Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Η αρχαία τέχνη σαν παραμύθι Χ


Μόλις είχα κλείσει τα δεκαπέντε στα τελευταία Λήναια και, αφού πρόσφερα τα παιχνίδια μου μαζί και τις πλεξούδες μου στην Αρτέμιδα, αρραβωνιάστηκα με τον Ησίοδο τον ζωγράφο που τον λαχταρούσα από παιδούλα. Στην πανσέληνο του Γαμηλιώνα ο Ησίοδος ήρθε στο σπίτι μου για να με πάρει γυναίκα του. Ο πατέρας μου, ο Μύλων ο βοτανοθεραπευτής, αφού πρώτα έκανε τις πρέπουσες σπονδές, του έδωσε το χέρι μου και, αφού ψάλαμε όλοι μαζί τον Υμέναιο, με πήρε και πήγαμε στο δικό του σπίτι.
Την άνοιξη, μετά τις γιορτές του Αδώνιδος, ο άρχοντας Πελίδης, που είχε τα διπλάσια χρόνια από τον άντρα μου, έστειλε μια ομορφοφτιαγμένη κύλικα στον Ησίοδο και του παράγγειλε να ζωγραφίσει μέσα της μια όμορφη κιθαρωδό. Εμένα έβαλε απέναντί του ο άντρας μου. Μοντέλο με ήθελε στη ζωγραφιά του. Με την κιθάρα στα χέρια κάθισα στον δίφρο φορώντας το αραχνοΰφαντο φόρεμα που είχα φορέσει την πρώτη νύχτα του γάμου μας.
Δυο ημέρες έκανε να τελειώσει την κύλικα. Η ζωγραφιά ήταν πετυχημένη και τα χρώματα σωστά. Όλα έδειχναν αρμονικά και όμορφα πάνω στον λευκό άργιλο. Το πάθος του αγαπημένου μου για μένα πέρασε –μπορεί και άθελά του- πάνω στην εξαίσια ζωγραφιά. Το πέπλο επέτρεπε να μισοφανούν τα νεανικά μου στήθη και τα δάχτυλά μου, αν και ακίνητα, έδειχναν να τρέχουν πάνω στις χορδές. Οι ερυθρόχρωμοι βόστρυχοι είχαν ξαναμεγαλώσει και κυλούσαν γύρω από τους ώμους μου. Το πρόσωπό μου ήταν σοβαρό και η ματιά μου προσηλωμένη στις χορδές.


Ο άρχοντας Πελίδης είδε τη ζωγραφιά και αναστατώθηκε. Στη στιγμή την ερωτεύθηκε, μαζί και το μοντέλο.
«Θα σε πληρώσω με χρυσά», είπε στον Ησίοδο, «μόνο να φέρεις εδώ μπροστά μου το μοντέλο».
Ο ίσκιος του φόβου είχε καθίσει πάνω στα βλέφαρά του άντρα μου όταν γύρισε στο σπίτι.
«Είναι μικρή η Ερέτρια για μας», μου είπε δίχως να κρύβει τη στεναχώρια του.
Τον κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Ο άρχοντας Πελίδης τρελάθηκε με τη ζωγραφιά και τώρα θέλει να γνωρίσει το μοντέλο».
Σκέφτηκα λίγο και ύστερα:
«Μην χολοσκάς, ακριβέ μου, και δεν θα αφήσουμε την αγαπημένη μας Ερέτρια».
Με κοίταξε απορημένος.
«Μα θέλει εσένα κι εγώ δεν θέλω να σε χάσω».
«Θα με δει αλλά δεν θα μ’ έχει», είπα και χαμογέλασα πικρά.
Πήγα το ίδιο βράδυ στο συμπόσιο. Δίπλα στον άρχοντα Πελίδη στάθηκα ντυμένη με το αραχνοΰφαντο φόρεμα και τη λεπτοφτιαγμένη  οινοχόη στα χέρια. Αυτός καμάρωνε και μ’ έδειχνε στους φίλους του σαν λάφυρο μετά από μάχη. Την κούπα με τη ζωγραφιά μου γέμιζα με κρασί όλο το βράδυ και τον παρακινούσα με τον τρόπο μου να την αδειάζει με τη μία. Κανείς δεν πρόσεξε τη σκόνη που κάθε τόσο έριχνα στην κύλικα.


Λίγο πριν ξημερώσει γύρισα στο σπίτι και έπεσα στην αγκαλιά του Ησίοδου. Δεν του είπα τίποτα για το δηλητήριο που έριχνα στην κούπα του άρχοντα. Δυο μέρες αργότερα όλη η Ερέτρια έμαθε πως ο άρχοντας Πελίδης πήρε το δρόμο για τον Άδη. Από το πολύ κρασί είπαν πως πέθανε. Από τον πατέρα μου είχα μάθει πως το υοσκίαμο προκαλεί παραφορά όμοια μ’ αυτή των μεθυσμένων.
Και τι ειρωνεία! Πάνω στη σορό του νεκρού κάποιος απόθεσε την κύλικα με την εικόνα μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Πρόκειται για την εικόνα μιας μούσας η οποία συγχρονίζει δύο κιθάρες. Είναι ζωγραφισμένη στο εσωτερικό αττικής κήλικας από την Ερέτρια και θεωρείται έργο του Ησιόδου. Χρονολογείται περίπου στα 470-460 π.Χ. και βρίσκεται στο Παρίσι, στο Μουσείο του Λούβρου.
Το παραμύθι έγραψε ο Βλάσσης Τρεχλής.

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Κοσμικός ουμανισμός


Ο Luc Ferry μόνο στην Ελλάδα είναι σχετικά άγνωστος. Αντίθετα, στη Γαλλία, και στην Ευρώπη γενικότερα, είναι πασίγνωστος και δημοφιλής, φυσιογνωμία σχεδόν εμβληματική, και οι παρεμβάσεις του είναι πάντοτε βαρύνουσες. Ο όγκος της δουλειάς του, στην πολιτική φιλοσοφία κυρίως, είναι τεράστιος, ενώ μεταξύ των ετών 2002 και 2004 υπηρέτησε ως υπουργός παιδείας στην κυβέρνηση του Jean-Pierre Raffarin.

Ο Luc Ferry

Στον χώρο της πολιτικής φιλοσοφίας, ο Luc Ferry μαζί με τον Alain Renaut πρώτα-πρώτα εντοπίζουν το πρόβλημα που απασχολεί τους σύγχρονους πολιτικούς στοχαστές: ο ουρανός πρέπει να παραμείνει άδειος από εξουσία (Θεό, φύση, παραδόσεις), ενώ επιπλέον πρέπει να απωθηθεί το φάντασμα της επιστροφής είτε στους Νόμους της Ιστορίας (κομμουνισμός), είτε στους Νόμους της Φύσης (ναζισμός). Η λύση είναι η δημοκρατία, ισχυρίζεται ο έτερος μεγάλος πολιτικός στοχαστής, ο Leo Strauss, ο οποίος όμως δεν καταφέρνει να επιλύσει την αντίφαση που δημιουργείται ανάμεσα στον ατομικισμό της νεωτερικότητας και την υποχρεωτική διατήρηση του δημόσιου χώρου. Ο Ferry και ο Renaut, για να λύσουν το πρόβλημα και να παρουσιάσουν μια πολιτική φιλοσοφία που δεν θα αποδυναμώνει τη σύγχρονη ιστορία επιστρατεύοντας αναδρομικές πρακτικές, στρέφονται στον Johann Gottlieb Fichte, ο οποίος καταρρίπτει τη μεταφυσική ψευδαίσθηση και θεμελιώνει μια φιλοσοφία του δικαίου ως βάση επικοινωνίας μεταξύ ατόμων απαλλαγμένων από το βρόγχο των μεγάλων συστημάτων, σαν αυτό που είχε εισηγηθεί ο Georg Wilhelm Friedrich Hegel.

O Alain Renaut

Οι δύο φιλόσοφοι υποστηρίζουν μια πολιτική φιλοσοφία που να διέπεται από έναν μη-μεταφυσικό ουμανισμό και που να βασίζεται σε μια «πρακτική οντολογία». Η ελευθερία, αυτή την οποία επεδίωκε και ο Leo Strauss, πρέπει, ισχυρίζονται, να απαλλαγεί από όλα όσα την αλλοιώνουν και την απειλούν, δηλαδή πρέπει να απαλλαγεί: α) από τον εγελιανό θρίαμβο του λόγου, που υποθάλπει τον σταλινισμό, β) από το χαϊντεγγεριανό «μυστήριο» της Ιστορίας του είναι, που υποθάλπει τον ανορθολογισμό και γ) από τον καντιανό ηθικό τρόμο, που υποθάλπει έναν επαναστατικό βολονταρισμό. Με αυτόν τον τρόπο, οι δύο φιλόσοφοι τοποθετούνται στη μακρά εκείνη σειρά πολιτικών στοχαστών οι οποίοι, με άξονα το διακύβευμα της ανθρώπινης ελευθερίας, επιχειρηματολογούν υπέρ μιας καθολικής συναίνεσης, εφόσον πρώτα επανεφευρεθούν οι συνθήκες πολιτικού λόγου, συλλογικών αποφάσεων και δημόσιας συζήτησης. Πρόκειται για αυτό που ο Ferry ονομάζει «κοσμικό ουμανισμό».

Πηγές για τις εικόνες:

Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Αύγουστος: και με φως και με θάνατον


Ένα συνονθύλεμα λέξεων που περιέχει κάμποσα από τα γραμματικά μέρη του λόγου. Δύο ουσιαστικά: θάνατο το πρώτο, ηλιοτρόπιο το δεύτερο. Ένα ρήμα σε χρόνο αόριστο και στο α΄ πρόσωπο του ενικού: έστρεψα. Ένα επίθετο σε ουδέτερο γένος: υπερμέγεθες. Την προσωπική αντωνυμία στον αδύνατο τύπο της γενικής: μου. Και ένα επίρρημα: καταπάνω. Τέλος, το μόριο σαν. Αυτό είναι το γλωσσικό υλικό που αποκτά το νόημά του στην ποιητική χρήση.
Ο θάνατος, μόνιμη και αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον άνθρωπο. Το ηλιοτρόπιο, θέα καλοκαιρινή από ανοιχτό παράθυρο, να φέρνει στον νου τα παράδοξα κίτρινα του σαλεμένου νου του Vincent Van Gogh. Το ρήμα αινιγματικά μεταβατικό ή αμετάβατο. Το επίθετο μεγαλοπρεπές, ηχηρό φάλτσο στους χαμηλούς τόνους που είθισται να συνοδεύουν την αναφορά στον θάνατο. Η προσωπική εμπλοκή της αντωνυμίας, η επιθετική διάθεση ή η ορμητικότητα που εμπεριέχεται στο καταπάνω και εκείνο το δολερά ανατρεπτικό σαν.
Σκόρπιες λέξεις που μπορούν να συντεθούν δημιουργώντας έναν μεγάλο αριθμό ορθών, από άποψη γραμματικο-συντακτική, και έγκυρων προτάσεων. Ανάμεσά τους, ένας ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης, διάλεξε μία η οποία εκπληρώνει και τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις, αλλά, ταυτόχρονα, καταδεικνύει ότι είναι απλώς στοιχειώδεις για την ποιητική λειτουργία. Στην πρόταση που επιλέγει υπάρχει κάτι που την μετατρέπει από γλωσσικό σε ποιητικό μήνυμα. Η πρόταση, λοιπόν, που ο ποιητής σχηματίζει πρώτη-πρώτη στο «Και με φως και με θάνατον» από τον Μικρό Ναυτίλο είναι:

Έστρεψα καταπάνω μου τον θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο.

Πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ο τροπισμός, που αποδίδεται νοηματικά και ηχητικά στη συνύπαρξη του ρήματος με το β΄ συνθετικό του ουσιαστικού ηλιοτρόπιο. Το φαινόμενο του τροπισμού, που ορίζεται στο λεξικό ως βιολογικό φαινόμενο κατά το οποίο ακίνητοι, φυτικοί κυρίως, οργανισμοί –εν προκειμένω τα ηλιοτρόπια- αλλάζουν προσανατολισμό υπό την επίδραση διαφόρων ερεθισμάτων, υφίσταται από τον Ελύτη μια μετάθεση: από τον κυριολεκτικά «φυσικό» του χώρο μετατοπίζεται σε κάτι αφύσικο, στον θάνατο, με το άλλοθι του σαν,  δηλαδή με το άλλοθι μιας παρομοίωσης. Ο θάνατος αποκτά, χάρη στην αρμοδιότητα του ποιητικού υποκειμένου, την ιδιότητα να στρέφεται κι αυτός προς την κατεύθυνση του φωτός. Συγχρόνως, έχει κιόλας αποκαλυφθεί ο μεταβατικός ενεργητικός χαρακτήρας του ρήματος, του οποίου το υποκείμενο, το νοούμενο εγώ, συνηχεί με την αντωνυμία μου. Το ενδιάμεσο καταπάνω δηλώνει την ωμή αποφασιστικότητα του ενεργούντος, αλλά και πάσχοντος μαζί, υποκειμένου. Μένει το υπερμέγεθες, επίθετο που χαρακτηρίζει το ηλιοτρόπιο, αλλά, μέσω της παρομοίωσης, και τον θάνατο.

Paul Gaugin, Vincent Van Gogh Painting Sunflowers (1888)
The Van Gogh Museum

Επιπλέον όμως, στη φράση υπάρχει ένα δεύτερο πλάνο, ένα αθέατο στην πρώτη ανάγνωση επίπεδο. Το υποκείμενο της πρότασης δέχεται μια παράθεση, τη λέξη ήλιος, που δεν ακούγεται αυτόνομη αλλά ενοικεί ως β΄ συνθετικό στο ιδιότροπο αυτό φυτό, στο ηλιοτρόπιο, και έτσι, τεχνηέντως, το επίθετο υπερμέγεθες με ένα είδος υπαλλαγής, καταλήγει να χαρακτηρίζει το ουσιαστικό ήλιος, στο οποίο, εξάλλου, είναι περισσότερο προσήκον και, κατ’ επέκταση, χαρακτηρίζει το εγώ, που νομιμοποιείται να φέρει τον χαρακτηρισμό ακριβώς επειδή το ρήμα στο οποίο αναφέρεται δηλώνει την ενεργητική επιλογή του.
Λέξεις και σχήματα που ξεκολλούν από την καθημερινή χρήση και γίνονται ύλη ποιητική.

Πηγή για την εικόνα:

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Έρις και αθλητικοί αγώνες


Είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση ότι ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού. Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν όμως επίσης τα δύο προνομιακά πεδία και της ποιητικής. Είναι σαν να λέμε η ρις μέσα στην ριν.
Η Ιλιάδα, αρχίζει και ολοκληρώνεται με την έριδα του Αχιλλέα και του Αγαμέμνονα, για να καταγράψει στην ουσία την έριδα Ελλήνων και Τρώων, με ενδιάμεσες μορφές της την έριδα των θεών (ποιος δικαιούται τη νίκη) ή την έριδα των λόγων (ποιος μιλάει καλύτερα). Οι αθλητικοί αγώνες μεταθέτουν τελετουργικά την έριδα στο στρατόπεδο του τατο. Δεν παλεύεις με τον εχθρό, αλλά με τον φίλο. Αν χάσεις, δεν χάνεις τη ζωή σου. Δείχνουν την ετοιμότητα των Αχαιών αρχηγών εν όψει της άλωσης της Τροίας ή την ετοιμότητα του Οδυσσέα (τόσο ανθεκτικού, παρά τις ταλαιπωρίες) να ανακαταλάβει το βασίλειό του.


Η δύσσεια πάλι κατευθύνεται από την αρχή της στην τελική σκηνή της μάχης του Οδυσσέα με τους μνηστήρες, για την κατάληψη της εξουσίας και της Πηνελόπης. Ο αγώνας, όμως, της Ιθάκης είναι αυτός με τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες. Πρώτα-πρώτα, γιατί αυτός ο αγώνας τοξοβολίας είναι η ίδια η ρις. δεν πρόκειται καθόλου για παιχνίδι. Οι νεαροί ευγενείς που συμμετέχουν δεν αγωνίζονται για ένα λεβέτι, έναν τρίποδα ή μια σκλάβα. Αγωνίζονται για να κερδίσουν τη βασίλισσα και μέσω αυτής το βασίλειο. Έπειτα, γιατί σε αυτόν τον αγώνα επαληθεύεται παραδειγματικά το γεγονός ότι κάθε αγώνας είναι ούτως ή άλλως ένα σύστημα επιλογών και αποκλεισμών. Μέσα στο δικό του σύμπαν όλα είναι αυστηρά ιεραρχημένα. Ο πρώτος και ο έσχατος: έτσι ταξινομούνται οι συμμετέχοντες. Όμως, στο πεδίο του τατο, ο Αχιλλέας δίνει δώρα και στους έσχατους. Προέχει η συμμετοχή, η επιβεβαίωση του ανήκειν. Αντίθετα, στην Ιθάκη οι έσχατοι πληρώνονται με θάνατο. Μεταξύ των πολλών διεκδικητών επιλέχθηκε ο ένας, ο γνήσιος. Ο Gilles Deleuze το ερμηνεύει ως εξής: υπάρχουν ο πατέρας, η κόρη και οι μνηστήρες . Με πολιτικούς όρους υπάρχουν ο κριτής, η διεκδικούμενη σύζυγος/εξουσία και οι διεκδικητές. Υπάρχει και η δοκιμασία. Θα κερδίσει την κόρη ο καλύτερος, αυτός που θα επιτελέσει έναν υπερ-ανθρώπινο άθλο. Θυμίζω εδώ ότι η τριαδική δομή, την οποία περιέγραψε ο Deleuze, βρίσκει την καλύτερή της εφαρμογή στον μύθο της γέννησης των Ολυμπιακών αγώνων (ο Οινόμαος/πατέρας, η Ιπποδάμεια/κόρη, ο Πέλοπας/μνηστήρας, η αρματοδρομία/δοκιμασία). Στην τοξοβολία της Ιθάκης, καλύτερος είναι ο Οδυσσέας (η ικανότητά του στο τόξο προοικονομείται στη ραψωδία θ, αλλά, οπωσδήποτε, το τόξο δεν είναι και το ατού του). Οι υπόλοιποι μνηστήρες, για να πάψουν οριστικά να τον απειλούν, πρέπει να πεθάνουν. Έτσι, από συμμετέχοντες στους αγώνες μετατρέπονται όχι απλώς σε ηττημένους διεκδικητές της νίκης, αλλά σε θύματα.


Ο Οδυσσέας, έχοντας νικήσει στον αγώνα της τοξοβολίας, αποκαλύπτεται επιτέλους και μαζί του αναδεικνύεται το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στη μεταβαλλόμενη εξωτερική όψη και στη σταθερή μορφή –αν βέβαια κάτι τέτοιο υπάρχει. Ο νικητής, έχοντας επιτελέσει τον απαιτούμενο άθλο, δικαιούται τώρα να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια του –κρυμμένη και από την παρατεινόμενη προκάλυψη και παραμόρφωσή του-, να αποκαλύψει ποιος είναι. Ο ήρωας γίνεται ζητιάνος και ο ζητιάνος ξαναγίνεται ήρωας. Καθώς ο Οδυσσέας αναλαμβάνει το βασίλειό του, βρίσκει ταυτόχρονα και την αλήθεια του είναι του. Καθώς ξανακερδίζει τη γυναίκα του, που ύφαινε και ξύφαινε μέρα-νύχτα τον δόλο και την απάτη, ξανακερδίζει την πολιτική του θέση. Γίνεται τώρα αυτός ο βασιλικός υφαντής, που για τον Πλάτωνα ταυτίζεται με τον πολιτικό. Με τη νίκη του στον αγώνα της τοξοβολίας, ο Οδυσσέας γίνεται ο ήρωας, αυτός δηλαδή που πέρασε τη δοκιμασία, έχοντας εκτελέσει με επιτυχία τον άθλο του, έχοντας, με άλλα λόγια, εκτελέσει με επιτυχία την παραδειγματική μορφή της πράξης που αποκαθιστά τη διαταραγμένη τάξη.

Σημείωση: ο αττικός  ερυθρόμορφος σκύφος αποδίδεται στον «Ζωγράφο της Πηνελόπης», είναι του 5ου π.Χ. αιώνα και βρέθηκε στην Tarquinia της Ετρουρίας. Εικονίζει τη μνηστηροφονία που μοιράζεται και στις δύο όψεις του αγγείου.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Αριστεία και κλέος


Σύμφωνα με τον Όμηρο, στον μυκηναϊκό κόσμο, η αρετή που επιδιώκει ο άνθρωπος δεν είναι η αφηρημένη ιδέα μιας ηθικής τελειότητας, όπως αυτή εξαντικειμενοποιείται με την αναγωγή της σε μια (πλατωνική ή άλλη) υπερβατική σταθερά. Η σημασία που παίρνει το να είναι κανείς ριστος (λέξη ετυμολογικά συγγενής με τη λέξη ρετή) συμπυκνώνεται στο ομηρικό αέν ριστεύειν καί πείροχον μμεναι λλων (=να είσαι πάντα πρώτος κι ανώτερος απ’ όλους), που παραπέμπει στην ιδέα της ανωτερότητας στα πλαίσια μιας ιεραρχικής κατάταξης (πείροχον μμεναι λλων). Η ιδέα της υπεροχής σε σχέση με τους άλλους ταιριάζει απόλυτα με την προτεραιότητα των ατομικών κατορθωμάτων. Όλοι, λοιπόν, προστατεύουν αυτό που είναι τόσο με τους αγώνες τους όσο και με τις καυχησιές τους, από τις οποίες η ομηρική Ιλιάδα είναι γεμάτη.

Πατρόκλου Άθλα, 
Δίνος (6ος π.Χ. αιώνας)

Ο πόλεμος και οι αθλητικοί αγώνες αποτελούν τα δύο προνομιακά πεδία του πολιτικού και μπορούν να προσδιοριστούν ως διαφορετικοί βαθμοί έντασης της ίδιας θεμελιώδους αγωνιστικής σχέσης. Κοινό συστατικό τους στοιχείο είναι το αριστοκρατικό (αντα-)αγωνιστικό πρότυπο της ατομικής αρετής με τη μορφή της ριστείας  (η ζωή να συνοψίζεται σε ένα μοναδικό κατόρθωμα, όπως το περιγράφει η Hannah Arendt ), που προϋποθέτει δύο πράγματα: από τη μια, την ευταξία ενός κόσμου που μόλις απαλλάχθηκε από την τερατώδη του πλευρά  (αν και η αταξία πάντοτε παραμονεύει, αφού ο πόλεμος είναι πατήρ πάντων) και, από την άλλη, τον συνδυασμό ανάμεσα στη θεατή ιδιότητα του φυσικού κάλλους και στη δύναμη, στη γενναιότητα, στην επιτηδειότητα, στην ευστροφία. Και όλα αυτά μέσα σε έναν κόσμο προ-πλατωνικό, ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμα τον δυισμό, που, για να χρησιμοποιήσουμε μια διατύπωση του  Gilles Deleuze, δεν έχει ακόμα τίποτα με χαρακτήρα ουσιακό να χωρίσει. 

Μονομαχία Μενελάου και Έκτορα, 
Πινάκιο (7ος π.Χ. αιώνας)

Ταυτόχρονα, «ο πόλεμος και ο αθλητισμός εγκλείουν μορφές σύγκρουσης συνυφασμένες με μορφές αλληλεξάρτησης, συνεργασίας και συγκρότησης μιας ομάδας», όπως παρατηρεί ο Eric Dunning. Στον πόλεμο και στους αθλητικούς αγώνες του ομηρικού κόσμου αυτοπροσδιορίζεται η αριστοκρατική ελίτ της «ηρωικής» περιόδου με αξιώσεις κοινωνικής ενότητας και συνοχής. Το σύμπαν μέσα στο οποίο πραγματοποιούνται είναι αυτό της τιμής, της μεγαλοπρέπειας, του κομπασμού, της πρόκλησης και, οπωσδήποτε, δεν είναι ο καθημερινός κόσμος του μόχθου και της μέριμνας.   

Μονομαχία Αχιλλέα και Μέμνονα, 
Υδρία (6ος π.Χ. αιώνας)

Πόλεμος, λοιπόν, οι ομηρικοί αθλητικοί αγώνες; Και βέβαια. Με άλλα μέσα, αλλά πόλεμος, μάχη, βία, εξαπάτηση. Σύγκρουση τελετουργική οι αγώνες, με δοκιμασίες που προέρχονταν από τη στρατιωτική εκπαίδευση. Εξάλλου, στο ομηρικό έργο θεμελιώδης είναι η ατομική αρετή, και όταν πρόκειται για τον πόλεμο, που παίρνει τη μορφή ενός «μωσαϊκού μονομαχιών όπου συγκρούονται οι πρόμαχοι», αλλά και στους αγώνες, όπου και πάλι λαμβάνουν μέρος μόνον οι αρχηγοί με έπαθλα πολλά και πολύτιμα, αλλά με έπαθλο σπουδαιότερο την προσωπική τους δόξα. 

Μνηστηροφονία, 
Σκύφος (5ος π.Χ. αιώνας)

Οι Έλληνες, από την εποχή κιόλας του Ομήρου, ενδιαφέρονταν πάνω από όλα για το κλέος και για την αθανασία που αυτό χαρίζει. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετύχει την αιωνιότητα, αρκείται στην αθανασία. Και βέβαια η αθανασία είναι το αποτέλεσμα της πράξης και εκδηλώνεται με τον τρόπο ζωής του ανθρώπου μέσα στη δημόσια σφαίρα, ενώ η αιωνιότητα θα χρειαστεί να περιμένει την πλατωνική θεωρίαν (όπως θα συμπληρωθεί και από τη χριστιανική παράδοση), που σημαίνει απόσπαση από τη δημόσια σφαίρα και τον πολιτικό βίο. Από την άλλη, ό,τι χαρακτηρίζεται ως «αγωνιστικό πνεύμα» των Ελλήνων, ως μόνιμη και συνεχής επιθυμία για αναμέτρηση με τους άλλους, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως επιλογή θανάτου. Η πράξη του ήρωα τερματίζεται με τον θάνατό του που τον επιλέγει εκούσια, γιατί μόνον έτσι δεν αφήνει κανένα περιθώριο στην ανατροπή, στο μη προβλέψιμο, αφήνοντας μόνο στη διακριτική ευχέρεια του ποιητή το να αφηγηθεί την πράξη της οποίας ο ήρωας τού έχει παραδώσει την πλήρη σημασία. Το κλέος και η ποιητική του εξύμνηση ως θεραπεία (προ-πολιτική/προ-φιλοσοφική λύση) της ευπάθειας των ανθρώπινων  πραγμάτων (της πράξης και της ομιλίας) θα δώσουν τη θέση τους στην πολιτική «φαρμακεία» της πόλεως στα κλασικά χρόνια  και αυτή στην απολιτική πλατωνική ουτοπία της ευδαίμονος θεωρίας.

