ανυπαρξία σημαίνει απόλυτη σιωπή, πλήρης και εντελής αλαλία. Και, ειδικά στην περίπτωση της τριτοπρόσωπης αφήγησης, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι συχνά ο αφηγητής, αφηγούμενος και νομίζοντας πως αποκαλύπτει μόνον την ταυτότητα των ηρώων, αποκαλύπτει τελικά ταυτόχρονα και τη δική του ταυτότητα. Και, αν στη ζωή η ανωνυμία είναι δυνατή, εφόσον κάποιος παραμείνει έξω από τα όρια της ανθρώπινης επικοινωνίας, στη λογοτεχνία κανείς δεν μπορεί να διαθέτει πλήρη ανωνυμία δεδομένου ότι η λογοτεχνία αποτελεί προνομιακό πεδίο επικοινωνίας. Στο ερώτημα, λοιπόν, «ποιος μιλάει» στη λογοτεχνία, υπάρχει σύμπτωση του ενεργήματος (του ομιλείν) με τον ενεργούντα (ποιος). Το ενέργημα γενικά, και το ενέργημα του ομιλείν ειδικότερα, υπερβαίνει την επιτελεστική του λειτουργία και αποκτά τον ειδικό του χαρακτήρα με την αποκάλυψη του υποκειμένου του ενεργήματος.


Πηγή για την εικόνα:
http://www.aproposdecriture.com/10-etapes-pour-devenir-meilleur-ecrivain

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Για τη φαντασία


Η Ursula LeGuin, η σπουδαία συγγραφέας βιβλίων φαντασίας, στο δοκίμιό της “Why are Americans Afraid of Dragons” συνηγορεί υπέρ της φαντασίας, υπέρ της ικανότητας εκείνης που κάνει κυρίως τα παιδιά να πιστεύουν ότι κάτι είναι αληθινό έστω κι αν ξέρουν ότι δεν είναι. και το κάνουν αυτό, δίχως να μπερδεύουν τη φαντασία με την πραγματικότητα. «Μέσα στη γη, σε μια τρύπα, ζούσε κάποτε ένα χόμπιτ». Χόμπιτ δεν υπάρχουν και, βέβαια, δεν ζουν σε μια τρύπα μέσα στη γη. Τα παιδιά το ξέρουν καλά, αλλά ένα λογοτεχνικό βιβλίο που μιλά γι’ αυτά –αν μάλιστα είναι το Χόμπιτ του J. R. R. Tolkien- είναι αληθινό. Όσο για τους ενηλίκους, αυτοί μένουν με το στενόχωρο, στείρο γεγονός: χόμπιτ δεν υπάρχουν και οι τρύπες μέσα στη γη δεν χρησιμοποιούνται για σπίτια. Κι έτσι, οι ενήλικοι χάνουν την ευκαιρία να φτάσουν στην αλήθεια μέσα από τον λοξό δρόμο της φαντασίας.


Πηγή για την εικόνα:
http://bookhaven.stanford.edu/2017/11/ursula-k-le-guin-going-strong-at-88-im-not-a-curmudgeon-im-just-a-scientists-daughter/

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XIII


Εγώ, ο Παν ο αγγειογράφος, υπήρξα μαθητής του Μύσωνα, που υπήρξε μαθητής του Φιντία, και αυτός μαθητής του Ευφρόνιου. Ο Ευφρόνιος υπήρξε μαθητής του Ανδοκίδη, και αυτός του ζωγράφου Εξηκία. Χρόνια τώρα υπηρετούμε πιστά την τέχνη του αγγειογράφου. Είμαστε οι καλύτεροι, και οι πλούσιοι πολίτες της Αθήνας μας έχουν σε μεγάλη εκτίμηση, αφού ψυκτήρες, κάλπες, στάμνες, κύλικες, αμφορείς στολίζουν τα σπίτια τους και τους δείχνουμε με τις ζωγραφιές μας αυτό που πρώτοι οι θεοί μας δίδαξαν, δηλαδή να αγαπούν με εκλεπτυσμένο τρόπο το ωραίο και τα πάθη τους να εμπνέουν το καλό.



Και τώρα, εδώ στην Αγορά, πολίτες της Αθήνας, σας φέρνω αυτόν τον κρατήρα. Κοιτάξτε τον καλά από όλες τις μεριές και πέστε μου όλοι εσείς πόσο η γλυκιά παρθένα σ’ αυτόν τον κρατήρα, η Άρτεμις, η αδελφή του Φοίβου, εκλεπτύνει το πνεύμα σας. Όχι, δεν θέλω να σταθεί η σκέψη σας στον μύθο. σε όλους είναι γνωστό πως η θεά έβαλε τα σκυλιά του Ακταίονα να κατασπαράξουν τον πρίγκιπα και αφέντη τους επειδή τόλμησε να δει ολόγυμνο το θεϊκό κορμί της την ώρα που έκανε το μπάνιο της. Θέλω να σταθεί το βλέμμα σας σ’ αυτό το κορμί που πιάνει  όλο το ύψος του κρατήρα και που σαν τόξο λυγίζει από την αόρατη χορδή, με δύναμη τεντωμένη και έτοιμη να σπρώξει το βέλος της ωραιότητάς της κατευθείαν στην καρδιά σας. Κοιτάξτε το διάδημα, με πόση απλότητα στολίζει την απαλότητα των μαλλιών της. Κοιτάξτε το λεπτόσυρτο κορμί της. Μοιάζει να χορεύει. Κοιτάξτε πόσο απαλά γλιστρούν τα πόδια της πάνω στο πούσι των δασών. Κοιτάξτε τα χέρια της, με πόση χάρη, πόση τρυφερότητα και δύναμη αντάμα, κρατούν το τόξο, και πόσο γρήγορα περνούν το βέλος στη χορδή. Κοιτάξτε από πόσο μακριά έρχεται η μυθική μορφή της. χαμένη μέσα στον χρόνο είναι, αλλά συγχρόνως πόσο ζωντανή και δροσερή σας δείχνει. Κοιτάξτε πόσο ευγενική, πόσο μεγαλόπρεπη και απλή είναι. Πάνω από τον αρχαϊκό χιτώνα, που τόσο όμορφα τονίζει την κρυφή ομορφιά του θεϊκού κορμιού της, στολίζει τους ώμους  της η δορά ενός μικρού ελαφιού. Και αφού τα δείτε όλα αυτά, πολίτες των Αθηνών, κι αφού γεμίσουν τα μάτια σας από ομορφιά, πείτε μου, δεν είναι άδικο ο άμοιρος Ακταίων να είναι πεσμένος εκεί στην άκρη του κρατήρα και να τον τρώνε τα σκυλιά; Μόνον οι θεοί, πολίτες των Αθηνών, έχουν δικαίωμα να λιμπίζονται την ομορφιά των θνητών και να μηχανεύονται χίλιους τρόπους για να χαρούν μαζί τους; Την ομορφιά της Αρτέμιδας, της ωραιότερης παρθένας, πώς να μην την λιμπιστεί ο ευγενής Ακταίων, ο γιος του Αρισταίου και της Αυτονόης και εγγονός του Κάδμου, ο πιο σπουδαίος κυνηγός;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για Aττικό ερυθρόμορφο κωδωνόσχημο κρατήρα. Αποδίδεται στον ζωγράφο του Πανός και χρονολογείται στο 470 π.Χ.. Βρίσκεται στο Museum of Fine Arts της Βοστώνης.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγή για την εικόνα:

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Διαφωτισμός (Μέρος Β΄)


Δεν έχουν πάντοτε οι Διαφωτιστές κοινές απόψεις, ίδιες αφετηρίες και σκέψεις. Συγκλίνουν, όμως σε στόχους κοινούς:
1. Εξεγείρονται εναντίον κάθε αυθεντίας ή εξουσίας (της Εκκλησίας, του βασιλιά, της αριστοκρατίας). Οι Διαφωτιστές αντιμετωπίζουν με μεγάλο σκεπτικισμό τις αλήθειες που τους έχει κληροδοτήσει το παρελθόν και πιστεύουν ότι το άτομο οφείλει να βρει μόνο του τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα.
2. Οι Γάλλοι Διαφωτιστές είναι ορθολογιστές (πιστεύουν στην ανθρώπινη λογική). Επηρεασμένοι από τη φυσική επιστήμη, που υποστηρίζει ότι η φύση είναι διευθετημένη με απόλυτα λογικό τρόπο, οι Διαφωτιστές αναλαμβάνουν να αποδείξουν ότι και η ηθική και η θρησκεία είναι σε αρμονία με την αιώνια λογική του ανθρώπου.
3. Οι Διαφωτιστές πιστεύουν ότι πρέπει να μορφώσουν και να φωτίσουν τις πλατιές μάζες, που έως τότε ήσαν βουτηγμένες στην αμάθεια και στις προλήψεις, ώστε να δημιουργηθεί μια καλύτερη κοινωνία. Γεννιέται η παιδαγωγική επιστήμη, με χαρακτηριστικότερο το παιδαγωγικό ευαγγέλιο του Jean-Jacques Rousseau, τον Αιμίλιο.
4. Πιστεύουν ότι, όταν η λογική και η γνώση  καταφέρουν να διαδοθούν, τότε η ανθρωπότητα θα κάνει μεγάλα βήματα (πολιτιστική αισιοδοξία). Κατά τη γνώμη τους, πρόκειται για ζήτημα χρόνου: ο παραλογισμός και η αμορφωσιά θα εξαφανιστούν και θα αρχίσει η ιστορία της διαφωτισμένης ανθρωπότητας.
5. Κρατούν κριτική στάση απέναντι στον πολιτισμό και υποστηρίζουν την επιστροφή στη φύση. Η φύση είναι καλή και αγαθή, άρα και ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός. Ρίζα κάθε κακού είναι ο πολιτισμός που απομακρύνει τον άνθρωπο από τη φύση του. Αυτή η αντίληψη αντανακλάται στην κατασκευή του «ευτυχισμένου άγριου», αλλά και στη «φυσική κατάσταση αθωότητας» που διαπνέει τη ρουσοϊκή θέση για την εκπαίδευση.
6. Οι περισσότεροι Διαφωτιστές προωθούν την αντίληψη της «φυσικής θρησκείας», εφόσον θεωρούν παράλογη την ιδέα ενός κόσμου δίχως Θεό. Η λογική οργάνωση του κόσμου δεν μπορεί να είναι τυχαία. Λογική (!) θεωρούσαν και την πίστη στην αθανασία της ψυχής. Ειδικότερα ο Rousseau είναι οπαδός του ντεϊσμού (=ο θεός δημιούργησε τον κόσμο, δίχως όμως να αποκαλυφθεί στους ανθρώπους. η παρουσία του μόνον αποκαλύπτεται μέσω της φύσης και των νόμων της και όχι με άλλους, υπερφυσικούς, τρόπους).
7. Υπερασπίζονται τα δικαιώματα του ανθρώπου. Δεν θεμελιώνουν μόνο θεωρητικά τη θέση του ανθρώπου στην κοινωνία, αλλά και αγωνίζονται γι’ αυτήν. Το άτομο πρέπει να σκέφτεται ελεύθερα σε σχέση με τη θρησκεία, την ηθική και την πολιτική και έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις του. Οι Διαφωτιστές αγωνίζονται κατά της δουλείας και προσπαθούν να επιτύχουν ηπιότερη μεταχείριση για τους παραβάτες και τους εγκληματίες.


Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Διαφωτισμός (Μέρος Α΄)


Ο 18ος αιώνας είναι η εποχή του ορθολογισμού και του φιλελευθερισμού. Με τον ορθολογισμό δίνεται το προβάδισμα στην κριτική σκέψη που θέτει υπό αμφισβήτηση όλες τις αξίες των προηγούμενων αιώνων. Στο εξής, καμία πολιτική ή υπερφυσική αυθεντία δεν θα είναι πάνω από το άτομο, αφού κριτής όλων γίνεται ο ορθός λόγος. Ό,τι υπήρχε ως τότε και είχε ιστορική υπόσταση χάνει τώρα την άμεση εγκυρότητά του και την αυτόματη καταξίωσή του: πρέπει να υποστεί τον έλεγχο της κριτικής συνείδησης και να δικαιολογηθεί η ύπαρξή του, πρέπει να γίνουν έκδηλα τα πλεονεκτήματα του για την ευτυχία των ατόμων. Με τον φιλελευθερισμό έρχονται στο προσκήνιο τα δικαιώματα του ανθρώπου και η ελευθερία του ατόμου και προτείνονται βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.


Τα δύο αυτά ρεύματα (τον ορθολογισμό και τον φιλελευθερισμό) εξέφρασε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός. Η τάση για πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές, η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της επιστήμης, η πίστη στην πρόοδο του ανθρώπου, αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές εκφράσεις του. Σε μια προσπάθεια ορισμού του:
1. ως «Διαφωτισμός» πρέπει, από τη μια, να χαρακτηριστούν εκείνα τα πνευματικά ρεύματα που επιθυμούν να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή θεολογική κοσμοαντίληψη (nulla potestas nisi a deο = καμία ισχύς παρά μόνον εκ Θεού), η οποία είχε επιβληθεί σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, με μια θύραθεν, εκκοσμικευμένη (nullum imperium sine pacto = καμιά κυριαρχία άνευ συμφωνίας).
2. ως «Διαφωτισμός», από μια άλλη στενότερη έννοια, πρέπει να χαρακτηριστούν εκείνα τα πνευματικά ρεύματα που υπερασπίζονται ένα ηθικό (κανονιστικό) ιδεώδες απέναντι όχι μόνο στην παραδοσιακή θεολογία, αλλά και απέναντι στον σκεπτικισμό ή στον μηδενισμό, ο οποίος γεννιέται ακριβώς μέσα από τη διαδικασία αποκοπής από τη θεολογία.


Ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός είναι κάτι περισσότερο από ιδεολογικό ρεύμα ή θεωρητικό σύστημα, κάτι περισσότερο από φιλοσοφική τάση ή σχολή. Είναι εποχή, είναι οι «Νέοι Χρόνοι» της ευρωπαϊκής ιστορίας (είναι η εποχή της νεωτερικότητας). Χρόνοι «φωτισμού» του Ευρωπαίου ανθρώπου, ύστερα από την ολοκληρωτική επιβολή της θρησκευτικής αυθεντίας ως κυρίαρχης ιδεολογίας.

Πηγές για τις εικόνες: