Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Η γλώσσα της εξαπάτησης


Ό,τι μπορεί κανείς να μάθει από τη λογοτεχνία για τον πραγματικό κόσμο, μπορεί ακόμα καλύτερα να το μάθει από μη λογοτεχνικές πηγές: αυτό είναι το κυριότερο επιχείρημα των φιλοσόφων που απορρίπτουν τη γνωστική αξία της λογοτεχνίας. Επαγγελματίες ψεύτες, ονομάζει ο Hume τους ποιητές και ο Russell χαρακτηρίζει ψευδείς όλες τις προτάσεις του σαιξπηρικού Hamlet, βασισμένος αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόσωπο με το όνομα Hamlet δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Russell, οι μυθιστορηματικές προτάσεις είναι ψευδείς επειδή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως διατυπώσεις έξω από το φανταστικό σύμπαν της λογοτεχνίας.
“[N]ow for the Poet, he nothing affirmeth, and therefore never lieth”, γράφει ο Sir Philip Sidney το 1595. Αυτή η πρώιμη διατύπωση θα βρει συνέχεια στον 20ό αιώνα, οπότε φιλόσοφοι όπως ο P. F. Strawson, ο H. L. A. Hart, ο Joseph Margolis, ο Roger Scruton κ.ά, βασισμένοι στη θεωρία του νοήματος του Gottlob Frege, επιχειρούν μια σαφή διάκριση ανάμεσα στη δηλωτική/αποφαντική (assertive) και στη μυθιστορηματική (fictive) χρήση της γλώσσας. Η δεύτερη, προσιδιάζουσα στη λογοτεχνία, είναι μια γλώσσα από την οποία λείπει η αναφορική δύναμη, καθώς το λογοτεχνικό σημείο δεν συνδέεται με κάτι υπαρκτό στην εξωτερική πραγματικότητα.
Αν όμως ο συγγραφέας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα, τότε τι ακριβώς κάνει; Προσποιείται, απαντά μια μερίδα φιλοσόφων. Ο συγγραφέας προσποιείται και ο αναγνώστης εμπλέκεται οικειοθελώς σε αυτήν τη διαδικασία. Ο J. L. Austin και ο John R. Searle, βασικοί εκπρόσωποι αυτής της θέσης, αναπτύσσουν την άποψή τους για τη λογοτεχνία βασισμένοι στη θεωρία των γλωσσικών πράξεων (speech acts). Ο συγγραφέας –υποστηρίζουν-, γράφοντας, απλώς υποκρίνεται ότι επιτελεί προσλεκτικές πράξεις (illocutionary acts), καθώς, σύμφωνα με τον Austin, η κανονική συνθήκη αναφοράς είναι εκκρεμής στη λογοτεχνία. Ο Searle, από την πλευρά του, τονίζει ότι η λογοτεχνία καταστρατηγεί τους κανόνες που ισχύουν για τις δηλωτικές/αποφαντικές γλωσσικές πράξεις. Δηλαδή: ο λογοτέχνης δεν δεσμεύεται στην αλήθεια των ισχυρισμών του (παραμένει λογικά εκτεθειμένος) και, επομένως, δεν νιώθει υποχρεωμένος να τους αποδείξει. Επιπλέον, διατυπώνει προτάσεις που και ο ίδιος δεν τις πιστεύει ως αληθινές (παραμένει ηθικά εκτεθειμένος), χωρίς ωστόσο να περάσει από το μυαλό κανενός να του προσάψει την κατηγορία ότι λέει ψέματα. Ο Richard Ohmann συμπληρώνει αυτήν τη θέση προσθέτοντας και το στοιχείο της μίμησης. Η προσλεκτική δύναμη της λογοτεχνίας είναι, σύμφωνα με τον Ohmann, μιμητική. Ο συγγραφέας, αφενός, μιμείται γλωσσικές πράξεις του πραγματικού κόσμου και, αφετέρου, προβαίνει σε μια προσλεκτική πράξη μίμησης δημιουργώντας έναν αφηγητή ή χαρακτήρες οι οποίοι αναλαμβάνουν την επιτέλεση αυτών των γλωσσικών πράξεων (το επιχείρημα είναι ισχυρό, ακόμα και στις περιπτώσεις που ο αφηγητής ή ο ήρωας λειτουργούν ως personae του συγγραφέα).
Τέλος, ο Kendall L. Walton αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία ως ένα παιχνίδι προσποίησης (make-believe game) στο οποίο εμπλέκονται οικειοθελώς ο συγγραφέας και ο αναγνώστης. Τη θέση του υιοθετεί και ο Gregory Currie. Και οι δυο κατατάσσουν τη λογοτεχνία στην κατηγορία των παιχνιδιών που παίζουν τα μικρά παιδιά, όταν παριστάνουν, για παράδειγμα, τους πειρατές ή τους ιππότες. Έτσι και ο αναγνώστης διαβάζει το λογοτεχνικό έργο σαν να ήταν αληθινό, σαν τα γεγονότα που αυτό αφηγείται να έχουν πράγματι συμβεί. Παρότι –πρέπει να σημειωθεί- υπάρχει ενδεχόμενο, και συμβαίνει συχνά, κάποια από τα αφηγημένα γεγονότα να είναι πράγματι αληθινά και κάποιες από τις μυθιστορηματικές προτάσεις, που συνήθως διακόπτουν την αφήγηση, να είναι πράγματι δηλωτικές και να γίνονται με την προσδοκία ότι θα γίνουν πιστευτές από τον αναγνώστη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Το αρχαιοελληνικό βλέμμα


Ό,τι σώζεται από την Αρχαία Ελλάδα, ζωντανό και πάντοτε επίκαιρο, είναι ο ειδικός τρόπος βλέμματος που κατευθύνεται προς τον άλλον. Είναι το είδος του βλέμματος που για όριά του έχει τα όρια του άλλου. είναι το βλέμμα της ζωής. Ο Jean-Pierre Vernant μιλάει για ένα άλλο βλέμμα, εκείνο της Γοργούς, που είναι ταυτόσημο με τον θάνατο. Είναι το βλέμμα που αποτελεί άρνηση του βλέμματος, που δεν κοιτάζει, και έτσι γίνεται άπειρο. Είναι το βλέμμα του νεκρού.


M.M. da Caravaggio, Medusa (1595)
Φλωρεντία, Μουσείο Uffizi

Ο πιο τρομακτικός λαβύρινθος δεν είναι εκείνος με τα δαιδαλώδη διχαλωτά μονοπάτια στον οποίο, προχωρώντας, βρίσκεις τον δρόμο κομμένο και συνεχίζεις την περιπλάνηση ακολουθώντας μια άλλη διακλάδωση. Γι’ αυτόν τον λαβύρινθο υπάρχει μίτος: ο μίτος που χάρισε η Αριάδνη στον Θησέα από έρωτα και που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Τρομερός και επικίνδυνος, λέει ο Jorge Luis Borges, είναι ο λαβύρινθος του άπειρου χώρου –ή μήπως και του άπειρου χρόνου; Εκεί, το τρομακτικό έχει τη μορφή του κύκλου, που δεν έχει αρχή και τέλος. Το βλέμμα του θανάτου είναι το άπειρο βλέμμα της απόλυτης ετερότητας, που δεν αναγνωρίζει τους άλλους ως τη μοναδική του δυνατότητα να αποκτήσει όρια διατηρώντας, όμως , ταυτόχρονα την ετερότητά του, οριοθετώντας την βέβαια και καθιστώντας την έτσι ακίνδυνη.
Στο λεξιλόγιο της Αρχαίας Ελλάδας κυρίαρχη θέση κατέχει το ρήμα ὁρῶ, που σχετίζεται καταρχήν με το αποτέλεσμα μιας ορισμένης λειτουργία, τα παράγωγα ή τα συνώνυμά του. Το βλέμμα της ζωής είναι η απτή συνέχεια του ιδιόμορφου τρόπου οργάνωσης της ανθρώπινης συμβίωσης στην Αρχαία Ελλάδα., τόσο διαφορετικού από τον σημερινό. Το αρχαιοελληνικό είναι το σύμπαν της θεωρίας. Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια ταυτίζει τη θεωρίαν με την ευδαιμονία και υποστηρίζει ότι είναι η κρατίστη κατ’ ἀρετήν ἐνέργεια. Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ερευνά τα πράγματα βάσει γενικών κανόνων, με τη βοήθεια που του προσφέρει ο Λόγος. Στους θεούς, που είναι απεξαρτημένοι από τους υλικούς όρους της επιβίωσης και από τα κατηγορήματα που αποδίδονται στην ανθρώπινη φύση και σχετίζονται με την εκτέλεση πράξεων –δικαιοσύνη, ανδρεία, γενναιοδωρία, φρόνηση-, μπορεί να αποδοθεί ένας και μοναδικός τρόπος δράσης: η διανοητική ενέργεια, η δυνατότητα της θεωρίας. Και ανάμεσα στους ανθρώπους μακάριος είναι εκείνος του οποίου η δράση μοιάζει με τη διανοητική δράση των θεών.

Πηγή για την εικόνα:
https://en.wikipedia.org/wiki/Medusa_(Caravaggio)#/media/File:Medusa_by_Caravaggio_2.jpg

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Don't break the immersion


«Οι ταλαντούχοι ρεαλιστές θα έπρεπε, κυρίως αυτοί, να ονομάζονται ιλλουζιονιστές», γράφει το 1887 ο Guy de Maupassant στον πρόλογο του Pierre et Jean.
Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας διατυπώνει στην ουσία μία αξιολογική κρίση για τη λογοτεχνία και τον λογοτέχνη: καλός λογοτέχνης είναι εκείνος που δημιουργεί έναν κόσμο αληθινό. Το κλειδί είναι η λέξη «δημιουργεί». Η λογοτεχνία δημιουργεί έναν κόσμο, δεν αναπαράγει (=αναδημιουργεί) τον αληθινό κόσμο. Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας είναι ενήμερος γι’ αυτήν τη σύμβαση. “Don’t break the immersion”: αυτή η φράση αποτελεί βασικό κανόνα στα σύγχρονα RPGs (role playing games). Η ίδια φράση είναι ισχυρή και στο παιχνίδι της λογοτεχνίας. Όταν διαβάζουμε λογοτεχνία, βυθιζόμαστε σε αυτήν, αποκρούοντας τις επιθέσεις της λογικής (είναι δυνατόν ένας φυλακισμένος να επενδύσει τα  χρήματά του στη μόρφωση και στην κοινωνική ανέλιξη ενός φτωχού αγοριού, όπως ισχυρίζεται ο κ. Dickens; πόσες madeleine να καταβροχθίσω για να αναζητήσω τον χαμένο χρόνο μου; ένας τόσο δαιμόνιος ντετέκτιβ σαν τον κ. Holmes μπορεί να υπάρχει;). Χανόμαστε μέσα στο μυθιστόρημα, δραπετεύουμε από την «πραγματική» πραγματικότητα και εισχωρούμε για τα καλά στο λογοτεχνικό σύμπαν. Μάλιστα, όπως μας το υπέδειξε ο Maupassant, με την έκταση αυτής της «βύθισης» ζυγιάζουμε την αξία του έργου που μελετούμε.
Από την άλλη μεριά, ένας φιλόσοφος θα έλεγε πως κάτι τέτοιο δεν είναι καλό σημάδι, καθώς σημαίνει πως η λογοτεχνία μας οδηγεί στο να χάνουμε την επαφή μας με την πραγματικότητα, εφόσον δεχόμαστε για αληθινό κάτι που δεν είναι. Έτσι κι αλλιώς, η φιλοσοφία, από την απαρχή της και σε κάθε στιγμή της εξέλιξής της, δεν μπορεί να νοηθεί αποσυνδεδεμένη από την αλήθεια, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή συλλαμβάνεται. Χωρίς αλήθεια, φιλοσοφική διερώτηση δεν υπάρχει. η φιλοσοφία γίνεται πρακτικά ανύπαρκτη. Οι φιλόσοφοι είναι, λοιπόν, αυτοί που διαρκώς μας υπενθυμίζουν τη διαφορά ανάμεσα στη μυθιστορηματική και στην «πραγματική» πραγματικότητα, καθώς αυτοί διαρκώς αναρωτιούνται εάν κάτι υπάρχει πραγματικά. Εξ αυτού, ήδη από τον 5ο π.Χ. αιώνα, τους απασχολεί η αλήθεια της λογοτεχνίας, τόσο αναφορικά με τη γλώσσα της όσο και αναφορικά με το περιεχόμενό της.

Henri Matisse, Liseuse à l’ombrelle (1921)
Λονδίνο, Tate Gallery

Αν η αλήθεια ενός λογοτεχνικού έργου είναι ίδιου τύπου με την αλήθεια του πραγματικού κόσμου, τότε πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι η λογοτεχνία ικανοποιεί την απαίτηση της αλήθειας χωρίς να χρησιμοποιεί δηλωτικές/αποφαντικές προτάσεις από αυτές που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας συνομιλία για να διατυπώσουμε έναν ισχυρισμό μας; Αν πάλι η λογοτεχνική αλήθεια είναι διαφορετικού τύπου, τότε τι είδους αλήθεια είναι; Οι φιλόσοφοι που ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία αυτό το ζήτημα έχουν να αντιμετωπίσουν. Η συνηθέστερη απάντηση είναι ότι η λογοτεχνία παράγει μια αλήθεια διαφορετική: καλλιτεχνική, ποιητική, η οποία, επιπλέον, τοποθετείται στο στόμα όχι του συγγραφέα, ενός προσώπου με σάρκα και οστά, αλλά στο στόμα ενός αφηγητή ή ενός μυθιστορηματικού ήρωα. Τοποθετείται, επίσης, σε έναν άλλο κόσμο από τον πραγματικό. Και αν κάποιος δεν βλέπει αυτήν τη διαφορά, τότε –ισχυρίζεται ο Michael Riffaterre- υποπίπτει σε «πλάνη αναφορικότητας» (referential fallacy). Ο κόσμος της λογοτεχνίας, προσθέτει ο Paul Ricoeur, είναι ένας κλειστός, αυτάρκης κόσμος, και οι δηλώσεις που γίνονται εντός του αυτόν τον κλειστό κόσμο έχουν ως αποκλειστική αναφορά. Ας προσθέσουμε: αυτός ο κόσμος γίνεται πιστευτός όταν πειθαρχεί σε περιορισμούς. Όμως, οι αναγκαίοι περιορισμοί δεν σχετίζονται με τον υποκείμενο αληθινό κόσμο, αλλά προσδιορίζονται από τις εντός του προκαθορισμένες δομές, ώστε αυτός ο μυθιστορηματικός κόσμος, αν και πλασματικός, να γίνει πιθανός.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: το κείμενο είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://www.tate.org.uk/art/artworks/matisse-reading-woman-with-parasol-n04924

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι XIV


Αναρωτιόμουν κάθε φορά που περνούσα μπροστά από τον ναό του Ποσειδώνα πώς έκανε τόσο ζωντανό ο Πραξιτέλης, ο γλύπτης, αυτό το αγόρι. Πώς έπλασε με την τέχνη των χεριών του το σκληρό μέταλλο. Πώς έπλασε τα βλέφαρά του, τα μάτια του, τα χείλη του. Απ’ όλο το κορμί του στάθηκα μονάχα στο μισό του κεφάλι. Στο βλέμμα του. Δεν ήθελα να με παρασύρει η εικόνα του, το δυνατό κορμί του. οι αναμνήσεις πόναγαν την ψυχή μου. Μελίτης ήταν το όνομά του και ήταν από μάνα και κύρη Αθηναίος. Θυμόμουν που οδηγούσε γυμνός την πομπή των Παναθηναίων, κρατώντας το δάφνινο κλαδί στο χέρι. Στο λουσμένο με χυμούς της ελιάς κορμί του εξοστρακίζονταν οι ακτίνες του ήλιου κάνοντάς τον να λάμπει ολόκληρος.


Στο αλώνι, μισόγυμνος, τα ζωντανά βουκέντριζε με τη στεντόρεια φωνή του, κι αμέσως μετά το μάλωμα τα γλύκαινε. Τα κατορθώματα των ηρώων, που η πόλη μας τιμούσε, τραγούδαγε. Δεν είναι υπερβολή αυτό που θα σας πω, μέχρι τις παρυφές της Πάρνηθας ηχούσε η φωνή του. Αλλά και οι άρχοντες, όταν τους έπιανε η βιάση και ήθελαν να στείλουν μήνυμα κάτω στο λιμάνι, τον γοργοπόδαρο Μελίτη καλούσαν και αυτόν όριζαν ως αγγελιαφόρο. Γνώριζαν πως πριν αλλάξει θέση ο ήλιος αυτός θα πήγαινε και θα ερχόταν.
Μήπως και στον χορό ήταν αδέξιος; Τα πόδια του, της Τερψιχόρης χάρισμα, δεν πάταγαν στη γη. Στα δεκαπέντε του παραμέριζαν οι μεγαλύτεροι. πρωτοχορευτή τον ήθελαν. τη νέα γενιά καμάρωναν. Αυτό το χρέος είχαν κι αυτή ήταν η χαρά τους όσο κρατούσαν τα Μικρά Παναθήναια. Κι αυτός, ενθουσιασμένος, για δυο μέρες και δυο νύχτες, μπροστάρης ήταν στον χορό και πρώτος στο τραγούδι, και ακόμα πιο καλός στ’ αστεία και στα χωρατά.
Τα βλέμματα όλων γύρω του, και όχι μόνον των κοριτσιών, ήσαν στραμμένα πάνω του, αλλά ο Μελίτης δεν τα έβλεπε. Έδειχνε πως όλοι αόρατοι ήσαν, κι εγώ μαζί με όλους. Μόνον η θεά Αφροδίτη μπορεί να καταλάβει πώς ένιωσα όταν, μια μέρα που απουσίαζαν οι δικοί μου, χτύπησε τη θύρα του σπιτιού. Του άνοιξα και στη στιγμή άφησα τον νου στην άκρη κι έπεσα στην αγκαλιά του. Την ίδια στιγμή έγινα δική του, χωρίς υπόσχεση αρραβώνα, χωρίς λόγια που θολώνουν τη βούληση των κοριτσιών. Η ευτυχία μου σκίασε τον φόβο, κι όχι το αντίθετο. άντρωσε το μυστικό μου.
Μα δεν κράτησε πολύ η χαρά μου. Οι θεοί ζήλεψαν το δημιούργημά τους. Τον Πραξιτέλη κάλεσαν, κι αυτό με την απαράμιλλη τέχνη του αθάνατο τον έκανε. Και τώρα εγώ, μονάχη πια, περνώ από το ιερό κάθε αυγή και αντικρίζω τη ματιά που διαπερνά το μάρμαρο κι αγγίζει την ψυχή. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για χάλκινο άγαλμα έφηβου αθλητή, έργο της σχολής του Πραξιτέλη, που βρέθηκε το 1925 στη θαλάσσια περιοχή του Μαραθώνα, απ’ όπου και το όνομά του «Παις Μαραθώνος». Χρονολογείται στο 340-330 π.Χ. και φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής. 

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Ήρωες από χαρτί


Έχουν οντολογική πραγματικότητα τα μυθιστορηματικά όντα (τα μυθιστορηματικά γεγονότα, οι μυθιστορηματικοί τόποι κ.λπ.) και ποια οντολογική βαρύτητα έχει κάθε αναφορά μας σε αυτά; Μπορούμε να φανταστούμε περίπου ό,τι μας αρέσει, αλλά υπάρχει και η στιγμή που τίποτα δεν μπορεί να επικυρώσει το πράγμα εκτός από τον ίδιο τον εαυτό του. Η φαντασία αποδεικνύεται χωρίς αξία. απαιτείται το βλέμμα μας να πέσει πάνω στη ζωηρή ομορφιά της Elizabeth Bennet και στο σκαμμένο πρόσωπο του Jean Valjean, το αυτί μας να ακούσει τον φουρφουρένιο ήχο του φορέματός της και το χέρι μας να σταθεί επί τον τύπον των ήλων στο σώμα του ήρωα. Συμφωνούν, όμως όλοι με τα παραπάνω; Αυτός ο προβληματισμός μας εισάγει σε ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικό πεδίο που ασχολείται με τα μη υπαρκτά όντα (ανάμεσα σ’  αυτά και τα λογοτεχνικά), τα οποία, από το όνομα του Αυστριακού φιλοσόφου Alexius Meinong που τα «επινόησε», ονομάζονται και meinongian objects.


Ας αρχίσουμε, λοιπόν, διερωτώμενοι εάν δικαιούμαστε σε ένα άλογο με το όνομα Πήγασος (δηλαδή, σε μια ατομική μη συγκεκριμένη χωρο-χρονικά οντότητα) να αποδίδουμε την ιδιότητα –κοινώς αποδεκτή, άλλωστε- να έχει φτερά. Αν ναι, τότε ο Πήγασος υπάρχει. Και, συνεπώς, αν η Elizabeth Bennet έχει τις ιδιότητες που αναφέραμε προηγουμένως, τότε και αυτή υπάρχει. Αφετηρία μας είναι η θέση ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε ιδιότητες σε κάτι ανύπαρκτο. αν ωστόσο μπορούμε, τότε  προϋποτίθεται ότι το ον υπάρχει.
Όμως, η ύπαρξη της Elizabeth Bennet είναι ύπαρξη υπό προϋποθέσεις. Η δυνατότητά μας να δημιουργούμε προτάσεις αληθείς ή ψευδείς σχετικά με τη δεσποινίδα Bennet εξαρτάται από το συγκείμενο στο οποίο οι προτάσεις αυτές τοποθετούνται. Μιλώντας για την Elizabeth, μιλάμε πάντοτε όχι για ένα κορίτσι της διπλανής πόρτας (σε αυτήν την Elizabeth νόμιμα θα αποδίδαμε το κατηγόρημα «είναι προκατειλημμένη», εάν και εφόσον είχε αυτό το χαρακτηριστικό), αλλά για την ηρωίδα της Austin. Η αλήθεια των προτάσεών μας –και, κατά συνέπεια, η πραγματικότητα της ύπαρξής της- είναι συνυφασμένη με τη χρήση ενός τροποποιητή (modifier), ενός σημασιακού περιοριστή. Η Elizabeth είναι μια προκατειλημμένη νεαρή στο εσωτερικό συγκείμενο του μυθιστορήματος Pride and Prejudice (Περηφάνια και προκατάληψη) (μάλιστα, στις ποικίλες εναλλακτικές αναγνώσεις του, με συνέπεια η Elizabeth να υπάρχει πραγματικά σε ένα από τα πιθανά αναγνωστικά σύμπαντα), και κάθε φορά που συζητούμε γι’ αυτήν λανθάνει αυτή η προϋπόθεση. Αντιθέτως, η φράση: «η Elizabeth είναι ηρωίδα της Austen» συνυφαίνεται με το εξωτερικό συγκείμενο (το εκτός του μυθιστορήματος σύμπαν), εφόσον λέει κάτι που αληθεύει στον πραγματικό κόσμο και αποδίδει έτσι στην Elizabeth ένα χαρακτηριστικό εντελώς απροϋπόθετα.


Με απλά λόγια, για την Jane Austin ή για τον Victor Hugo ο προβληματισμός αναφορικά με την ύπαρξη της Elizabeth Bennet ή του Jean Valjean αντίστοιχα είναι εντελώς α-νόητος. Η ύπαρξη της Elizabeth Bennet και του Jean Valjean είναι το δίχως άλλο αναμφισβήτητη σύμφωνα με- ή στον κόσμο των δύο συγγραφέων. Ένα νεαρό κορίτσι, μεσοαστικής καταγωγής, έξυπνο, χαριτωμένο, καλλιεργημένο, με τέσσερις ακόμα αδελφές, μια ανόητη μητέρα και έναν σαρκαστικό πατέρα και ένας άνθρωπος ρημαγμένος από τα βάσανα είναι κάτι που υπάρχει, τροφοδοτημένο εξάλλου από τις μυθιστορηματικές ενδείξεις.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον σελιδοδείκτη με τίτλο «Λογοτεχνία και Φιλοσοφία» που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγές για τις εικόνες:
http://www.imdb.com/title/tt0230534/
http://www.imdb.com/title/tt0112130/

Πέμπτη, 8 Μαρτίου 2018

Λογοτεχνία και Φιλοσοφία


Η σχέση της λογοτεχνίας με τη φιλοσοφία είναι πολύ ανθεκτική και τα μεταξύ τους καυγαδάκια, που έλαβαν χώρα σε διάφορες εποχές, απλώς επιβεβαιώνουν και νοστιμίζουν αυτήν τη σχέση. Η λογοτεχνία δεν παύει ποτέ να τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με υλικό, το οποίο ορισμένες φορές υποχρεώνει την τελευταία ακόμη και να αναθεωρήσει τις πρακτικές της. Αλλά και η φιλοσοφία, από την πλευρά της, εκφράζεται ποιητικά. 

Magritte René, Le visage du génie (1927)
Βρυξέλλες, Musée d’Ixelles

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Πλάτωνα. η λογοτεχνική του δεινότητα είναι ασφαλώς ένας από τους παράγοντες που κάνουν τη φιλοσοφία του να διατηρεί μέχρι σήμερα την ελκυστικότητά της. Βέβαια, από τη άλλη, είναι γνωστό ότι ο Πλάτων εξορίζει την ποίηση από την ιδεώδη πολιτεία του κατηγορώντας την ότι έχει τη δύναμη να διαφθείρει ηθικά την ψυχή των φυλάκων. Το τραύμα αυτής της καταδίκης είναι βαθύ, και το διαζύγιο της φιλοσοφίας από τη λογοτεχνία φαίνεται στο εξής οριστικό. Στους νεότερους χρόνους, η πεποίθηση ότι φιλοσοφία και τέχνη αποτελούν δύο αυτοτελή, διακριτά και ριζικά αντιτιθέμενα μεταξύ τους νοητικά σύνολα βρίσκει προσήκον θεμέλιο στην καρτεσιανή διχοτόμηση λογικής και συναισθήματος. Οι λογοτέχνες σκοτώνουν μέσα τους τον φιλόσοφο και οι φιλόσοφοι απαρνούνται τον λογοτέχνη εαυτό τους (παρότι με κάμποσα παραστρατήματα και από τις δυο πλευρές). Όλα αυτά μέχρι τον Nietzsche. Αυτός και μια γενιά μεταγενέστερων εικονοκλαστών φιλοσόφων θα πετύχουν την επαναπροσέγγιση των δύο πεδίων, αρνούμενοι να υποταχθούν ανεπιφύλακτα στις απαιτήσεις επιχειρηματολογίας και συνεκτικότητας που προσιδιάζουν στη φιλοσοφία και τολμώντας να εκφράσουν τις φιλοσοφικές τους απόψεις ποιητικά. Είναι μια κίνηση που πρόκειται να έχει συνέχεια. Τον 20ό αιώνα, ο Jacques Derrida επιχειρεί να αμφισβητήσει την πλατωνική τομή με τρόπο πιο ριζοσπαστικό, ξαναθυμίζοντας και αναδεικνύοντας τη σύνδεση της φιλοσοφίας με τη μεταφορά και την τροπικότητα, σύνδεση την οποία η φιλοσοφία συνήθως προτιμά να λησμονεί προκειμένου να κατοχυρώσει την επιστημονική της αυτονομία.
Να θυμίσουμε, επίσης, ότι, κατά το τέλος του 18ου αιώνα, η λογοτεχνία κερδίζει το ενδιαφέρον της φιλοσοφίας από άλλον δρόμο. Η τελευταία ασχολείται με το ζήτημα των σχέσεων ανάμεσα στις ιδέες και στον κόσμο που υπάρχει έξω από το ανθρώπινο μυαλό (το εάν ένας τέτοιος κόσμος υπάρχει, και αυτό επίσης ενδιαφέρει τη φιλοσοφία να το διερευνήσει). Και ακόμα πιο πρόσφατα, με την κατά Rorty «γλωσσολογική στροφή της φιλοσοφίας», τα δύο πεδία μοιράζονται την κοινή ουσία της γλωσσικής πρακτικής και το ζήτημα που απασχολεί είναι πια το νόημα που μεταφέρεται μέσω της γλώσσας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η ανάρτηση είναι αντιγραφή από τον ομώνυμο σελιδοδείκτη που αναρτήθηκε στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1766).

Πηγή για την εικόνα:
http://selidodeiktes.greek-language.gr/lemmas/1772/1766