Πηγή για τις εικόνες:

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Στωικισμός


Για τους Στωικούς, τους φιλοσόφους που πήραν το όνομά τους από τον χώρο διδασκαλίας τους, την αθηναϊκή Ποικίλη Στοά, ο κόσμος, αν και διαθέτει θεϊκό χαρακτήρα, μια «λογική» τάξη πίσω από το φαινομενικό χάος, και μολονότι τοποθετείται ριζικά έξω από τους ανθρώπους, παραμένει «υπερβατικότητα μέσα στην εμμένεια»: τα θεϊκά πράγματα είναι ξένα προς την ανθρώπινη δραστηριότητα, μολονότι βρίσκονται εντός του πραγματικού. Σε αυτήν τη θεωρία αντιστοιχεί μια ηθική σύμφωνα με την οποία το δίκαιο εξισώνεται με το αρμόζον, με την αρμόζουσα θέση που οφείλει να κατέχει το καθετί μέσα στην αρμονική τάξη του κόσμου. Την πολιτική/ανθρώπινη συμβίωση μπορεί να την εγγυηθεί η φυσική τάξη, ενώ σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η ανθρώπινη μωρία, την οποία πρέπει κανείς να την παραβλέπει, να την εμπαίζει, συχνά να την προκαλεί. Ουσιώδης διαπίστωση: στη στωική φιλοσοφία ο άνθρωπος και η βούλησή του δεν έχει ακόμα τοποθετηθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος. καθήκον του είναι μόνον η ενατένιση και η μίμηση του κόσμου.

Ο στωικός Ρωμαίος αυτοκράτορας 
Μάρκος Αυρήλιος

Όσο για την ανθρώπινη περατότητα, που είναι συνδεδεμένη με τον θάνατο, η αρχαιότητα μέχρι την εμφάνιση της φιλοσοφίας την θεράπευε με δύο τρόπους: με την τεκνογονία και με την αριστεία. Η φιλοσοφία προσθέτει και τρίτη θεραπεία: την εκδοχή του θανάτου ως έναν άλλον τρόπο ύπαρξης. δεν παύουμε να υπάρχουμε ακόμα και μετά τον θάνατό μας ως θραύσμα του αιώνιου σύμπαντος. Άρα, πρέπει να απαλλαγούμε από τον φόβο που μας καταδιώκει και που ξεπηδάει από το βάρος του παρελθόνος και από τις αυταπάτες για το μέλλον. Η παρούσα στιγμή είναι αυτή που μετράει. Η στωική εγκαρτέρηση και αταραξία, δεν ταυτίζεται με την ανατολίτικη μοιρολατρία, αλλά εκπορεύεται από την αρετή (αντίθετα με τους Επικούρειους που την συνδέουν με τις ηδονές) και είναι σε θέση να προτείνει μια ευφρόσυνη διάθεση απέναντι στη ζωή, μια μη-αφοσίωση σε ό,τι είναι πρόσκαιρο, μια ιεράρχηση και ένα ξεδιάλεγμα του σημαντικού από το ασήμαντο.

Πηγή για την εικόνα:

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Για την ιστορία


Εν γένει, αλλά και στη χώρα μας ειδικά, η ιστορία έχει επιλεγεί από την εποχή του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου να παίξει για το αναδυόμενο έθνος τον ρόλο που έπαιζε η θρησκεία για το γένος. Ο Γιώργος Πρεβελάκης επισημαίνει ότι η ιστορία όπως την συγκρότησε ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος επέτρεψε κάθε ελπίδα και δεν έθεσε κανένα όριο στις εθνικές ελληνικές φιλοδοξίες. Αυτή η θεώρηση της ιστορίας (επιγραμματικά: η θεμελίωση του ελληνικού έθνους όχι σε κριτήρια φυλετικά, αλλά πολιτισμικά και ιστορικά –κοινός πολιτισμός και συνεχής ιστορική διαδρομή που επέβαλε την ενσωμάτωση και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην ελληνική ιστορική εμπειρία), αφήνοντας σκόπιμα απροσδιόριστη τη διεκδικούμενη για το ελληνικό έθνος γεωγραφική έκταση, έδωσε τη δυνατότητα για διεκδίκηση βαλκανικών εδαφών προς όποια κατεύθυνση θα αποδεικνυόταν λιγότερο ανθεκτική και προετοίμασε έτσι το έδαφος για τη Μεγάλη Ιδέα. Η αντίληψη του Παπαρρηγόπουλου για την ιστορία βρισκόταν σε συνάρτηση με την αισιοδοξία που χαρακτήριζε τους Έλληνες διανοούμενους του 19ου αιώνα, αισιοδοξία η οποία όμως αποδείχθηκε φρούδα, καθώς η συγκυρία της εποχής έφερε την Ελλάδα αντιμέτωπη με τον εθνικισμό άλλων γειτονικών λαών, με τα βαλκανικά σχέδια του νεόκοπου σοβιετικού κομμουνισμού, αλλά και με μια εσωτερική πολιτική παθογένεια που οδήγησε στην οδυνηρή κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Αυτή η θεώρηση για την ιστορία, αν και κολοβωμένη για τους αντικειμενικούς λόγους που επεσήμανα, αποτελεί το υπόστρωμα μιας νεότερης εκδοχής η οποία νοσταλγικά παραπέμπει στων «Ελλήνων τις κοινότητες» κάθε φορά που κάποια εθνική κρίση δικαιολογεί κάτι τέτοιο, εθνική κρίση η οποία, παράλληλα, νομιμοποιεί την αξιοποίηση του λαϊκού αισθήματος στον δημόσιο/πολιτικό χώρο. Από την άλλη, άρχισε σταδιακά να μορφοποιείται μια ακαδημαϊκή περισσότερο ιστορική σχολή που συμπορεύθηκε με την πολιτική τάση εξευρωπαϊσμού της Ελλάδας. Οι δύο αυτές τάσεις, όπως είναι φυσικό, είχαν πολλούς λόγους και πολλές ευκαιρίες να συγκρουστούν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αλλά, καταπώς δείχνουν οι πρόσφατες συγκρούσεις, φαίνεται ότι οι ευκαιρίες δεν θα λείψουν και κατά τον 21ο αιώνα, τουλάχιστον για όσο διατηρείται το υπάρχον πολιτισμικό περιβάλλον.


Είναι, λοιπόν, αναμφισβήτητη η ιδεολογική βαρύτητα την οποία έχει η ιστορία (να σημειώσω: όχι μόνο στην Ελλάδα), η οποία γι’ αυτό φέρνει αντιμέτωπες, με ποικίλες κάθε φορά αφορμές, ιδεολογικές τάσεις που, ανεξάρτητα από την ορθότητα αυτού που υποστηρίζουν, εκμεταλλεύονται μια διάχυτη, και ως εκ τούτου συχνά συγκεχυμένη, ιστορική κουλτούρα. Σπανιότερα πληροφορούμαστε τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της ιστορικής κοινότητας (όπου συνδυάζεται η συσσώρευση πληροφοριών με το πρότυπο αλλαγής των ερμηνευτικών σχημάτων), μολονότι και εκεί δεν λείπουν οι διαφορές, αξεπέραστες πολλές φορές. Φαίνεται, λοιπόν, ότι, ανάλογα με τα εκάστοτε συμφραζόμενα, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν, τόσο εμείς όσο και οι ειδικοί ιστορικοί, αλλάζει και αυτό το γεγονός έχει συνέπειες στον τρόπο του ιστορείν. Στην εποχή μας δεν είναι μόνον το συγκεκριμένο κοσμοθεωρητικό «παράδειγμα» που καθορίζει ανάλογα την αντίληψή μας για το παρελθόν και τη συγγραφή της ιστορίας, αλλά είναι και η αλλαγή του ερευνητικού «παραδείγματος» μέσα στην καρδιά της ιστορικής επιστήμης. Για παράδειγμα, η υπεραφθονία των ιστορικών πληροφοριών, που διαδέχθηκε τη σπανιότητα, θέτει μια σειρά από μεθοδολογικά προβλήματα στους επαγγελματίες ιστορικούς αλλά και στους κάθε λογής εραστές της ιστορίας, με βασικότερο το πώς εξασφαλίζεται η εγκυρότητα. Αλλά και η είσοδος της προφορικής ιστορίας, ως αποτέλεσμα της ενασχόλησης των λαϊκών τάξεων με την ιστορία, δημιουργεί μια άλλη εκδοχή, διαφορετική από τη δομή του δικτύου της ακαδημαϊκής ιστορίας.

Πηγή για την εικόνα: